Legislator Case Law & Legislation
265/2015 AI generated

265/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 265/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/2/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7296/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3129/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/7/2014 αίτησή τους και τους από 13/1/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

265/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες [ΑΠ 622/1983]. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες [ΑΠ 413/1993].

Keywords

AI generated
false medical certificate psychiatric reassessment psychiatric conditions medical practitioner decisions on medical matters deficient medical expertise
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 265 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 265/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α., κατοίκου ..., 2) Κ. Μ., κατοίκου ..., 3) Α. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλαβρό και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/2/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7296/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3129/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/7/2014 αίτησή τους και τους από 13/1/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 2/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 3/7/2014 αίτησης και του από 13/1/2015 δικογράφου προσθέτων λόγων των Α. Α., Κ. Μ. και Α. Λ. κατά του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμό 3129/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι] Με τα κρινόμενα αίτηση αναίρεσης και δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμό 3129/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία συνεκδίκασε και έκανε τυπικά δεκτές τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων και δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου και στη συνέχεια, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 7296/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της από 22-2-2006 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες (εναγομένους) να καταβάλουν εις ολόκληρον στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) το χρηματικό ποσό των 50.000 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και επιπλέον αναγνώρισε, ότι οι αναιρεσείοντες (εναγόμενοι) οφείλουν, να καταβάλουν εις ολόκληρον στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) το χρηματικό ποσό των 25.000 € με το νόμιμο τόκο ομοίως από την επίδοση της αγωγής.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ], είναι παραδεκτή [άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ]. Με την εν λόγω αίτηση πρέπει να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν περαιτέρω και οι νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθέντες (άρθρ. 569 § 2 ΚΠολΔ) από 13-1-2015 και με αριθμό κατάθεσης 11/14-1-2015 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που άσκησαν οι αναιρεσείοντες.

ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ΟλΑΠ 4/2014, 7/2006, 4/2005].

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας], ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του [ανεπαρκής αιτιολογία] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία] [ΟλΑΠ 1/1999].

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες [ΑΠ 622/1983]. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες [ΑΠ 413/1993].

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην έκθεση, ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες [ΟλΑΠ 861/1984], δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε [ΑΠ 1547/1997].

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος [ΑΠ 465/1988].

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 1987/2007].

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα [άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού].

Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Άλλωστε, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του.

Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας [ΟλΑΠ 812/1980, ΑΠ 1599/2000, ΑΠ 1735/2009]. Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε, ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:

α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο.

Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή, μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α’- δ’ ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ’ και δ’). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57 - 59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων [με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2], αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κτλ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου [ΑΠ 109/2012], περιστατικά που προτείνονται κατ' αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "...

ο ενάγων είναι ιατρός χειρουργός, ειδικευμένος στη Χειρουργική Ογκολογία και άμισθος επίκουρος Καθηγητής Χειρουργικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με πλούσιο δημοσιευμένο επιστημονικό έργο [εκατοντάδες δημοσιεύσεις στο διεθνή και ελληνικό επιστημονικό τύπο, ανακοινώσεις σε συνέδρια, διαλέξεις κλπ].

Πριν από το διορισμό του σε νοσοκομεία του ΕΣΥ είχε εργασθεί τόσο ως ερευνητής όσο και διαδοχικά ως υπεύθυνος χειρουργός. Επίκουρος και μετέπειτα Αναπληρωτής Καθηγητής, Επισκέπτης Καθηγητής και Διευθυντής σε διάφορα μεγάλα νοσοκομεία της Νέας Υόρκης των ΗΠΑ επί σειρά ετών. Από το 1986 διετέλεσε Διευθυντής Χειρουργικών Τμημάτων Νοσοκομείων του ΕΣΥ και το 1989 έγινε Διευθυντής του Β' Χειρουργικού Τμήματος του Αντικαρκινικού Νοσοκομείου Πειραιά "Μεταξά".

Οι εναγόμενοι είναι επίσης ιατροί και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Διευθυντές διαφόρων τμημάτων στο ίδιο Νοσοκομείο με διακεκριμένη παρουσία στην ελληνική ιατρική επιστημονική κοινότητα. Συγκεκριμένα, ο πρώτος εναγόμενος υπηρετούσε ως Διευθυντής του Α' Παθολογικού Τμήματος και ήταν Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του Νοσοκομείου και μέλος της επιτροπής ογκολογίας του Κ.Ε.Σ.Υ., ο δεύτερος ως Διευθυντής του Ωτορινολαρυγγολογικού Τμήματος και αιρετός Διευθυντής του Χειρουργικού Τομέα του νοσοκομείου και ο τρίτος ως Διευθυντής του Νευροχειρουργικής Κλινικής του νοσοκομείου, άμισθος επίκουρος Καθηγητής Χειρουργικής και μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Ι.Σ.Α..

Με την υπ' αριθμ. 3/15-12-1994 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Γ.Π.Α.Ν.Π. ΜΕΤΑΞΑ δόθηκε η εντολή στον τρίτο εναγόμενο για τη διενέργεια Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης (ΕΔΕ) σχετικά με τη δυσλειτουργία του Β' Χειρουργικού Τμήματος του νοσοκομείου, κατόπιν καταγγελίας του Επιμελητή Β' του ίδιου Τμήματος Ν.

Π.. Μετά τη διενέργεια της ΕΔΕ συντάχθηκε το από 13-7-1995 πόρισμα του τρίτου εναγομένου, σύμφωνα με το οποίο προέκυψε σωρεία πειθαρχικών παραπτωμάτων του ενάγοντος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Με βάση το πόρισμα αυτό ο ενάγων παραπέμφθηκε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΙΣΑ με τις εξής κατηγορίες: α) της διενέργειας μη ενδεδειγμένων και επωφελών χειρουργικών επεμβάσεων, β) της ανάρμοστης συμπεριφοράς προς τους συναδέλφους και τους συνεργάτες του και γ) της διοικητικής δυσλειτουργίας της Β' Χειρουργικής Κλινικής του Γ.Π.Α.Ν.Π.

Μεταξά, αντιμετωπίζοντας σε περίπτωση καταδικαστικής κρίσης, την ανάκληση της άδειας άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος του. Ειδικά ως προς την πρώτη και βαρύτερη κατηγορία, ο ενάγων παραπέμφθηκε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΙΣΑ (αλλά και στο Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΕΣΥ, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω), προκειμένου να διερευνηθεί η διάπραξη ιατρικών σφαλμάτων στο πλαίσιο διεξαγωγής κάποιων χειρουργικών επεμβάσεων σε βαρέως πάσχοντες καρκινοπαθείς ασθενείς του ενάγοντος, δηλαδή κατά πόσον αυτές, έχοντας ριζικό και επιθετικό χαρακτήρα, ήταν δόκιμες και ενδεδειγμένες.

Στις 22-4-1996 οι εναγόμενοι, απευθυνόμενοι προς τον Πρόεδρο και τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, κατέθεσαν το ακόλουθο υπόμνημα: "Αξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, τις τελευταίες μέρες λάβαμε γνώση της πορείας, που ακολουθεί η παραπομπή του κ. Κ. στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΙΣΑ.

Με όλο το σεβασμό προς το θεσμό που εκπροσωπείτε, οφείλουμε να σας επιστήσουμε την προσοχή σε ορισμένα κύρια, κατά την άποψη μας, σημεία των θέσεων σας: 1. Στον κ. Κ. απαγγέλλονται κατηγορίες για παραπτώματα στα οποία υπέπεσε στο χρονικό διάστημα 8/3/93-21/5/93. 2. Όσον αφορά στις μη ενδεδειγμένες ή/και επωφελείς επεμβάσεις, τις οποίες διενήργησε στο διάστημα 1992-1993, στην ουσία αναφέρεστε στα χρόνια 1989-1993, παραπέμπεται μόνο για έξι (6), οι οποίες θεωρούνται ως ενδεικτικές, ενώ οι υπόλοιπες είκοσι δύο (22), που αναλύονται στην ΕΔΕ, θεωρούνται ως παραγραφείσες.

Επί αυτών έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής: 1. Ως προς το χρονικό διάστημα για την παραγραφή ορισμένων πράξεων του κ. Κ., α. η παραπομπή του στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΙΣΑ έγινε τον Αύγουστο του 1995, η δε ΕΔΕ Λ. περιλαμβάνει περιστατικά από το 1989 έως το 1994. Άρα ακόμη και στην περίπτωση πενταετούς παραγραφής, το κατηγορητήριο θα έπρεπε να αναφέρεται σε περιστατικά από το 1990 και εντεύθεν, β.

οι περιπτώσεις που αφορούν σε επιβίωση ασθενών πρέπει να κρίνονται σφαιρικότερα, ανεξαρτήτως δικονομικών κωλυμάτων, διότι είναι το σύνολο των ιατρικών πράξεων που συνθέτουν την πλήρη εικόνα της χειρουργικής αντίληψης του συγκεκριμένου γιατρού έναντι των καρκινοπαθών των τελικών σταδίων, αλλά και των μη καρκινοπαθών. 2.

Ως προς την επιλογή ορισμένων "ενδεικτικών" επεμβάσεων, α. οι επιλεγείσες επεμβάσεις δεν καλύπτουν όλες τις κατηγορίες ασθενών, όπως αυτές αναλύονται στην ΕΔΕ Λ. και συνεπώς δεν αποδίδεται συνολικά η χειρουργική δραστηριότητα του κ. Κ., β. δεν νοείται η αποσπασματική αντιμετώπιση ιατρικών προβλημάτων αυτού του μεγέθους με βάση ενδεικτικές περιπτώσεις, διότι η πιθανότητα λανθασμένων αποφάσεων αυξάνει δραματικά.

Ωστόσο, και για τις έξι μόνο αυτές περιπτώσεις, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι ο εν λόγω γιατρός ψεύδεται συστηματικά αποσιωπώντας και διαστρεβλώνοντας τα πραγματικά γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν από τα επίσημα έγγραφα του νοσοκομείου. Παρακάτω, σας παραθέτουμε τα συνωδά στοιχεία, τα οποία αντικρούουν τους ισχυρισμούς του κ.

Κ. και αποκαλύπτουν το πραγματικό μέγεθος του "προβλήματος του ιατρού Κ.". Ως προς τα άλλα θέματα δυσλειτουργίας του Β' Χ, τα οποία ο κ. Κ. αντιπαρέρχεται ως αποκυήματα της φαντασίας των διωκτών του, διότι θεωρεί την όλη ιστορία ως μεθόδευση διωγμού του, επιτρέψτε μας να παρατηρήσουμε ότι ήδη από ετών έχουν διεξαχθεί και άλλες ΕΔΕ κατά του κ.

Κ., η δε Επιστημονική Επιτροπή από το 1990 και εντεύθεν έχει κατ' επανάληψη καταδικάσει τόσο τις λειτουργικές όσο και τις χειρουργικές του δραστηριότητες. Και είναι ο μόνος γιατρός του "ΜΕΤΑΞΑ", ο οποίος έχει αντιμετωπίσει τέτοια γενική κατακραυγή από τον ιατρικό κόσμο του νοσοκομείου μας. Ο κ. Κ., προς επίρρωσιν των σαθρών επιχειρημάτων του σχετικά με τη λειτουργία του Β' Χ.

Τμήματος, ανακαλεί την αναφορά της κ. Κ., επιθεωρητού υγείας, η οποία, όπως φαίνεται, τον δικαιώνει για την εν γένει συμπεριφορά του έναντι των συναδέλφων του. Είναι όμως απορίας άξιον, πώς ο κ. Κ. επικαλείται αυτό το κείμενο, το οποίο ουδέποτε κοινοποιήθηκε επίσημα στο νοσοκομείο μας, ή σε άλλο αρμόδιο φορέα, αλλά προφανώς έχει απορριφθεί και τεθεί στο αρχείο από το διατάξαντα τη σύνταξη του Υπουργό Υγείας, εν τη γενέσει του.

Ο κ. Κ. χρησιμοποιεί επίσης κάποια στατιστικά στοιχεία δικής του εμπνεύσεως και ερμηνείας, τα οποία όμως δυστυχώς δεν συμπίπτουν με τα επίσημα στοιχεία των αρμοδίων υπηρεσιών του Νοσοκομείου Μεταξά. Παράλληλα, μας έχει υποβάλει και μηνύσεις στη Δικαιοσύνη, τις οποίες και επικαλείται, στην προσπάθεια του να σας πείσει για "τα δίκαια των θέσεων του".

Θα συνιστούσαμε την υπομονή όλων, ιδιαιτέρως του κ. Κ., μέχρι την οριστική έκβαση αυτών των ενεργειών του. Επειδή θεωρούμε τα σχετικά με τη λειτουργία του Β' Χ Τμήματος επί διευθύνσεως Κ. ήσσονος σημασίας έναντι του μείζονος προβλήματος της χειρουργικής του δραστηριότητας, που είχε ως συνέπεια θανάτους ασθενών, τα παρακάμπτουμε προς το παρόν.

Είμαστε όμως στη διάθεση σας για κάθε περαιτέρω ενημέρωση. Πειραιάς, 18-4-1996. Με εκτίμηση Α. Α. Κ. Μ. Α. Λ. (ακολουθούν υπογραφές)". Ακολούθως προέβησαν σε σχολιασμό των έξι περιπτώσεων χειρουργικών επεμβάσεων που ερευνούσε το Π.Σ., δηλαδή των ασθενών 1) Α. Κ., 2) Κ. Τ., 3) Α. Μ., 4) Ε. Σ., 5) Α. Ζ. και 6) Α. Σ.. Με το ανωτέρω υπόμνημα οι εναγόμενοι, όχι μόνο υπεραμύνθηκαν της βασιμότητας των κατηγοριών, που αντιμετώπιζε ο πειθαρχικά διωκόμενος ενάγων, αλλά επιπρόσθετα επιχείρησαν την επέκταση της σε βάρος του κατηγορίας και σε παραγεγραμμένα παραπτώματα, που επεσήμαινε η ΕΔΕ του τρίτου εναγομένου.

Κρίσιμες για τη διάγνωση της υπό κρίση συμπεριφοράς των εναγομένων είναι οι ακόλουθες περικοπές του υπομνήματος και των συνοδευόντων αυτό εγγράφων αντίστοιχα. Ειδικότερα, με το υπόμνημα υποστήριξαν: "... Ωστόσο, και για τις έξι μόνο αυτές περιπτώσεις, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι ο εν λόγω γιατρός ψεύδεται συστηματικά αποσιωπώντας και διαστρεβλώνοντας τα πραγματικά γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν από τα επίσημα έγγραφα του νοσοκομείου.

Παρακάτω, σας παραθέτουμε τα συνωδά στοιχεία, τα οποία αντικρούουν τους ισχυρισμούς του κ. Κ. και αποκαλύπτουν το πραγματικό μέγεθος του "προβλήματος του ιατρού Κ.", εννοώντας σαφώς, ότι ο ενάγων είναι ψεύτης και η συμπεριφορά του άκρως προβληματική για το νοσοκομείο. Ακολούθως κατά το σχολιασμό των επιμέρους περιπτώσεων ασθενών ισχυρίσθηκαν:

Α) (κατά την ανάπτυξη της περίπτωσης της Α. Κ.) "...το επιχείρημα ότι η ακτινοθεραπεία ήταν απαγορευτική, διότι ο όγκος της μασχάλης γειτόνευε με τα μεγάλα αγγεία της μασχάλης (χωρίς να τα διηθεί) (σελίδα 103, ΕΔΕ Λ. από κατάθεση Κ.), είναι τραγελαφικά ανακριβές και αποδεικνύει την έλλειψη γνώσεως εφαρμογών της ακτινοθεραπείας, πράγμα ανεπίτρεπτο για ογκολόγο χειρουργό, ή ανεπιτυχή προσπάθεια συγκάλυψης της χειρουργικής πράξης.

Συμπερασματικά η άγνοια των "σύγχρονων αυτών γνώσεων" και ιδιαίτερα από "ογκολόγο χειρουργό" είναι εγκληματική", εμφανίζοντας έτσι τον ενάγοντα σαν ανίκανο, επικίνδυνο και εγκληματία γιατρό, Β) (κατά την ανάπτυξη της περίπτωσης του Τ. Κ.) "... Μια απλή ανάγνωση της ιστολογικής έκθεσης θα πείσει τον κάθε αναγνώστη όχι μόνο για τη ματαιότητα της βαρύτατης χειρουργικής πράξης, αλλά για την εκ προθέσεως συντόμευση της ...

μόνιμης ανακούφισης του ατυχούς αρρώστου ...", αποδίδοντάς του με αυτή τη φράση ευθύνη για ανθρωποκτονία από πρόθεση του συγκεκριμένου ασθενούς. Στη συνέχεια, αναφερόμενοι στον ίδιο ασθενή, υποστήριξαν: "Για τον κ. Α. (σημ. τον πρώτο εναγόμενο), ακόμη αναρωτιόμαστε για τους λόγους, για τους οποίους θα πρέπει να κατηγορηθεί.

Ενδεχομένως γιατί παρέπεμψε τον ασθενή στον κ. Κ.. Όπως όμως ρητά και κατηγορηματικά τονίζει ο ίδιος ο κ. Α., η παραπομπή είχε την έννοια της διερεύνησης της ενδεχόμενης χειρουργικής ανακούφισης του κολικού (χολοκυστεκτομή) και όχι βέβαια της "εξεντέρωσής του", εννοώντας ότι η μόνη περίπτωση ευθύνης του πρώτου εναγομένου, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν η εκ μέρους του παραπομπή του ασθενούς στον ενάγοντα για παρακολούθηση, αφού εξαιτίας της μη ενδεδειγμένης επέμβασης, όπως ισχυρίζονται, στην οποία τον υπέβαλε, ο ασθενής απεβίωσε.

Γ) (κατά την ανάπτυξη της περίπτωσης της Α. Μ.) "όλα τα υπόλοιπα δεν χρήζουν ιδιαιτέρου σχολιασμού, λόγω της τραγικότητας της κατάστασης. Εξάλλου η πολύ μεγάλη σειρά παρόμοιων ατυχών "προσωπικών αντιλήψεων" ενός χειρουργού αποδεικνύει την επικινδυνότητα του", εμφανίζοντας τον ενάγοντα για μια ακόμη φορά σαν επικίνδυνο χειρουργό, από τις εσφαλμένες χειρουργικές επεμβάσεις του οποίου έχουν αποβιώσει πολλοί ασθενείς.

Επίσης, μεταξύ των προαναφερομένων συνημμένων εγγράφων συμπεριλαμβάνονταν κάποιες ένορκες καταθέσεις Καθηγητών Χειρουργικής ενώπιον Πταισματοδικών, που είχαν εξετασθεί στο πλαίσιο προκαταρκτικών εξετάσεων σε βάρος του ενάγοντος. Επειδή οι καταθέσεις αυτές ήταν χειρόγραφες, οι εναγόμενοι επιμελήθηκαν τη δακτυλογράφησή τους πριν από την προσκόμισή τους.

Μεταξύ των ανωτέρω καταθέσεων ήταν η από 25-8-1995 ένορκη κατάθεση του Ι. Π., Καθηγητή Χειρουργικής, ενώπιον της 8ης Πταισματοδίκη Πειραιά, κατά την οποία ο μάρτυρας κατέθεσε το από 24-8-1995 έγγραφο υπόμνημά του σχετικά με τις καταγγελίες, που αφορούσαν σε 25 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση από τον ενάγοντα και αναφέρονται στην ΕΔΕ του τρίτου εναγομένου.

Τις καταγγελίες αυτές ο μάρτυρας κατέταξε σε 3 κατηγορίες: "1. Εκείνες για τις οποίες ουδεμία ευθύνη για τον κ. Κ. μπορεί να αποδοθεί, 2. Εκείνες για τις οποίες μπορεί να κατηγορηθεί για αμέλεια και 3. Εκείνες, στις οποίες αμφισβητείται η ένδειξη για χειρουργική επέμβαση ή το είδος της εκτελεσθείσης επεμβάσεως".

Ακολούθως δε εξειδικεύοντας τις επιμέρους περιπτώσεις, με βάση τα στοιχεία που διατέθηκαν σ' αυτόν, δεν εντόπισε καμία μη ενδεδειγμένη επέμβαση εκ μέρους του ενάγοντος. Ενώ λοιπόν ουδεμία μομφή προσήψε ο ανωτέρω μάρτυρας για το δόκιμο των 25 επεμβάσεων, που διενήργησε ο ενάγων, οι εναγόμενοι, στο τέλος του δακτυλογραφημένου κειμένου της από 25-8-1995 κατάθεσης του ανωτέρω μάρτυρα, επεσήμαναν τα εξής: "Ακολουθεί δακτυλογραφημένη αναφορά για 25 ασθενείς της ΕΔΕ, από 7 σελίδες, που επισυνάπτονται.

Τις κατατάσσει (ενν. ο Ι. Π.) δε σε 3 κατηγορίες: 1. εκείνες, για τις οποίες ουδεμία ευθύνη για τον κ. Κ. μπορεί να αποδοθεί, 2. εκείνες για τις οποίες μπορεί να κατηγορηθεί για αμέλεια, και, 3. εκείνες, στις οποίες αμφισβητείται η ένδειξη για χειρουργική επέμβαση ή το είδος της εκτελεσθείσης επεμβάσεως (σημ. η υπογράμμιση έγινε από τους εναγομένους)".

Με τον τρόπο αυτό ήθελαν να δημιουργηθεί η πεπλανημένη εντύπωση στο Π.Σ., ότι ο μάρτυρας έκρινε με τον τρόπο αυτό, σε ποιες περιπτώσεις είχε ευθύνη ο ενάγων, σε ποιες όχι και σε ποιες ήταν αμφισβητούμενη η ευθύνη του, ενώ στην πραγματικότητα ο μάρτυρας απλώς κατέταξε τις σε βάρος του ενάγοντος καταγγελίες σε 3 κατηγορίες και όχι την προσωπική του κρίση σε 3 περιπτώσεις.

Τέλος, κατά την από 31-10-1995 ένορκη εξέταση του Ι. Μ., Καθηγητή Χειρουργικής, ενώπιον της ίδιας ανωτέρω Πταισματοδίκη, ενώ ο μάρτυρας, απαντώντας σε ερώτηση της τελευταίας σχετικά με τη γνώμη του "για την περίπτωση της κ. Χ.", ο μάρτυρας απάντησε "Τα ιατρικά δεδομένα θα πρέπει να περιγραφούν πειστικότερα από τους συνεργάτες του.

Εις την περιγραφή που είδα εις την ΕΔΕ, δεν θεωρώ ότι μπορεί να καταλογισθεί αμέλεια στον κ. Κ.". Οι εναγόμενοι παραποίησαν, κατά τη δακτυλογράφηση, το περιεχόμενο της ανωτέρω κατάθεσης, απαλείφοντας το στερητικό "δεν" από την απάντηση του μάρτυρα, θέλοντας έτσι να καταδείξουν, ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας απέδιδε αμέλεια στο συγκεκριμένο ζήτημα στον ενάγοντα.

Σημειωτέον, ότι το από 18-4-1996 υπόμνημα κατατέθηκε μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, που είχε ολοκληρωθεί με την απολογία του ενάγοντος, το περιεχόμενο δε του υπομνήματος ανάγκασε το Πειθαρχικό Συμβούλιο να συνεχίσει την πειθαρχική διαδικασία, να καλέσει και άλλους μάρτυρες, μεταξύ των οποίων και τους εναγομένους, ακολούθως να καλέσει σε συμπληρωματική απολογία τον ενάγοντα και να εκδοθεί τελικά η απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου με καθυστέρηση πολλών μηνών.

Η προσπάθεια των εναγομένων να επηρεάσουν με το υπόμνημά τους το Πειθαρχικό Συμβούλιο, να προκαταλάβουν την κρίση του, με σαφή σκοπό την καταδίκη του ενάγοντος, έγινε αμέσως αντιληπτή από το ανωτέρω Συμβούλιο, ο Πρόεδρος του οποίου Δ. Κ., απευθυνόμενος προς τον πρώτο εναγόμενο, κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα, χαρακτήρισε το συγκεκριμένο υπόμνημα "μνημείο ντροπής γι' αυτούς που το υπέγραψαν".

Στο μεταξύ, ο ενάγων λόγω της βαρύτητας των σε βάρος του κατηγοριών, τελούσε τουλάχιστον επί διετία σε υποχρεωτική αργία από την υπηρεσία του. Ακολούθησε η υπ' αριθμό 1/1997 απόφαση του Π.Σ., με την οποία ο ενάγων απηλλάγη, κατά πλειοψηφία (χωρίς να καταγράφεται στην απόφαση η αιτιολογία της γνώμης της μειοψηφίας), από τις κατηγορίες της διενέργειας μη ενδεδειγμένων και επωφελών χειρουργικών επεμβάσεων, της ανάρμοστης συμπεριφοράς προς τους συναδέλφους και τους συνεργάτες του και κρίθηκε ένοχος, κατά πλειοψηφία, ως προς τη κατηγορία, που αφορά στη διοικητική δυσλειτουργία της Β' Χειρουργικής Κλινικής του Γ.Π.Α.Ν.Π.

Μεταξά, μόνο για την πλημμελή τήρηση και συμπλήρωση του βιβλίου χειρουργείου της ίδιας Κλινικής, για το οποίο παράπτωμα του επιβλήθηκε η ποινή της επίπληξης. Εκτός από την παραπομπή του στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΙΣΑ, με απόφαση του Δ.Σ. του νοσοκομείου Μεταξά ο ενάγων παραπέμφθηκε και στο Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο (ΚΕΣΥ) του ΕΣΥ για τα ίδια πειθαρχικά παραπτώματα, αντιμετωπίζοντας, σε περίπτωση καταδικαστικής κρίσης, την οριστική του παύση ως ιατρού του ΕΣΥ.

Μετά τη διενέργεια της πειθαρχικής αυτής διαδικασίας εκδόθηκε η από 16-12-1998 απόφαση του ΚΕΣΥ, με την οποία έπαυσε οριστικά η πειθαρχική δίωξη για την κατηγορία της παράβασης κανόνων ιατρικής δεοντολογίας, για όλες τις πράξεις έως τις 15-12-1991, για την κατηγορία της έντονης διατάραξης από υπαιτιότητά του των διαπροσωπικών σχέσεων του με το προσωπικό του Β' Χειρουργικού Τμήματος του νοσοκομείου και για την κατηγορία της πλημμελούς και ατελούς εκπλήρωσης των καθηκόντων του ως Διευθυντή του παραπάνω τμήματος με συνέπεια τη διοικητική δυσλειτουργία αυτού, για τη χρονική περίοδο μέχρι τις 15-7-1992, απηλλάγη κατά τα λοιπά για την κατηγορία της μη τήρησης των κανόνων ιατρικής δεοντολογίας, ενώ κρίθηκε, ότι φέρει πειθαρχική ευθύνη για την πλημμελή τήρηση των πρακτικών χειρουργείου και την ατελή συμπλήρωση των φακέλων ιστορικού των ασθενών του Β' Χειρουργικού Τμήματος του Νοσοκομείου ΜΕΤΑΞΑ, για τις οποίες παραβάσεις επιβλήθηκε στον ενάγοντα η ποινή της έγγραφης επίπληξης.

Επιπρόσθετα αποδείχθηκε, ότι, παρότι έχουν αχθεί στην ποινική δικαιοσύνη καταγγελίες σε βάρος του ενάγοντος για μη ενδεδειγμένες χειρουργικές επεμβάσεις, όλες οι σχετικές δικαστικές έρευνες κατέληξαν είτε σε απορριπτικές εισαγγελικές διατάξεις, είτε σε απαλλακτικά βουλεύματα, είτε σε αθώωση του ενάγοντος στο ακροατήριο.

Ειδικότερα, επί της από 10-9-1993 μηνυτήριας αναφοράς του Ν. Μ., ιατρού, ο οποίος κατήγγειλε τον ενάγοντα για αμφισβητούμενες επιστημονικά και όχι επαρκώς δικαιολογημένες χειρουργικές επεμβάσεις, που βάζουν σε κίνδυνο την υγεία και τη ζωή των ασθενών, εκδόθηκε η Γ93/7367/39/26-7-1994 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε η μήνυση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Ακολούθως, επί της από 15-7-1994 αναφοράς υπαλλήλων του νοσοκομείου Μεταξά σχετικά με ΕΔΕ, που είχε διενεργήσει ο πρώτος εναγόμενος Αθανάσιος Α., εκδόθηκε η ΓΜ-94/4669/14-7-1995 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία τέθηκε στο αρχείο η μηνυτήρια αναφορά. Μετά τη σύνταξη της από 13-7-1995 ΕΔΕ του τρίτου εναγομένου και το θόρυβο, που προκάλεσε στα ΜΜΕ, ανασύρθηκε από το αρχείο η δικογραφία που σχηματίσθηκε επί της ανωτέρω από 15-7-1994 μηνυτήριας αναφοράς και, αφού διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση σε βάρος του ενάγοντος, ακολούθως εκδόθηκε η από 6-2-1996 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία η υπόθεση τέθηκε εκ νέου στο αρχείο λόγω ελλείψεως στοιχείων για την άσκηση ποινικής δίωξης.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις οι διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών επικυρώθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά. Επί της εγκλήσεως των συγγενών της Μ. Π. -Χ., που χειρουργήθηκε από τον ενάγοντα και απεβίωσε ενάμιση μήνα αργότερα, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του τελευταίου για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και μετά το πέρας της προανάκρισης εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 853/1996 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς.

Επί της εγκλήσεως συγγενούς της Α. Χ., η οποία χειρουργήθηκε από τον ενάγοντα και απεβίωσε 4 μήνες μετά την επέμβαση, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του τελευταίου για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και μετά το πέρας της προανάκρισης εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 195/1998 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά.

Τέλος εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2349/1998 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την οποία αθωώθηκε ο τότε κατηγορούμενος και ήδη ενάγων για τις πράξεις ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή σε βάρος των ασθενών του Α. Μ., Α. Κ. και Ε. Σ.. Σημειωτέον ότι οι προαναφερόμενες απορριπτικές διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά είχαν ήδη εκδοθεί πριν από την κατάθεση του υπό κρίση υπομνήματος των εναγομένων και ασφαλώς οι τελευταίοι γνώριζαν την έκβαση των σχετικών μηνυτήριων αναφορών, αφού ο ενάγων, όπως είναι εύλογο, αμέσως γνωστοποιούσε το αποτέλεσμα κάθε δίκης στο Δ.Σ.

του νοσοκομείου αλλά και σ' όλους τους συνυπηρετούντες συναδέλφους του. Παράλληλα διατάχθηκε από τη Διεύθυνση Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας η διενέργεια ΕΔΕ για την έρευνα των αιτίων δυσλειτουργίας του Β' Χειρουργικού Τμήματος του νοσοκομείου ΜΕΤΑΞΑ. Η διενεργήσασα την ΕΔΕ Ι. Κ., ιατρός, με την από 14-9-1995 έκθεσή της διαπιστώνει, ότι η έκρυθμη κατάσταση στο Β' Χειρουργικό Τμήμα οφείλεται στη γενικότερη αμελή και ράθυμη διοίκηση, που άσκησαν όλα τα διοικητικά Συμβούλια του νοσοκομείου από το έτος 1989 έως το χρόνο της ανωτέρω επιθεώρησης, τα οποία, εξαιτίας της ολιγωρίας και της αδιαφορίας τους, δεν αντέδρασαν στα περιστατικά προσπάθειας κατάργησης της ιεραρχίας και κατάλυσης της επιστημονικής υπευθυνότητας του Διευθυντή του Β' Χειρουργικού Τμήματος, από κάποια πρόσωπα, που υπηρετούσαν στο συγκεκριμένο τμήμα.

Τα τελευταία αυτά πρόσωπα, τα οποία χαρακτηρίζονται από την Επιθεωρήτρια "ηγεμονίσκοι", αν και υφιστάμενοι του ενάγοντος, επεδείκνυαν ανυπακοή και συνεχείς αμφισβητήσεις στις αποφάσεις του Διευθυντή τους, δημιουργώντας διαρκώς διενέξεις και προσκόμματα στην άσκηση των καθηκόντων του τελευταίου, με άμεση συνέπεια τη δυσλειτουργία του Τμήματος, το οποίο τελικά οδηγήθηκε σε διάλυση, καθώς οι πολυετείς προσπάθειες του ενάγοντας να αποκαταστήσει την ομαλότητα, γνωστοποιώντας τα προβλήματα τόσο στη Διοίκηση του νοσοκομείου όσο και στην Επιστημονική Επιτροπή αυτού, δεν βρήκαν ανταπόκριση.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι με το υπόμνημα τους ενήργησαν χωρίς δόλο, καθώς εξέφρασαν αποκλειστικά την επιστημονική τους άποψη, ότι στα πλαίσια τόσο των πειθαρχικών διαδικασιών, όσο και των ποινικών δικών, διατυπώθηκαν διισταμένες επιστημονικές απόψεις από μάρτυρες ιατρούς και πραγματογνώμονες, ότι πολλές από τις απόψεις αυτές συμφωνούν με τη διατυπωθείσα στο υπόμνημα τους θέση, ότι υπήρξαν προγενέστερες του υπομνήματος τους ΕΔΕ κατά του ενάγοντος καθώς και επανειλημμένες καταδίκες αυτού από την Επιστημονική Επιτροπή του Νοσοκομείου από το 1990 και μετά, ότι ακόμη και ιατροί - καθηγητές, οι οποίοι κατέθεσαν ως μάρτυρες υπέρ του ενάγοντος, διατύπωσαν επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα της τάσης της υπερριζικής και επιθετικής (ηρωικής) χειρουργικής, που ακολούθησε ο ενάγων, σε σχέση με την τάση της συντηρητικότερης αντιμετώπισης των επιπλοκών σε καρκινοπαθείς ασθενείς, την οποία υποστηρίζουν οι εναγόμενοι.

Οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγομένων δεν αποδεικνύονται βάσιμοι, διότι ο τρόπος διατύπωσης των εναγομένων στις επίμαχες περικοπές δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι συνιστά έκφραση επιστημονικής άποψης (π.χ. επικίνδυνη άγνοια σύγχρονων γνώσεων, συντόμευση της μόνιμης ανακούφισης του ατυχούς αρρώστου κλπ), ενώ επιπρόσθετα παραποίησαν τις καταθέσεις μαρτύρων καθηγητών και δη του Ι.

Π. και Ι. Μ.. Επιπρόσθετα γνώριζαν τις προαναφερόμενες απορριπτικές εισαγγελικές διατάξεις επί μηνυτήριων αναφορών κατά του ενάγοντος, καθώς και την έκθεση επιθεώρησης της Ι. Κ.. Άλλωστε η εμπάθεια των εναγομένων προς το πρόσωπο του ενάγοντος είναι προφανής και για τους εξής λόγους: α) παρενέβησαν στην πειθαρχική διαδικασία, παρότι δεν είχαν κληθεί από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΙΣΑ, για να συμμετάσχουν, είτε ως μάρτυρες, είτε ως πραγματογνώμονες, είτε με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα, β) δεν τους είχε ζητηθεί από το Δ.Σ.

του νοσοκομείου ΜΕΤΑΞΑ να παρέμβουν στην πειθαρχική διαδικασία, γ) ο τρίτος εξ αυτών είχε διενεργήσει την ΕΔΕ σε βάρος του ενάγοντος, με βάση την οποία παραπέμφθηκε ο τελευταίος στο Πειθαρχικό Συμβούλιο για παραβάσεις που επισύρουν την ανάκληση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος του, έτσι ώστε αυτός όφειλε, σε κάθε περίπτωση, να απέχει από οποιαδήποτε παρέμβαση του προς το Π.Σ., αφήνοντας το ανεπηρέαστο, δ) είχαν ήδη εκδηλώσει εχθρική προς τον ενάγοντα συμπεριφορά και είχαν εμπλακεί σε δικαστικές διενέξεις με αυτόν στα ποινικά δικαστήρια και ε) κατήγγειλαν, και δη με απόλυτο τρόπο, τις χειρουργικές μεθόδους ενός χειρουργού - ογκολόγου, αν και έχουν διαφορετική ειδικότητα από αυτή της χειρουργικής ογκολογίας.

Ανεξάρτητα όμως από τα ανωτέρω, η δόλια συμπεριφορά των εναγομένων σαφώς εμφαίνεται από την επιδίωξή τους, μέσω του από 18-4-1996 υπομνήματός τους, να διευρυνθεί η σε βάρος του ενάγοντος κατηγορία, με τη λήψη υπόψη από το Π.Σ. του ΙΣΑ και των λοιπών αναφερομένων στο πόρισμα της από ΕΔΕ περιπτώσεων μη ενδεδειγμένων χειρουργικών επεμβάσεων, τις οποίες δεν διερευνούσε το Π.Σ.

λόγω παραγραφής. Είναι προφανές, ότι οι εναγόμενοι επεδίωκαν με το υπόμνημά τους τη γελοιοποίηση του ενάγοντος ως επιστήμονος, τον τερματισμό της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του και τον επαγγελματικό και κοινωνικό στιγματισμό του, λαμβανομένου υπόψη, ότι ο τελευταίος είχε παραπεμφθεί στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΙΣΑ, αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο επιβολής σε βάρος του της ποινής της αφαίρεσης άδειας ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος.

Με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι προαναφερόμενες περικοπές του υπό κρίση υπομνήματος των συνημμένων εγγράφων αυτού περιέχουν ψευδείς ισχυρισμούς των εναγομένων, οι οποίοι γνώριζαν την αναλήθειά τους. Οι ψευδείς αυτοί ισχυρισμοί τους, τους οποίους ισχυρίσθηκαν ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΕΣΥ, εμφανίζοντας τον ενάγοντα σαν επικίνδυνο ιατρό, συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά, εξαιτίας της οποίας επήλθε προσβολή της τιμής, υπόληψης, αξιοπρέπειας, της επαγγελματικής αξιοπιστίας του και γενικότερα της προσωπικότητας του ενάγοντος και παρέχουν σ' αυτόν αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Δεδομένου δε ότι η προσβολή της τιμής και συνακόλουθα και της προσωπικότητας του ενάγοντος προκλήθηκε με γεγονότα ψευδή, εν γνώσει της αναλήθειάς τους (συκοφαντική δυσφήμηση του άρθρου 363 ΠΚ και όχι απλή δυσφήμηση του άρθρου 362 ΠΚ), η διάταξη της παρ.1 του άρθρου 367 του ΠΚ δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση (άρθρο 367 παρ. 2 περ.

α του ΠΚ), και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι τρίτος και έκτος λόγοι της έφεσης των εναγομένων, με τους οποίους ισχυρίζονται, ότι προέβησαν στην επίδικη ενέργεια τους από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ότι εξέφρασαν αποκλειστικά την επιστημονική τους άποψη και ότι δεν είχαν την πρόθεση να προσβάλουν την τιμή του ενάγοντας με τις δυσμενείς κρίσεις τους.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο παρέλειψε να αποφανθεί, αν τα αναφερόμενα από τους εναγομένους πραγματικά περιστατικά ήταν ψευδή και συκοφαντικά, και περιορίσθηκε να κρίνει, ότι τα από αυτούς διαλαμβανόμενα στο υπόμνημα ήταν δυσφημιστικά και ενείχαν σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε, σύμφωνα με το βάσιμο πρώτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος. ...

Ο ενάγων είχε ασκήσει την από 9-4-2001 όμοια αγωγή του (αριθμ. καταθ. δικ. 3191/2001) κατά των ίδιων εναγομένων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στους τελευταίους στις 12, 12 και 11/4/2001 αντίστοιχα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμό 5365/10-9-2004 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε για τη δικάσιμο της 20-10-2005. Κατά τη δικάσιμο εκείνη ο εκκαλών - ενάγων παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής του και οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την παραίτηση. Κατόπιν τούτου εκδόθηκε η 8819/10-11-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και κηρύχθηκε καταργημένη η δίκη, που ανοίχθηκε με την από 9-4-2001 αγωγή.

Ακολούθησε η άσκηση της υπό κρίση από 22-2-2006 αγωγής, η οποία επιδόθηκε στους εναγομένους στις 3-3-2006. Η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων έλαβε χώρα στις 22-4-1996, οπότε κατατέθηκε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΙΣΑ το από 18-4-1996 υπόμνημα των εναγομένων με τα συνοδεύοντα αυτό έγγραφα. Ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής της υπό κρίση αδικοπραξίας διακόπηκε με την άσκηση της από 9-4-2001 αγωγής στις 11 και 12/4/2001, δηλαδή πριν από την πάροδο της πενταετίας.

Μετά την παραίτηση από το δικόγραφο της ανωτέρω αγωγής στην κατ' έφεση δίκη και την έκδοση της υπ' αριθμό 8819/10-11-2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ο ενάγων άσκησε στις 3-3-2006 την υπό κρίση από 22-2-2006 αγωγή. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι η επίδικη αξίωση του ενάγοντος γεννήθηκε κατά τα έτη 1993 έως και 1995, καθώς ο τελευταίος από το 1993 "και εξακολουθητικά μέχρι τις 31-12-1995 λάμβανε γνώση των φερομένων ως παράνομων, και στρεφόμενων, κατ' αυτού, ενεργειών τους, όπως και της φερόμενης σε βάρος του ζημίας από αυτές", ότι ειδικότερα, όσα αναφέρονται στο υπόμνημα και τα συνημμένα έγγραφα, είχαν διατυπωθεί προγενέστερα στο από 13-7-1995 πόρισμα της ΕΔΕ του τρίτου εναγομένου και σε μήνυση του Μ.

Μ., ιατρού του νοσοκομείου ΜΕΤΑΞΑ, κατά του ενάγοντος, που υποβλήθηκε το έτος 1993, το περιεχόμενο των οποίων (πορίσματος και μήνυσης) πληροφορήθηκε αμέσως ο ενάγων, έτσι ώστε η επικαλούμενη από αυτόν αδικοπραξία είναι ενιαία και από το χρόνο της κατά τα ανωτέρω διάπραξής της έως την άσκηση της από 9-4-2001 αγωγής η αξίωση του ενάγοντος είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή.

Η ένσταση παραγραφής των εναγομένων είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι η επίδικη αξίωση συνιστά αυτοτελή αδικοπρακτική συμπεριφορά, που έλαβε χώρα στις 22-4-1996 ενώπιον του Προέδρου και των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΙΣΑ. Ενόψει τούτων, κατά το χρόνο άσκησης της από 9-4-2001 αγωγής, δηλαδή στις 11 και 12/4/2001, δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή, όπως ορθώς κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσης των εναγομένων, με τον οποίο επαναφέρεται η ένσταση παραγραφής στην κατ' έφεση δίκη. ...

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι ο ενάγων άσκησε καταχρηστικά την αγωγή του μόλις 13 ημέρες πριν από την 5ετή παραγραφή, δημιουργώντας σ' αυτούς την πεποίθηση, ότι δεν είχε καμία αξίωση σε βάρος τους, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τη διάρκεια της ίδιας πενταετίας, για άλλες πράξεις άσκησε εναντίον τους και κατά τρίτων μηνύσεις, αναφορές και αγωγές.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος, διότι μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση, ότι δεν υπάρχει δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται (πλέον) να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη.

Επιπρόσθετα, οι εναγόμενοι παραδέχονται, ότι καθ' όλη την πενταετία είχαν σφοδρή αντιδικία με τον ενάγοντα, γεγονός, που δεν δικαιολογεί τη δημιουργία σ' αυτούς πεποίθησης, ότι ο αντίδικος τους δεν θα ασκήσει το επίδικο δικαίωμα του. Το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό των εναγομένων ως αόριστο, ενώ έπρεπε να τον απορρίψει ως μη νόμιμο, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, και πρέπει, αφού γίνει αντικατάσταση της αιτιολογίας της εκκαλουμένης με την παρούσα, να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος της έφεσης των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής.

Στη συνέχεια αποδείχθηκε, ότι κατόπιν μήνυσης του ενάγοντος κατά του τρίτου εναγομένου, για όσα αυτός ανέφερε περί μη ενδεδειγμένων χειρουργικών επεμβάσεων του μηνυτή στο πόρισμα της ΕΔΕ που συνέταξε, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του τελευταίου, για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης και παραπέμφθηκε, για να δικασθεί για τις πράξεις αυτές ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.

Κατά τη συνεδρίαση του ανωτέρω δικαστηρίου της 15-11-2001, ο τότε κατηγορούμενος δήλωσε μεταξύ άλλων τα εξής: "... 2) Λόγω του μεγάλου εύρους των καταγγελιών, των αντικειμενικών δυσχερειών και των συνεχών πιέσεων του Δ.Σ. να περατωθεί σύντομα η ΕΔΕ, δεν κατέστη δυνατό να εξετασθούν μάρτυρες - ιατροί, τους οποίους πρότεινε ο μηνυτής, και αποδέχθηκα τις εκτιμήσεις των εξετασθέντων της ειδικότητας του μηνυτή. 3) Για τους παραπάνω λόγους δεν κατέστη δυνατόν να ερευνήσω ενδελεχώς ισχυρισμούς, τους οποίους προέβαλε ο μηνυτής κατά τη μακροχρόνια ενώπιον μου κατάθεσή του.

Οι δυσχέρειες αυτές επιτάθηκαν από τη μη πληρότητα όλων των φακέλων των ασθενών, οι οποίοι τέθηκαν στη διάθεσή μου από τα αρμόδια όργανα του Νοσοκομείου. 4) Ύστερα από τα γεγονότα που μεσολάβησαν από την έκδοση του επίμαχου πορίσματος μέχρι σήμερα, αναγνωρίζω, ότι ορισμένα από τα συμπεράσματα της ΕΔΕ περιείχαν υπερβολές, οι οποίες όμως δεν περιλήφθηκαν με πρόθεση προσβολής της προσωπικότητας του μηνυτή, αλλά από εκτιμήσεις δεδομένων, τα οποία αποδείχθηκαν ανεπαρκή".

Μετά τη δήλωση αυτή, ο ενάγων ανακάλεσε την έγκλησή του για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά του κατηγορουμένου και δήλωσε "ότι παραιτείται πάσης κατ' αυτού απαιτήσεώς του ενώπιον των αστικών δικαστηρίων, επιφυλασσόμενος παντός δικαιώματος και πάσης αξιώσεώς του κατά των λοιπών εναγομένων".

Μετά την αποδοχή της δήλωσης ανάκλησης του εγκαλούντος από τον κατηγορούμενο και τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, ο τελευταίος με την υπ' αριθμό 7497/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά κηρύχθηκε αθώος της πράξης αυτής και έπαυσε οριστικά η σε βάρος του ποινική δίωξη για τη συκοφαντική δυσφήμηση λόγω ανακλήσεως της εγκλήσεως και αποδοχής.

Με την ανωτέρω δήλωσή του ο ενάγων αναφερόταν σε παραίτηση από οποιαδήποτε αστική απαίτησή του αναφορικά με την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησής του για τα αναφερόμενα στο από 13-7-1995 πόρισμα ΕΔΕ του τρίτου εναγομένου και όχι στο υπό κρίση από 18-4-1996 υπόμνημα των εναγομένων. Η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε σιγή η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ως προς τον τρίτο εναγόμενο, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε και, αφού συμπληρωθεί η ελλείπουσα αιτιολογία με την παρούσα (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος της έφεσης των εναγομένων ως αβάσιμος.

Ήδη με τις παρούσες προτάσεις των εκκαλούντων - εφεσίβλητων - εναγομένων ο τρίτος εξ αυτών ισχυρίζεται, ότι η ανωτέρω ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ συνιστά κατά τα πραγματικά της στοιχεία ένσταση άφεσης χρέους, την οποία προτείνει στο στάδιο αυτό της δίκης, διότι αποδεικνύεται από την υπ' αριθμό 7491/2001 απόφαση του Α' Τριμ.

Πλημμ. Πειραιά. Ο ισχυρισμός αυτός του τρίτου εκκαλούντος είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθώς η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει την ύπαρξη δικαιώματος, που ασκείται πέραν των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, ενώ η άφεση χρέους, προϋποθέτει δικαίωμα, που έχει αποσβεσθεί κατόπιν συμφωνίας μεταξύ δανειστή και οφειλέτη (άρθρο 454 του ΑΚ), δηλαδή καθένα από τα δύο άρθρα απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία.

Επιπρόσθετα, όπως προεκτίθεται, η παραίτηση του ενάγοντος στην ανωτέρω ποινική δίκη αφορούσε σε αξίωσή του για άλλη αδικοπρακτική συμπεριφορά του τρίτου εφεσίβλητου - εναγομένου και όχι στην υπό κρίση αξίωσή του για τη χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τα σε βάρος του αναφερόμενα στο από 18-4-1996 υπόμνημα.

Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός του τρίτου εφεσίβλητου - εναγομένου, ενώ ο ισχυρισμός του τελευταίου περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος (ως προς τον τρίτο εφεσίβλητο) συνιστά άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής ... . Για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη ο ενάγων εξαιτίας της επίδικης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, ενόψει του είδους, της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης της προσβολής, του τόπου και του χρόνου, αλλά και του μέσου με το οποίο τελέσθηκε, του δόλου των εναγομένων και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, λαμβανομένου υπόψη, ότι τόσο ο ενάγων όσο και οι εναγόμενοι είναι ιατροί, πρώην διευθυντές του ΕΣΥ, το Δικαστήριο κρίνει, ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος, ανέρχεται στο ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, ποσό, το οποίο κρίνεται ικανό, να αμβλύνει τα δυσάρεστα συναισθήματα που προκάλεσε στον ενάγοντα η προσβολή, χωρίς υποβάθμιση της απαξίας της (προσβολής) και χωρίς, από την άλλη, να καταλήγει σε εξουθένωση των εναγομένων... .

Με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές το Εφετείο κατέληξε, ότι το Πρωτοδικείο επιδικάζοντας το μικρότερο ποσό των 15.000 € έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και έπρεπε να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης του ενάγοντος και στη συνέχεια, ότι έπρεπε να απορριφθεί η έφεση των εναγομένων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ότι έπρεπε να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η οικεία αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 50.000 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να αναγνωριστεί, ότι αυτοί οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα, πέραν του ανωτέρου χρηματικού ποσού, εκείνο των 25.000 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τους τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου [του ΑΚ, του ΠΚ και του Συντ.], η δε απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ιδίων ως άνω διατάξεων, τις οποίες έτσι ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Ειδικότερα, αναφέρεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων (εναγομένων) ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου του ΕΣΥ ήταν ψευδείς και έγιναν από αυτούς εν γνώσει της αναληθείας τους, ότι η δυσφήμηση που προκάλεσαν αυτοί εις βάρος του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) υπήρξε συκοφαντική, αφού με το υπόμνημά τους απέβλεπαν στη γελοιοποίηση του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) ως επιστήμονος, τον τερματισμό της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας και τον επαγγελματικό και κοινωνικό του στιγματισμό και ως εκ τούτου η συμπεριφορά τους, εξαιτίας της οποίας προσβλήθηκε η προσωπικότητα του τελευταίου, κρίθηκε ως αδικοπρακτική, γεγονός, που δικαιολογεί την παροχή σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, το γεγονός δε, ότι η συμπεριφορά των αναιρεσειόντων (εναγομένων) περιέχει τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, κωλύει την εφαρμογή της διάταξης περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της συμπεριφοράς αυτής, σε περίπτωση, που η τελευταία είχε εκδηλωθεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον των αναιρεσειόντων (εναγομένων), κάτι, όμως, που απέκλειαν οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το χαρακτήρα της εν λόγω συμπεριφοράς.

Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαία η ύπαρξη και άλλων παραδοχών για να αιτιολογηθεί η εκ μέρους των αναιρεσειόντων - εναγομένων γνώση του ψευδούς των αποδοθέντων στον αναιρεσίβλητο με το από 18-4-1996 υπόμνημά τους γεγονότων ως προϋπόθεσης της ένδικης συκοφαντικής συμπεριφοράς τους.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο συναφής πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων από τον αριθμό 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΙΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να είναι λυσιτελείς, να έχουν επίδραση στο διατακτικό [ΟλΑΠ 14/2004]. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, ενώ ο ισχυρισμός από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, που συνιστά ένσταση, προβάλλεται για τη στοιχειοθέτηση λόγου αίροντος τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως και εκείνος από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ, που συνιστά αντένσταση αποδεικτέα από τον ενάγοντα, προτείνεται, όταν, λόγω μη συνδρομής των όρων και των προϋποθέσεων αυτής, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ και επιπροσθέτως στην έφεση και τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, το Εφετείο έλαβε υπόψη της αυτόν παραβιάζοντας έτσι τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο τελευταίος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ερείδεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού από την επισκόπηση των προαναφερθέντων διαδικαστικών εγγράφων [έφεσης και προτάσεων] διαγιγνώσκεται η αναλήθεια της αιτίασης για παράλειψη προβολής του σχετικού ισχυρισμού.

IV] Η προβλεπόμενη από το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποφασίζεται [κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα] από το ουσιαστικό δικαστήριο με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι, επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρο 2 παρ.1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια, ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ [AΠ 78/2014].

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες εξ αιτίας της προεκτεθείσας αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς προκάλεσαν ηθική βλάβη στον αναιρεσίβλητο και μετά από αυτό τους υποχρέωσε να καταβάλουν εις ολόκληρον στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 50.000 ευρώ [νομιμοτόκως] και επιπλέον αναγνώρισε, ότι αυτοί οφείλουν να καταβάλουν ομοίως εις ολόκληρον στον τελευταίο το ποσό των 25.000 ευρώ [νομιμοτόκως].

Κρίνοντας δε έτσι το Δικαστήριο [ύστερα από αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων] δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν ποσό δεν είναι, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, μεγαλύτερο από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τρίτο αναιρετικό λόγο [από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔικ] είναι αβάσιμα.

V] Ο αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και άρα απαράδεκτος, όταν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο εκκαλών - αναιρεσείων πρότεινε στο εφετείο και μάλιστα με λόγο έφεσης και όχι με τις προτάσεις τον ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ [ΑΠ 481 και 482/2005].

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον ταυτόσημο με αυτόν τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι, ενώ με την από 22.02.2006 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί ο 1ος από τους αναιρεσείοντες να του καταβάλει το ποσό των 300.000 €, ο 2ος από αυτούς το ποσό των 300.000 € και ο 30ς από αυτούς το ποσό των 300.000 €, η τελευταία απόφαση υποχρέωσε αυτούς να καταβάλουν εις ολόκληρον στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 50.000 € και αναγνώρισε, ότι οφείλουν να καταβάλουν σ' αυτόν εις ολόκληρον το ποσό των 25.000 €, με αποτέλεσμα να παραβιάσει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Έτσι έχοντας ο προαναφερθείς τέταρτος λόγος αναίρεσης, καθώς και ο ταυτόσημος τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στα αντίστοιχα δικόγραφα, ότι οι αναιρεσείοντες πρότειναν τον παραπάνω ισχυρισμό στο εφετείο, εφόσον το από αυτούς προβαλλόμενο σφάλμα της προσβαλλομένης σε σχέση με το αγωγικό αίτημα αφορά επίσης και την πρωτόδικη απόφαση, που επίσης υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες ως εναγομένους σε εις ολόκληρον καταβολή.

VI] Αναίρεση επιτρέπεται μόνο, "11) αν το δικαστήριο ... δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση [διά τεκμηρίων] απόδειξη, γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν με επίκληση, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι με το επίδικο υπόμνημα δεν σκόπευαν να θίξουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσείοντος αλλά να προστατεύσουν τη ζωή και την υγεία των νοσηλευομένων στο νοσοκομείο ασθενών, να αποκαταστήσουν την ηρεμία στις σχέσεις ιατρών και νοσηλευτών με τον αναιρεσίβλητο και να βοηθήσουν στην εύρυθμη λειτουργία του νοσοκομείου, που είχε διασαλευθεί από τις πράξεις και παραλείψεις του τελευταίου, καθώς και να διατυπώσουν επιστημονική κριτική για τις χειρουργικές του πράξεις και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: 1) την από 22-4-1996 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, με την οποία ο αναιρεσίβλητος τέθηκε σε αργία, 2) την υπ' αρ. 15 θεμ. 1ον /21-2-1996 απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου Γιατρών ΕΣΥ με την οποία αποφασίστηκε να τεθεί ο αναιρεσίβλητος σε αργία, 3) την από 16-10-1992 εισήγηση της Επιστημονικής Επιτροπής του Νοσοκομείου προς το Δ.Σ αυτού, όπου διαπιστώνονται σοβαρές και παρατεταμένες χειρουργικές επεμβάσεις, 4) το από 1-8-1995 έγγραφο της Επιστημονικής Επιτροπής του Νοσοκομείου, 5) την από 4-12-1996 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ.

Μ., 6) την από 20-3-1997 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι. Ο., 7) την από 10-9-1995 ένορκη κατάθεση του Καθηγητή της Χειρουργικής, Μ. Σ., ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιά. Ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ως προς τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο υπ' αριθμούς 3-7 έγγραφα, τα οποία δεν ταυτίζονται καθόλα τους τα στοιχεία με τα φερόμενα ως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα στο δικόγραφο των προτάσεων των αναιρεσειόντων.

Αναφορικά δε προς τα υπ' αριθμούς 1 και 2 έγγραφα του πέμπτου αναιρετικού λόγου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το περιεχόμενό τους λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, που δέχθηκε με την προσβαλλομένη, ότι ο αναιρεσίβλητος λόγω της βαρύτητας των εις βάρος του κατηγοριών τελούσε σε υποχρεωτική αργία από την Υπηρεσία του επί διετία, ότι μετά τη διενέργεια της πειθαρχικής διαδικασίας εκδόθηκε η από 16-12-1998 απόφαση του ΚΕΣΥ, με την οποία έπαυσε οριστικά η πειθαρχική δίωξη για την κατηγορία της παράβασης κανόνων ιατρικής δεοντολογίας, για όλες τις πράξεις έως τις 15-12-1991, για την κατηγορία της έντονης διατάραξης από υπαιτιότητά του των διαπροσωπικών σχέσεων του με το προσωπικό του Β' Χειρουργικού Τμήματος του νοσοκομείου και για την κατηγορία της πλημμελούς και ατελούς εκπλήρωσης των καθηκόντων του ως Διευθυντή του παραπάνω τμήματος, με συνέπεια τη διοικητική δυσλειτουργία αυτού, για τη χρονική περίοδο μέχρι τις 15-7-1992, απηλλάγη κατά τα λοιπά για την κατηγορία της μη τήρησης των κανόνων ιατρικής δεοντολογίας, ενώ κρίθηκε, ότι φέρει πειθαρχική ευθύνη για την πλημμελή τήρηση των πρακτικών χειρουργείου και την ατελή συμπλήρωση των φακέλων ιστορικού των ασθενών του Β' Χειρουργικού Τμήματος του Νοσοκομείου ΜΕΤΑΞΑ, για τις οποίες παραβάσεις επιβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο η ποινή της έγγραφης επίπληξης, επιπροσθέτως δε αποδείχθηκε, ότι, παρότι είχαν αχθεί στην ποινική δικαιοσύνη καταγγελίες σε βάρος του αναιρεσιβλήτου για μη ενδεδειγμένες χειρουργικές επεμβάσεις, όλες οι σχετικές δικαστικές έρευνες κατέληξαν είτε σε απορριπτικές εισαγγελικές διατάξεις, είτε σε απαλλακτικά βουλεύματα, είτε σε αθώωση του τελευταίου στο ακροατήριο.

Ανεξάρτητα όμως από τα προαναφερθέντα, από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό τους, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, παρά το γεγονός, ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και των εγγράφων αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση.

VII] Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή, ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε, όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος [ΟλΑΠ 2/2008].

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο [ΚΠολΔ 562 παρ.2]: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) ποίο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο, ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται, ότι δέχθηκε η απόφαση, να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, δ) πρέπει να προκύπτει έστω και εμμέσως ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποία ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης εγγράφου [ΑΠ 333/2011] και στ) να εκτίθεται ή να προκύπτει, ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 342 ΚΠολΔ [ΑΠ 1573/2006] και ότι αυτό προσκομίστηκε με επίκληση, δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας [ΑΠ 333/2009].

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ψέγουν αυτήν για τα ακόλουθα: "Ο αναιρεσίβλητος στις 15.11.2001 με την ευκαιρία μήνυσής του κατά του 3ου από εμάς, σε σχέση με το από 13.07.1995 πόρισμα της ΕΔΕ, που είχε ενεργήσει ο 3ος από εμάς, και ενώ είχε ασκήσει και εκκρεμούσε η από 09.04.2001 αγωγή του, από την οποία παραιτήθηκε και άσκησε στη συνέχεια την γενομένη από το Εφετείο δεκτή από 22.02.2006 αγωγή, δήλωσε ενώπιον του Α' Τριμ.

Πλημ/κείου Πειραιά "ότι παραιτείται πάσης ... κατ' αυτού (δηλαδή του 3ου από εμάς) απαιτήσεώς του ενώπιον των αστικών δικαστηρίων, επιφυλασσόμενος παντός δικαιώματος και πάσης αξιώσεως του κατά των λοιπών εναγομένων ...". Η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε, ότι "με την ανωτέρω δήλωσή του ο ενάγων αναφερόταν σε παραίτηση από οποιαδήποτε αστική απαίτησή του αναφορικά με την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησής του για τα αναφερόμενα στο από 13.07.1995 πόρισμα ΕΔΕ του τρίτου εναγομένου και όχι στο υπό κρίση υπόμνημα των εναγομένων".

Η ανάγνωση αυτή της άνω δήλωσης είναι εσφαλμένη δεδομένου ότι: 1°) όταν έγινε η δήλωση αυτή από τον αντίδικο δεν είχε ασκήσει καμία άλλη αξίωση ενώπιον των αστικών δικαστηρίων, πλην εκείνης που αναφέρεται στην από 09.04.2001 αγωγή, 2°) όταν ο αντίδικος έκανε την προαναφερθείσα δήλωση γνώριζε το από 22.04.1996 υπόμνημά μας, είχε ασκήσει την από 09.04.2001 αγωγή του και παρ' όλα αυτά δεν έκανε καμία διάκριση μεταξύ των αξιώσεων του, που πηγάζουν από την ΕΔΕ και εκείνων που πηγάζουν από το άνω υπόμνημα.

Εξ άλλου το υπόμνημα μας αυτό είχε ως βάση του τα πραγματικά περιστατικά και το πόρισμα της διενεργηθείσας από τον 3° από εμάς ΕΔΕ. Επομένως, το εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ανέγνωσε το προαναφερθέν έγγραφο με το να δεχθεί, ότι ο αντίδικος δεν παραιτήθηκε από κάθε αξίωση του "ενώπιον των αστικών δικαστηρίων" κατά του 3ου από εμάς και κατέληξε σε επιζήμιο για τον 3ο από εμάς συμπέρασμα εξαιτίας της άνω παραμόρφωσης".

Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος, διότι το εφετείο δεν υπέπεσε ως προς το έγγραφο αυτό σε διαγνωστικό λάθος [σφάλμα ανάγνωσης], με το να δεχθεί δήθεν, ότι περιέχει πραγματικά περιστατικά προδήλως διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, αλλά από το περιεχόμενό του, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, η δε αιτίαση, που προβάλλεται με τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο, αναφέρεται τελικά στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

VIΙI] Ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης και όχι διάταξης ουσιαστικού δικαίου. Με αυτό το λόγο αναίρεσης ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα [ΑΠ 360/2012].

Συνεπώς, η αγωγή θεωρείται ορισμένη, όταν η ιστορική της βάση τεκμηριώνεται με όλα τα ουσιώδη γεγονότα, δηλαδή με εκείνες τις προϋποθέσεις, από τις οποίες απορρέει η αιτούμενη έννομη συνέπεια. Αντίθετα, όσα γεγονότα δεν θεμελιώνουν το αγωγικό αίτημα, δεν ανήκουν στην ιστορική βάση της αγωγής, ούτε φέρει ο ενάγων το βάρος της επίκλησής τους.

Η αγωγή είναι αόριστη μόνον, όταν ο ενάγων δεν επικαλεσθεί, στο εισαγωγικό δικόγραφο, τα ουσιώδη γεγονότα της επίδικης έννομης σχέσης. Τέλος, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει στο δικόγραφο αυτό να εκτίθεται με ακρίβεια η τέλεση της αδικοπραξίας από τον υπόχρεο στην καταβολή της χρηματικής ικανοποίησης ή οι προϋποθέσεις θεμελίωσης αντικειμενικής ευθύνης από το νόμο, καθώς και η πρόκληση της ηθικής βλάβης στα αιτούμενα την χρηματική ικανοποίηση πρόσωπα.

Πρέπει, επίσης με την αγωγή να ζητείται ορισμένο χρηματικό ποσό, καθόσον ο ενάγων δεν απαλλάσσεται να διατυπώσει ορισμένο αίτημα, ενόψει του άρθρου 932 του ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, επιδικάζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου. Δεν είναι όμως αναγκαίο να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, τα προσδιοριστικά εκείνα στοιχεία βάσει των οποίων θα καθορισθεί το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, όπως, προκειμένου περί ηθικής βλάβης, μεταξύ άλλων, ο βαθμός του πταίσματος του αδικοπρακτήσαντος ή η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, καθόσον τα παραπάνω στοιχεία δύνανται να προκύψουν από τις αποδείξεις.

Εν προκειμένω με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι διαλαμβάνοντας αυτή στις παραδοχές της, ότι η αναφορά της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών δεν αποτελεί στοιχείο της αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και απορρίπτοντας την περί αοριστίας για το λόγο αυτό ένσταση, που προβλήθηκε με τον πρώτο λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον, σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν, τα παραπάνω επίμαχα προσδιοριστικά στοιχεία δεν ανήκουν στην ιστορική βάση της αγωγής, ούτε συνεπώς, η απουσία τους συνεπάγεται την αοριστία της. IX] Από την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για να υπάρξει άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης απαιτείται α) επίθεση άδικη, δηλαδή επίθεση που αντικειμενικά αντιφάσκει προς το δίκαιο, β) η επίθεση να είναι παρούσα, και ως τέτοια θεωρείται εκείνη, που έχει αρχίσει να πραγματοποιείται και εξακολουθεί και γ) η προσβολή του επιτιθεμένου να είναι αναγκαία για την υπεράσπιση του ατόμου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 3/1997).

Για να ιδρυθεί ο λόγος θα πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989).

Συνεπώς, δεν ιδρύει τον λόγο η παράλειψη απάντησης σε ισχυρισμό απαράδεκτο ή μη νόμιμο και επουσιώδη (ΑΠ 707/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, προβάλλουν οι αναιρεσείοντες κατά της προσβαλλόμενης απόφασης πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι πρότειναν την συνδρομή των όρων του άρθρου 20 ΠΚ για τον αποκλεισμό του παρανόμου της ενεργείας τους σχετικά με το επίμαχο υπόμνημα και τους διαλαμβανόμενους σε αυτό ισχυρισμούς τους και τα προταθέντα δεν λήφθηκαν υπόψη από το εφετείο.

Ο προκείμενος περί αμύνης από το άρθρο 20 ΠΚ αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον γίνεται αναφορά μόνον της νομικής διάταξης που τον στηρίζει, χωρίς να προσδιορίζονται με σαφήνεια τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, που έπρεπε να τον συνθέτουν και επιπλέον, ότι η προβολή της άμυνας των αναιρεσειόντων έγινε στο χρόνο, που εκδηλώνονταν οι άδικες επιθετικές πράξεις του αναιρεσιβλήτου και ότι η άμυνα τους απέναντι σε αυτές ήταν αναγκαία προς υπεράσπισή τους και μάλιστα με συμπεριφορά ενέχουσα τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμισης.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, με τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-07-2014 αίτηση των Α. Α., Κ. Μ. και Α. Λ., με τους επ' αυτής από 13-01-2015 πρόσθετους λόγους των ιδίων, για αναίρεση της υπ' αριθμό 3129/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1.800,00] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ