Legislator Case Law & Legislation
265/2017 AI generated

265/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 265/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 265 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

265/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 265 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 265 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 265/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. συζύγου Χ. Φ., το γένος Α. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ματέλλα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Πιστικό και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19125/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1317/2014 μη οριστική και 2540/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/12/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 4/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι’ αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτίμησής του (ΑΠ 907/2006, ΑΠ 419/2004). Ούτε, δε, ιδρύει το λόγο αυτό η μη διάκριση στην απόφαση ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς άμεση απόδειξη, με την έννοια των λοιπών προβλεπομένων αμέσως από το νόμο επωνύμων αποδεικτικών μέσων και ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς έμμεση απόδειξη, με την έννοια του ιδιαίτερα προβλεπομένου (άρθρο 339 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ) αποδεικτικού μέσου των δικαστικών τεκμηρίων και όχι της έμμεσης συναγωγής του αποδεικτικού πορίσματος, αφού τούτο μπορεί να συναχθεί και αμέσως από τα δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 168/2015, ΑΠ81/2007, ΑΠ 479/10).

Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων καθόσον "παντελώς αντιφατικά και άνευ οιασδήποτε αιτιολογίας θεώρησε ως μη αξιόπιστες την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως Χ. Φ. (θυγατέρας μου) όσο και αυτή του μάρτυρα Χ. Φ. (συζύγου μου), ενώ ο μάρτυρας του αντιδίκου μου (Γ. Χ.), επί του οποίου βασίστηκε η κρίση της προσβαλλομένης, αποδείχθηκε πλήρως αναξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, αφού επιστρατεύθηκε από τον εργοδότη του, όντας υπάλληλός του, προκειμένου να καταθέσει όλα όσα ο αντίδικός μου του υπέδειξε ...", κρίνεται απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους της γενομένης αξιολόγησης [όπως εσφαλμένως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα] μη δυναμένης, συνακολούθως, της θεμελιώσεως ούτε της από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτιάσεως, ενόψει του ότι η επικαλουμένη ως άνω έλλειψη αφορά στη μη καθιδρύουσα τον παραπάνω αναιρετικό λόγο (559 αρ. 19) εκτίμηση του εκ των αποδείξεων εξαχθέντος αποδεικτικού πορίσματος, ως προς τη σαφήνεια του οποίου δεν προβάλλεται καμμία αιτίαση (Ολ. ΑΠ 1/99, ΑΠ 1300/2008, ΑΠ 229/2009). Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του αρθρ. 352 ΚΠολΔ κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, ως προς το οποίο ο αντίδικος του έχει το δικονομικό βάρος της επίκλησης και της απόδειξης του (ΑΠ 137/2012, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 814/2011, ΑΠ 158/2009). Κατά την διάταξη δε του άρθρου 354 του αυτού Κώδικα, όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, η δικαστική αλλά και εξώδικη ομολογία μπορεί να ανακληθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, μη υποκειμένη σε οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό, ούτε εκ της, ως άνω, διατάξεως του άρθρου 354, αλλά ούτε και εκ των διατάξεων των άρθρων 269, 527 του ΚΠολΔ, διότι η ανάκληση της ομολογίας "δεν ενέχει προβολή νέου πραγματικού ισχυρισμού" με την έννοια των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, ώστε να υπόκειται στους χρονικούς περιορισμούς των άρθρων αυτών. Επομένως, αυτή μπορεί να ανακληθεί και ενώπιον του Εφετείου, με δήλωση του ομολογήσαντος, η οποία περιέχεται στην έφεση ή στο δικόγραφο προσθέτων λόγων εφέσεως ή στις προτάσεις αδιαφόρως αν έγινε ή όχι επίκληση από τον αντίδικο του ομολογούντος. Μετά την ανάκληση της ομολογίας, δηλαδή την απόδειξη ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, παύει να αποτελεί απόδειξη κατά του διαδίκου που προέβη σ’ αυτή και κατ’ ακολουθίαν να είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, επερχόμενης ανατροπής των δικονομικών συνεπειών της (ΑΠ 319/2015, ΑΠ 1176/2009, ΑΠ 1414/2007, ΑΠ 255/2003, ΑΠ184/2001). Εξάλλου, η ανάκληση της δικαστικής ή της εξώδικης ομολογίας επιφέρει την αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αφού ο ανακαλέσας είναι πλέον υποχρεωμένος, κατά το άρθρο 354 ΚΠολΔ, να αποδείξει ότι η ομολογία του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η απόδειξη αυτή γίνεται με βάση μόνο τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ενόψει της υποχρέωσης του ανακαλούντος προς προαπόδειξη (ΑΠ 1648/2000).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π.). Μόνο αν, από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αμφίβολο (Ολ. Α.Π. 2/2008) ή, κατ’ άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π. 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρ. 559 περ. 11γ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 87, 483, 495, 1461/13).

Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ (και όχι 8) ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη την απ’ αυτήν νομίμως επικληθείσα και με την προσκομιδή της 62/4/2013 αποφάσεως του Πολ/λους Πρωτ. Θεσ/νίκης αποδεικνυομένη εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου αναφορικά με την απόδειξη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματος της μη καταρτίσεως των με το αγωγικό δικόγραφο του αναιρεσιβλήτου επικαλουμένων ένδικων δανειακών συμβάσεων. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η τελευταία δέχθηκε, με μη προσβαλλομένη με σχετικό αναιρετικό λόγο ρητή παραδοχή, νομότυπη, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ανάκληση (ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου) της επικληθείσας εξώδικου ομολογίας του αναιρεσιβλήτου, η οποία συνακολούθως, ορθώς δεν λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός της.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-12-2014 και με αριθμ. καταθ. …/2014 αίτηση αναιρέσεως της 2540/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ