Legislator Case Law & Legislation
265/2018 AI generated

265/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 265/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 265 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

265/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 265 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
substantiation of unlawfulness dismissal of fraud charges immediate termination for fraud conviction for traffic law violation flawed psychiatric report driving whilst disqualified
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 265 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 265/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Γ. του Λ., κατοίκου ..., οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 14/11/2017 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Ν. του Π., 3) Ν. Ν. του Π., κατοίκων ..., 4) Α. Χ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Μάρκου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/6/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 524/2016 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/11/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του δικαιούται να αξιώσει: α)την άρση της προσβολής, β)την παράλειψή της στο μέλλον, γ)αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ) και δ)χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, για την προαναφερθείσα αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται, επιπλέον, σχετική υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας κάποιου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται τόσο ό σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής. Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας προσώπου ή της φήμης και της επαγγελματικής πίστεως ανωνύμου εταιρείας μπορεί να προέλθει και από κάποια από τις ποινικά κολάσιμες πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363 και 364 του. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, ή την εμπιστοσύνη του κοινού στην (ανώνυμη) εταιρεία και τις επιχειρήσεις της, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο η ανώνυμη εταιρεία, γεγονός που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Ως ισχυρισμός θεωρείται ανακοίνωση που προέρχεται εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή από μετάδοση εκ τρίτου προσώπου, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται, συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α’ -δ’ του ΠΚ, το άδικο των προβλεπομένων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ’ και δ’ ). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρου 367 ΠΚ), για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. του ΑΚ. Επομένως, με την κατά τα άνω άρση του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής (ap 1976/2014). Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν κατά προβολή σχετικής αντεστάσεως από τον προσβληθέντα (ΑΠ 1573/2005), συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης του άρθρου 363 ΠΚ ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. (ΑΠ 632/2015, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 1455/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή .όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι, κατά νόμο, το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016 ΑΠ 211 9/2014).

Με τους πρώτο, και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 ΑΚ 361, 362, 363, 367 ΠΚ, απέρριψε, επικυρώνοντας την ομοίως

???????? υπ’ αριθμ. 109/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, την κατά των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα (από 5.6.2017) αγωγή του, με την οποία αυτός (αναιρεσείων) ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος του διαπραχθείσα από τους αναιρεσιβλήτους αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση) δεχθείσα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, αφενός την ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας από τους αναιρεσιβλήτους (εναγομένους), από το άρθρο 367 παρ. 1 εδαφ. γ ΠΚ ενστάσεως (ύπαρξη δικαιολογημένου συμφέροντος), και αφετέρου την αβασιμότητα της, προς κατάλυση της τελευταίας (ενστάσεως), από τα άρθρα 367 παρ. 2α ΠΚ προταθείσης απ’ αυτόν (αναιρεσείοντα) αντενστάσεων (ύπαρξη σκοπού εξυβρίσεως), παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά επέβαλλαν την αντίθετη, τόσο επί της ενστάσεως όσο και επί της αντενστάσεως, κρίση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τ’ ακόλουθα αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα. "Ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, μέτοχοι και μέλη του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης, ανώνυμης εταιρίας, το έτος 1995, δανείστηκαν από τον ενάγοντα χρήματα προκειμένου να καλύψουν τις άμεσες ανάγκες ρευστότητας της ως άνω εταιρίας. Προς απόδειξη και εξασφάλιση του ληφθέντος ποσού έδωσαν στον ενάγοντα μεταχρονολογημένες επιταγές της πρώτης εναγομένης. Οι εναγόμενοι δεν κατάφεραν να αποπληρώσουν το δάνειο και ακολούθησαν συνεχείς ανανεώσεις των αξιογράφων μέχρι το έτος 2000, τα οποία τελικά δεν πληρώθηκαν, οπότε ο ενάγων, βάσει αυτών (αξιογράφων), ζήτησε και πέτυχε την έκδοση των με αριθμ. …2000, …2000 και …2000 διαταγών πληρωμής. Ακολούθησαν πολυετείς δίκες που απασχόλησαν, τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια μεταξύ του ενάγοντος και των τριών πρώτων εναγομένων με αντικείμενο ότι οι επιταγές αυτές ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους. Συγκεκριμένα, οι ασκηθείσες κατά των ως άνω διαταγών πληρωμής ανακοπές, βασιζόμενες στα αδικήματα της πλαστογραφίας και της τοκογλυφίας, έγιναν εν μέρει δεκτές με την με αριθ.121/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και σε δεύτερο βαθμό εκδόθηκε η με αριθ. 2496/2003 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε τις ανακοπές ως αόριστες, καταστάσα αμετάκλητη αφού επικυρώθηκε και με την με αριθ. 1156/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου., Εν συνεχεία, ο ενάγων κοινοποίησε στην πρώτη εναγομένη επιταγή προς εκτέλεση της με αριθμό …/2000 διαταγής πληρωμής που είχε εκδώσει εναντίον της, οπότε η τελευταία άσκησε νέα ανακοπή με τους ίδιους λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 154/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που δέχθηκε την ανακοπή, δηλαδή δέχθηκε ότι οι επιταγές για τις οποίες εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση και εκδόθηκε αρχικά η με αριθμ. 480/2006 μη οριστικά απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και εν συνεχεία η με αριθμ. 2868/2007 απόφαση επίσης του παρόντος Δικαστηρίου η οποία απέρριψε την έφεση. Στο πλαίσιο των κατόπιν μηνύσεως που άσκησε η πρώτη εναγομένη κατά του ενάγοντος για τις πράξεις της πλαστογραφίας και της κατ’ επάγγελμα τοκογλυφίας, εκδόθηκε το με αριθμ. 206/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σερρών, με το οποίο απαλλάχθηκε ο ενάγων για την πράξη της πλαστογραφίας, ενώ παραπέμφθηκε να δικασθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών για την πράξη της κατ’ . επάγγελμα τοκογλυφίας. Ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας ο Θ. Χ., αδελφός του τέταρτου εναγομένου που ήδη απεβίωσε. Ο Θ. Χ. κατέθεσε ότι ήταν παρών στις συμφωνίες κατά τα έτη 1997 και 1998, καθώς και στη συνάντηση που έγινε για τη μείωση του επιτοκίου, μεταξύ του Γ. Ν. (δευτέρου εναγομένου) και του ενάγοντος, καθώς επίσης ότι το επιτόκιο δανεισμού ήταν 4% μηνιαίως και ότι ο ενάγων εισέπραξε το έτος 1995, 5.000.000 δραχμές. Τέλος ανέφερε ότι ήταν παρών όταν παραδέχθηκε ο Γ. (δηλ. ο ενάγων) ότι πήρε 5.000.000 δραχμές. Το ως άνω Δικαστήριο, με την με αριθμ. 108/22-1-2004 απόφασή του καταδίκασε τον ενάγοντα για την πράξη της κατ’ επάγγελμα τοκογλυφίας. Κατόπιν άσκησης έφεσης κατά της ανωτέρω απόφασης εκ μέρους του ενάγοντος, το Β’ Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την με αριθμ. 2904/2004~απόφασή του, έπαυσε οριστικά την εναντίον αυτού (ενάγοντος) ποινική δίωξη για την πράξη της τοκογλυφίας. Ακολούθως, με την με αριθ.383/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η τελευταία αυτή απόφαση. Στις 9-5-2006, ενώπιον του Β’ Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπου ήχθη η υπόθεση μετ’ αναίρεση, ο Θ. Χ. διαφοροποίησε την κατάθεσή του και ανέφερε ότι: "...Άκουσα ότι ο Ν. εκτός από τα χρήματα που κατέθετε στην Τράπεζα, έδωσε εξωτραπεζικά στον κατηγορούμενο και άλλα 5.000.000 δρχ. σε μετρητά. Εγώ προσωπικά σε καμία συναλλαγή που έγινε μεταξύ τους δεν ήμουν παρών. Γνωρίζω ότι ο Ν. με τον κατηγορούμενο συνεργαζόταν για 5 περίπου χρόνια. Δεν γνωρίζω όμως τι είδους συμφωνίες είχαν κάνει μεταξύ τους". Στο ίδιο Δικαστήριο (Β’ Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης) κατέθεσε ως μάρτυρας ο τέταρτος εναγόμενος και είπε ότι ο ενάγων εξεβίασε τον αδελφό του, Θ., προκειμένου να αλλάξει την κατάθεσή του. Το ως άνω Δικαστήριο, με την με αριθμ. 1597/2006 απόφασή του, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο (εν προκειμένω ενάγοντα) λόγω αμφιβολιών. Σ’ όλες τις προαναφερόμενες δίκες ο ενάγων ήταν διάδικος και συνεπώς ελάμβανε αμέσως γνώση των ενεργειών των εναγόμενων. Επομένως, οποιοδήποτε αξίωση αυτού (ενάγοντος), για τις αιτίες που αναφέρει στην υπό κρίση αγωγή και συγκεκριμένα για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης εκ μέρους των εναγομένων σε βάρος του, στο πλαίσιο των παραπάνω δικών, που έλαβαν χώρα, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, από το έτος 2000 έως και το έτος 2007, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, αφού η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 6-6-2013 και επιδόθηκε στους εναγομένους την 17-6-2013 (βλ σχετική επισημείωση επί της αγωγής του Δικαστικού Γ Επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών Α. Γ., που προσκομίζουν οι εναγόμενοι), δηλαδή ασκήθηκε μετά την παρέλευση του χρόνου παραγραφής τους. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι τα ποινικά αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμήνυσης έχουν χαρακτήρα στιγμιαίων εγκλημάτων και δεν είναι δυνατό να αποδοθεί σε αυτά χαρακτήρας διαρκούς εγκλήματος. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την ένσταση παραγραφής (άρθρ. 247, 251 και 937 Α.Κ.), που παραδεκτά πρόβαλαν οι εναγόμενοι και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή κατά το μέρος που στηρίζεται στις παραπάνω αδικοπρακτικές ενέργειες των εναγομένων, ορθά τις ως άνω διατάξεις εφάρμοσε και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, συνακολούθως ο πρώτος λόγος της έφεσής, με τον οποίο ο ενάγων, υποστηρίζει ότι η αξίωσή του έχει βάση αδικοπραξίες οι οποίες επαναλαμβανόταν από τους εναγόμενους συνεχώς από το έτος 2000 έως το έτος 2013, με συνέπεια η αδικοπρακτική συμπεριφορά τους να αναγεννάται συνεχώς και ότι ο χρόνος της παραγραφής άρχισε από την τελευταία παράνομη πράξη των εναγομένων, η οποία τελέστηκε το έτος 2013, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, σύμφωνα μ’ όσα προαναφέρθηκαν στη σχετική μείζονα σκέψη, διότι σε εξακολουθητική ζημία, όπως εν προκειμένω, η αξίωση αποζημίωσης δεν αναγεννάται εξακολουθητικά, αλλά η αξίωση γεννάται εξ αρχής και η παραγραφή για κάθε πράξη κρίνεται χωριστά και αρχίζει από τη γνώση του υπαιτίου και των επιζήμιων συνεπειών της πράξης.

Περαιτέρω, ως τις λοιπές επικαλούμενες από τον ενάγοντα αδικοπρακτικές ενέργειες των εναγομένων, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: Εξαιτίας της κατάθεσης του Θ. Χ., στις 9.5.2006, ενώπιον του Β’ Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατ’ αυτού για ψευδορκία μάρτυρα και κατά του ενάγοντος για ηθική αυτουργία στην παραπάνω πράξη. Στο πλαίσιο της δίκης αυτής, στις 9.10.2009, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, κατέθεσε ως μάρτυρας ο τέταρτος εναγόμενος, οποίος κατέθεσε ότι ο αδελφός του πιέστηκε από τον ενάγοντα προκειμένου να αλλάξει την κατάθεσή του ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να πει ότι δεν ήταν παρών στις συναντήσεις του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων με τον ενάγοντα. Συγκεκριμένα, κατέθεσε ότι ο ενάγων είπε στον αδελφό του "Θέλω να αλλάξεις κατάθεση, αν δεν αλλάξεις κατάθεση, θα σε βγάλω έξω" και ο αδερφός του δέχθηκε διότι δεν ήθελε να χάσει την επαγγελματική στέγη, την οποία μίσθωνε από τον ενάγοντα. Ανέφερε επίσης ότι ο τόκος ήταν 4% το μήνα. Εν συνεχεία εξετάσθηκε ο τρίτος εναγόμενος, ως πολιτικώς ενάγων, ο οποίος ανέφερε ότι ο Θ. Χ. κατέθεσε ότι είχαν μια συνάντηση για να ρίξουν το επιτόκιο, ότι ήθελαν να κατεβάσουν το 4%. Ότι έδωσαν στον ενάγοντα 11.000.000 δρχ. με αποδείξεις και 750.000 δραχμές στο χέρι χωρίς αποδείξεις και 5.000.000 δρχ. σταδιακά. Ότι στη σχετική συνάντηση ήταν ο Θ. Χ. και ότι ο ενάγων παραδέχθηκε ότι έλαβε 5.000.000 δραχμές, επιπλέον κατέθεσε ότι το επιτόκιο ήταν δυσβάσταχτο. Επιπλέον κατέθεσε: "Το 2005 πήρε ο Θ. Χ. τον αδερφό μου και του είπε ότι ο Γ. τον πίεζε να αλλάξει κατάθεση....Μετά άρχισαν οι εκβιασμοί. Ο Θ. Χ. έδωσε ένορκη βεβαίωση και στο Ειρηνοδικείο που άλλαζε την κατάθεση του όχι με τη θέληση του φυσικά". Επιπλέον, ως μάρτυρας κατέθεσε και ο δεύτερος εναγόμενος ο οποίος είπε "...Τον Μάϊο του έτους 2005 μου τηλεφώνησε ο Θ. Χ. και μου είπε ότι τον απειλεί και ότι θα αλλάξει την κατάθεση του... Μού είπε ότι ο Γ. του είπε να πει ότι δεν ξέρει τίποτε για τα 5.000.000 δραχμές. Το επιτόκιο ήταν τοκογλυφικό.... Ο Θ.Χ. άκουσε ότι θέλαμε να κατεβάσουμε το 4%. Στο Εφετείο Θεσσαλονίκης κατέθεσε ότι δεν ήταν παρών στις συμφωνίες...Μέχρι το 2006 κατέθετε ότι αποδέχθηκε ενώπιον του ο Γ. ότι πήρε τα χρήματα...Αυτά τα 5.000.000 δρχ. αφορούσαν τοκογλυφικούς τόκους..". Στη δίκη αυτή ο ενάγων, με την με αριθ. 1731/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, καταδικάσθηκε για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Στη συνέχεια, κατόπιν έφεσης εκ μέρους του, η υπόθεση εκδικάστηκε από το Α’ Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπου κατέθεσαν ως μάρτυρες οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος εναγόμενοι. Ο τέταρτος εναγόμενος κατέθεσε ενώπιον ίου Εφετείου σχετικά με την αλλαγή της κατάθεσης του αδελφού του και είπε: "...ο κατηγορούμενος μου είπε ότι αν δεν αλλάξει κατάθεση ο αδελφός σου θα σε βγάλω έξω. Ο αδελφός μου τον είχε ανάγκη και έκανε ότι του έλεγε. Είχε πάρει το δικό μας μαγαζί με πλειστηριασμό και ήμασταν ενοικιαστές...Ο αδελφός μου ήταν παρών όταν έκαναν συναντήσεις με τους αδελφούς Ν.. ...Ο αδελφός μου δεν άλλαξε από μόνος του κατάθεση. Είμαι κατηγορηματικός ότι πιέστηκε γι’ αυτό από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος ήρθε στο γραφείο το 2005 για την αλλαγή της κατάθεσης...". Στη συνέχεια κατέθεσε ως μάρτυρας ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος αναφέρθηκε στο ποσό των χρημάτων που δανείστηκαν και ότι το επιτόκιο ήταν 4% το μήνα και 48% το χρόνο και ότι έδωσαν 27.000.000 δραχμές. Επιπλέον είπε: " Στη συνάντηση που είχαν και ήταν παρόντες ο αδελφός μου, ο Κ. και ο Θ. Χ., ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι πήρε τα 5.000.000 δραχμές....Ο αδερφός μου είπε ότι ο Θ. θα αλλάξει την κατάθεση του γιατί απειλείται από τον κατηγορούμενο. Σε συνάντηση που είχαμε εγώ, ο Θ. Χ. και ο αδελφός μου το 2005, στο γραφείο του δικηγόρου, ο δικηγόρος είπε στο Χ. ότι θα έχει συνέπειες αν ανακαλέσει την κατάθεσή του και είπε ότι απειλούταν και ότι ο κατηγορούμενος θα; τον πετούσε έξω από το μαγαζί και δεν είχε που να ο πάει...". Ο δεύτερος εναγόμενος κατέθεσε ως πολιτικώς ενάγων τα εξής: "...Ο Θ. Χ. ήταν παρών μόνο στη συνάντηση για το επιτόκιο. Το 2005 δέχθηκε εκβιασμό για να αλλάξει την κατάθεση του μου είπε "τι να κάνω, με απειλεί, με εκβιάζει ότι θα μας πετάξει έξω αν δεν αλλάξω την κατάθεσή μου" Στη συνάντηση ενώπιον του δικηγόρου εγώ τον συμβούλεψα να μην αλλάξει την κατάθεσή του. Εκείνος είπε ότι δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς γιατί θα τον πετούσε έξω ο κατηγορούμενος". Το ως άνω Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Α’ Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης) εξέδωσε την με αριθμ. 379/2013 απόφασή του, με την οποία ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος, καθόσον κρίθηκε ότι το κατατεθέν από τον Θ. Χ., ότι άκουσε ότι ο πολιτικώς ενάγων εκτός από τα χρήματα που κατέθεσε στην τράπεζα έδωσε εξωτραπεζικά στον κατηγορούμενο και άλλα 5.000.000 δραχμές σε μετρητά, ανταποκρίνεται στην αλήθεια, καθώς από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείχθηκε ότι ο Θ. Χ. δεν ήταν παρών σε καμία οικονομική συναλλαγή, αλλά το γεγονός αυτό άκουσε από τον κατηγορούμενο (εν προκειμένω ενάγοντα) και κατά συνέπεια, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι τελέστηκε η ψευδορκία, δεν νοείται ηθική αυτουργία σε αυτή. Κατά την ως άνω ακροαματική διαδικασία οι εναγόμενοι εξεταζόμενοι ως μάρτυρες αναφέρθηκαν στη συμβατική σχέση των αδερφών Ν. με τον ενάγοντα και στο ότι ο ενάγων είχε επιβάλει τοκοφλυγικούς τόκους. Ωστόσο, τα γεγονότα που επικαλέστηκαν δεν ήταν ψευδή, διότι είχε ήδη εκδοθεί η προαναφερόμενη με αριθμ. 2868/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι για το ποσό που δανείστηκαν οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι συμφωνήθηκε επιτόκιο 48% ετησίως, το οποίο υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο την εποχή εκείνη, δηλαδή 32% τον Ιανουάριο του έτους 1995 και 27% τον Αύγουστο του ίδιου έτους, χρονικά διαστήματα κατά τα οποία δανείστηκαν χρήματα οι εναγόμενοι. Σημειωτέον ότι η ανωτέρω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η ασκηθείσα κατ’ αυτής αναίρεση απορρίφθηκε με την με αριθ. 1051/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι ο ενάγων αθωώθηκε για την πράξη της τοκογλυφίας κατ’ επάγγελμα, με την με αριθμ. 1597/2006 απόφαση του Β’ Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεδομένου το Δικαστήριο κήρυξε τον ενάγοντα αθώο λόγω αμφιβολιών, διότι δεν αποδείχθηκε το ειδικότερο περιεχόμενο της συμφωνίας του με τους εναγομένους. Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα. Επιπλέον, αναφορικά με το θέμα αν ο Θ. Χ. άλλαξε την κατάθεσή του πιεζόμενος από τον ενάγοντα, εξεταζόμενος την 9-5-2006 ενώπιον, του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Στις παραπάνω αναφερόμενες, δίκες, που ακολούθησαν εξαιτίας αυτής της κατάθεσης, οι δεύτερος και τρίτος. εναγόμενοι κατέθεσαν ότι ο ενάγων απείλησε τον αποθανόντα Θ. Χ. να αλλάξει την κατάθεσή του, και όσα αυτοί κατέθεσαν σχετικά, με το θέμα, όπως οι ίδιοι αναφέρουν στις καταθέσεις τους, το έμαθαν από τον ίδιο το Θ. Χ. (βλ. καταθέσεις αυτών στα με αριθ. 1731/2009 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών και στα με αριθ.379/2013 πρακτικά και απόφαση του Α Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης), ενώ δεν μπορούσαν να έχουν αντίθετη πληροφόρηση από άλλη πηγή.

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι κατέθεσαν στις ως άνω δίκες ψευδώς. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος εναγόμενος, ενώπιον των ίδιων ως άνω δύο Δικαστηρίων κατέθεσε ψευδώς αναφερόμενος σε απειλές του ενάγοντος κατά του ίδιου και του αδερφού του. Τούτο, διότι δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ότι οι συζητήσεις αυτές, στις οποίες αναφέρεται, δεν έλαβαν χώρα. Τα ανωτέρω ενισχύονται τόσο από την κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων, Ι. Χ., υιού του αποθανόντος Θ.υ Χ., στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος κατηγορηματικά κατέθεσε ότι ο πατέρας του τού είπε ότι, ο ενάγων τον εξεβίαζε προκειμένου να αλλάξει την κατάθεση του, όσο και από την απολογία του ίδιου του Θ. Χ., ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, ο οποίος είπε: "Με πλησίασε ο Γ. και μού είπε να αλλάξω την κατάθεση μου το 2004-2005. Να αλλάξω την κατάθεση στο ότι δεν ήμουν παρών και ότι δεν το είπε μπροστά μου ο Γ.. Δεν ήμουνα παρών. Γενικά το άκουσα ότι οι αδελφοί Ν. έδωσαν 5.000.000 δραχμές....Το είπε ότι θα με βγάλει από το μαγαζί. Κάπου είχε δίκιο αφού με άφηνε στο μαγαζί. Ήταν ψέμα αρχικά που κατέθεσα ότι άκουσα από τον Γ."; Επιπλέον, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματoς της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται άμεσος δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης), ότι η ανακοίνωση ή καταμήνυση είναι ψευδής. Στην προκειμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικά η τέλεση του ανωτέρω εγκλήματος από τους εναγόμενους, καθόσον δεν αποδείχθηκε τέτοια γνώση αυτών. Περαιτέρω, οι εκ μέρους των εναγομένων καταθέσεις σε βάρος του ενάγοντος για τις πράξεις της τοκογλυφίας και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία που του προσάπτουν τα ανωτέρω σοβαρής ηθικής απαξίας αδικήματα, ως ισχυρισμός γεγονότων, ήταν αντικειμενικώς ικανά να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και την εν γένει προσωπικότητά του, οι δε εναγόμενοι γνώριζαν ότι αυτά ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αφού εμπεριέχουν αμφισβήτηση της ηθικής υπόστασης του τελευταίου. Επομένως, τέλεσαν σε βάρος του ενάγοντος το αδίκημα της απλής δυσφήμησης. Ωστόσο, οι πράξεις του τελέστηκαν σε εκτέλεση νομίμου καθήκοντος αφού τα ανωτέρω ειπώθηκαν στο πλαίσιο της εξέτασής τους ως μαρτύρων ενώπιον των προαναφερόμενων ποινικών δικαστηρίων, τα κατατεθέντα δε από αυτούς, δεν υπερέβαιναν στη συγκεκριμένη περίπτωση, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο για την άσκηση του εν λόγω καθήκοντος τους. Επιπλέον, υπό τις περιστάσεις που τελέστηκαν οι ανωτέρω πράξεις από τους εναγόμενους, ως μαρτύρων ενώπιον των προαναφερόμενων ποινικών δικαστηρίων, δεν προκύπτει ότι ο σκοπός τους ήταν η προσβολή της τιμής και της αξιοπρέπειας του ενάγοντος, αλλά αυτοί ενήργησαν αποκλειστικά στο πλαίσιο του νομίμου καθήκοντος μαρτυρίας τους. Τέλος, δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι οι αναγόμενοι ισχυριζόταν ενώπιον τρίτων και δη στην κοινωνία των Σερρών ότι ο ενάγων είναι τοκογλύφος, προσβάλλοντας την τιμή και την υπόληψή του, καθόσον ουδείς μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον των ως άνω Δικαστηρίων συγκεκριμένο γεγονός περί αυτού. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ως ουσία βάσιμο σχετικό ισχυρισμό των εναγομένων, ότι δηλαδή οι ως άνω πράξεις τους έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση νομίμου καθήκοντος των, που πρωτόδικα απ’ αυτούς προβλήθηκε νόμιμα (άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.) και συνακόλουθα απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως ουσία αβάσιμη, ορθά την ως άνω διάταξη εφάρμοσε και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων, με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 ΑΚ, 361, 362, 363, 367 ΠΚ, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα α) της μη τελέσεως εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων της δια αυτοτελούς βάσεως τη ενδίκου αγωγής, επικαλουμένης από τους αναιρεσιβλήτους αδικοπραξίας (της συκοφαντικής δυσφημήσεως) συνισταμένης στον ισχυρισμό αυτόν περί διαπράξεως από τον αναιρεσείοντα των αδικημάτων της τοκογλυφίας, εκβιάσεως και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία, την οποία, λαβούσα υπόψη και ερευνήσασα η προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμη κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτά, μη θεμελιουμένης συνακολούθως της από το αρθ. 555 αρ. 8 ΚΠολΔ προβαλλομένης αιτιάσεως, (Ολ. ΑΠ 25/2003), β) της μη τελέσεως από τους αναιρεσιβλήτους (Ολ. ΑΠ 25/2003) των αδικημάτων της ψευδορκίας και της ψευδούς καταμηνύσεως, γ) της καταφάσεως της προβληθείσας (κατ’ ένσταση) από τους αναιρεσιβλήτους περιπτώσεως άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της επιδειχθείσας συμπεριφοράς τους, η οποία κρίθηκε αφενός ότι φέρει το χαρακτήρα της απλής δυσφημήσεως και αφετέρου ότι εγένετο από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και δ) της τη μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της περί υπάρξεως σκοπού εξυβρίσεως αντενστάσεως του άρθρου 367 παρ. 2β ΠΚ δεχθείσα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου. Ι) Ως προς το ως άνω υπό στοιχ. β ζήτημα τη μη διάπραξη εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου των αδικημάτων της ψευδορκίας και της ψευδούς καταμηνύσεως και συνακολούθως της μη θεμελιώσεως των αποδιδομένων από τον αναιρεσείοντα στους τελευταίους συναφών αδικοπραξιών με την υποστηρίζοντα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι: "Κατά την ακροαματική διαδικασία οι εναγόμενοι εξεταζόμενοι ως μάρτυρες αναφέρθηκαν στη συμβατική σχέση των αδερφών Ν. με τον ενάγοντα και στο ότι ο ενάγων είχε επιβάλει τοκογλυφικούς τόκους. Ωστόσο, τα γεγονότα που επικαλέστηκαν δεν ήταν ψευδή, διότι είχε ήδη εκδοθεί η προαναφερόμενη με αριθμ. 2868/2007) απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία κρίθηκε ότι για το ποσό που δανείστηκαν οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι συμφωνήθηκε επιτόκιο 48% ετησίως, το οποίο υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο την εποχή εκείνη, δηλαδή 32% τον Ιανουάριο του έτους 1995 και 27% τον Αύγουστο του ίδιου έτους, χρονικά διαστήματα κατά τα οποία δανείστηκαν χρήματα οι εναγόμενοι. Σημειωτέοι ότι η ανωτέρω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η ασκηθείσα κατ’ αυτής αναίρεση απορρίφθηκε με την με αριθ. 1051/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι ο ενάγων αθωώθηκε για την πράξη της τοκογλυφίας κατ’ επάγγελμα, με την αριθμ. 1597/2006 απόφαση του Β’ Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεδομένου το Δικαστήριο κήρυξε τον ενάγοντα αθώο λόγω αμφιβολιών, διότι δεν αποδείχθηκε το ειδικότερο περιεχόμενο της συμφωνίας του με τους εναγομένους. Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ενώπιον τρίτων (εν γνώσει τους) ψευδή γεγονότα....Επί πλέον αναφορικά με το θέμα αν ο Θ. Χ. άλλαξε την κατάθεσή του πιεζόμενος από τον ενάγοντα, εξεταζόμενος την 9.5.2006 ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Στις παραπάνω αναφερόμενες δίκες, που ακολούθησαν εξαιτίας αυτής της κατάθεσης, οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι κατέθεσαν ότι ο ενάγων απείλησε τον αποθανόντα Θ. Χ. να αλλάξει την κατάθεση του, και όσα αυτοί κατέθεσαν σχετικά με το θέμα, όπως οι ίδιοι αναφέρουν στις καταθέσεις του, το έμαθαν από τον ίδιο το Θ. Χ. (βλ. καταθέσεις αυτών στα με αριθ. 1731/2009 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών και στα με αριθ. 379/2013 πρακτικά και απ’ φοαση του Α’ Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης), ενώ δεν μπορούσαν να έχουν αντίθετη πληροφόρηση από άλλη πηγή.

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι κατέθεσαν στις άνω δίκες (εν γνώσει τους/ψευδώς). Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος εναγόμενος, ενώπιον των ίδιων ως άνω δύο Δικαστηρίων κατέθεσε ψευδώς αναφερόμενος σε απειλές του ενάγοντος κατά του ίδιου και του αδερφού του. Τούτο, διότι δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ότι οι συζητήσεις αυτές, στις οποίες αναφέρεται, δεν έλαβαν χώρα. Τα ανωτέρω ενισχύονται τόσο από την κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων, Ι. Χ., υιού του αποθανόντος Θ. Χ., στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος κατηγορηματικά κατάθεσε ότι ο πατέρας του είπε ότι, ο ενάγων τον εξεβίαζε προκειμένου να αλλάξει την κατάθεσή του, όσο και από την απολογία του ίδιου του Θ. Χ., ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, ο οποίος είπε: "Με πλησίασε ο Γ. και μου είπε να αλλάξω την κατάθεση μου το 2004-2005. Να αλλάξω την κατάθεση στο ότι δεν ήμουν παρών και ότι δεν το είπε μπροστά μου ο Γ.. Δεν ήμουνα παρών. Γενικά το άκουσα ότι οι αδελφοί Ν. έδωσαν 5.000.000 δραχμές....Το είπε ότι θα με βγάλει από το μαγαζί. Κάπου είχε δίκιο αφού με άφηνε στο μαγαζί. Ήταν ψέμα αρχικά που κατέθεσα ότι άκουσα από τον Γ.". Επιπλέον, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται άμεσος δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης), ότι η ανακοίνωση ή καταμήνυση είναι ψευδής. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικά η τέλεση του ανωτέρω εγκλήματος από τους εναγόμενους, καθόσον δεν αποδείχθηκε τέτοια γνώση αυτών".

ΙΙ) Ως προς το υπό στοιχ. Γ’ ζήτημα αφενός την τέλεση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων του αδικήματος της δυσφημήσεως και αφετέρου τη συνδρομή της επικληθείσης προς θεμελίωση της ως άνω το άρθρο 367 παρ. 1 εδαφ. γ ΠΚ ενστάσεως, περιπτώσεως άρσεως του άδικου χαρακτήρα της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων με την υποστηρίζουσα τις παραδοχές αυτές (ορθή) αιτιολογία ότι "οι εκ μέρους των εναγομένων καταθέσεις σε βάρος του ενάγοντος για τις πράξεις της τοκογλυφίας και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία που του προσάπτουν τα ανωτέρω σοβαρής ηθικής απαξίας αδικήματα, ως ισχυρισμός γεγονότων, ήταν αντικειμενικώς ικανά να προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και την εν γένει προσωπικότητά του, οι δε εναγόμενοι γνώριζαν ότι αυτά ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αφού εμπεριέχουν αμφισβήτηση της ηθικής υπόστασης του τελευταίου. Επομένως, τέλεσαν σε βάρος του ενάγοντος το αδίκημα της απλής δυσφήμησης. Ωστόσο, οι πράξεις τους τελέστηκαν σε εκτέλεση νομίμου καθήκοντος αφού τα ανωτέρω ειπώθηκαν στο πλαίσιο της εξέτασής τους ως μαρτύρων ενώπιον των προαναφερόμενων ποινικών δικαστηρίων, και

ΙΙΙ) ως προς το υπό στοιχείο δ, τέλος ζήτημα (δεχθείσα) τη μη συνδρομή της, κατ’ αντένσταση, από τον αναιρεσείοντα προταθείσας περιπτώσεως αποκλεισμού της προβληθείσας ως άνω ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι τα κατατεθέντα από αυτούς, δεν υπερέβαιναν στη συγκεκριμένη περίπτωση, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο για την άσκηση του εν λόγω καθήκοντός τους. Επιπλέον, υπό τις περιστάσεις που τελέστηκαν οι ανωτέρω πράξεις από τους εναγόμενους, ως μαρτύρων ενώπιον των προαναφερόμενων ποινικών δικαστηρίων, δεν προκύπτει ότι ο σκοπός τους ήταν η προσβολή της τιμής και της αξιοπρέπειας του ενάγοντος, αλλά αυτοί ενήργησαν αποκλειστικά στο πλαίσιο του νόμιμου καθήκοντος μαρτυρίας τους".

Υπό τις ως άνω πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες οι προβαλλόμενες (από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) αιτιάσεις.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 937 §1 ΑΚ η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι υπέφυγαν στην από την ως άνω διάταξη προβλεπομένη πενταετή παραγραφή οι κατ’ την 31.1.2013 και 1.2.2013 τελεσθείσες σε βάρος του (αναιρεσείοντος) από τον αναιρεσίβλητο αδικοπραξίας (ψευδής καταμήνυση συκοφαντική δυσφήμιση) παρόλο που από την (κατά τον παραπάνω χρόνο) έναρξη της παραγραφής μέχρι την κατά την 17.6.2013 λάβουσα χώρα επίδοση της ενδίκου αγωγής δεν είχε διαδράμει χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στη εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκανε ως παραγεγραμμένες τις επικαλούμενες με τον ως άνω αναιρετικό λόγο αδικοπραξίας, η οποία όμως (προϋπόθεση) δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ιδίως από την παραδοχή αυτής ότι... "Επομένως οποιαδήποτε αξίωση του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως εκ μέρους του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου), σε βάρος του που έλαβαν χώρα από το έτος 2000 μέχρι το 2007 έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ αφού η υπό κρίση αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους την 17.6.2013" προκύπτει ότι η περί παραγραφής κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αναφέρεται στις κατά την 31.1.2013 και 1.2.2013 φερόμενες ως τελεσθείσες σε βάρος του αναιρεσείοντος αδικοπραξίες όπως αβασίμως επικαλείται, ο αναιρεσείων, απλά στην επιδειχθείσα από τους αναιρεσιβλήτους αδικοπρακτική, σε βάρος του αναιρεσείοντος, συμπεριφορά κατά το χρονικό διάστημα 2000-2007.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό, αναφορικά με την ανάγνωση του εγγράφου, λάθος με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προσβαλλόμενο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου πρέπει να παρατίθεται κατ’ λέξη στο αναιρετήριο δικόγραφο (ΑΠ 333/11), όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 577/2015, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1401/20???, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 527/2008).

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της νομίμως, μετ’ επικλήσεως, προσκομισθείσας από τον ίδιο προς απόδειξη της βασιμότητας της αγωγικής του αξιώσεως υπ’ αριθμ. 379/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τη διαλαμβανομένη σ’ αυτήν ένορκη κατάθεση του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων - (εναγομένου) παραλείποντας την ανάγνωση των αναφερόμενων στον προβαλλόμενο ως άνω λόγο, κρισίμων για την ευδοκίμηση της αγωγικής του αξιώσεως, περικοπών της παραπάνω καταθέσεως. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ανεξάρτητα από την αοριστία του, που απορρέει από τη μη καταχώρηση στο αναιρετήριο δικόγραφο ολόκληρης της καταθέσεως του ως άνω τέταρτου των αναιρεσιβλήτων (όπως θα έπρεπε για την πληρότητά του, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη), αλλά μόνο ορισμένων περικοπών αυτής, των οποίων η ανάγνωση φέρεται κατά τον αναιρεσείοντα ότι παραλείφθηκε, ως αβάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε ύστερα από τη συνεκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων και συνακόλουθα και του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, στο οποίο όμως δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο και το οποίο δεν εξαίρει αλλά απλώς αναφέρει.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 του 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την (από 14.11.2016 και με αριθμ. Καταθ. …16) αίτηση αναιρέσεως της 524/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ