Legislator Case Law & Legislation
265/2009 AI generated

265/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 265/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

265/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της ως άνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση της επιχείρησής του αλλ' αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες στη συμπεριφορά του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 265 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 265/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : Χ, κατοίκου ......, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αριστοτέλης Χαραλαμπάκης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, δικηγόρου ......, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.12.2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2007 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4014/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25.10.2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 11.09.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά την έννοια του άρθρ. 281 του ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της ως άνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση της επιχείρησής του αλλ' αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες στη συμπεριφορά του.

Εξάλλου, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, μπορεί να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απερρίφθη ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. 'Ετσι, επί επάλληλων αιτιολογιών, καθεμιά από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και με την αναίρεση πλήττονται όλες, εάν η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορήσει, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι αλυσιτελείς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει ο 'Αρειος Πάγος, κατ' άρθρ. 261 παρ.2 του ΚΠολΔ, σχετικά με την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου δικηγόρου να απαιτήσει την καταβολή της αμοιβής του, ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου είχε ισχυρισθεί ότι η ένδικη αξίωση ασκήθηκε καθ' υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη για τους ακόλουθους λόγους:

Ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε με την αγωγή του ότι σύμφωνα με τη σύμβαση εργολαβίας δίκης που είχε συνάψει με τον αναιρεσείοντα η αμοιβή του ανερχομένη σε ποσοστό 10% επί της αξίας του ανήκοντος στον εντολέα του μεριδίου σε καθένα από τα τέσσερα (4) επίδικα κληρονιμιαία ακίνητα ήταν καταβλητέα αμέσως μόλις ολοκληρωνόταν η διαδικασία της διανομής ενός εκάστου ακινήτου, οι τελευταίες δε διαδικαστικές πράξεις που αφορούσαν το ακίνητο των ......

έγιναν το έτος 2002. 'Οτι ήδη από τον Μάΐο του έτους 2001 είχε καταστεί απαιτητή η αμοιβή του αναιρεσίβλητου για το ακίνητο της οδού ......, όταν ο αναιρεσείων πώλησε το μερίδιό του επί του ακινήτου αυτού αντί του ποσού των 153.750.000 δρχ. (= 451.121 ευρώ και η οφειλόμενη αμοιβή κατά την αγωγή ανερχόταν σε 45.121 ευρώ). 'Οτι από τον Δεκέμβριο του 2000 είχε καταστεί απαιτητή η αμοιβή του αναιρεσίβλητου από την ολοκλήρωση της διανομής του ακινήτου στο ...... (οφειλόμενη αμοιβή κατά την αγωγή 293.500 ευρώ).

Ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος ήταν παρών όταν ο πελάτης του εισέπραξε το παραπάνω ποσό των 451.121 ευρώ από την πώληση του μεριδίου του στο ακίνητο της οδού ......, όχι μόνο δεν αξίωσε τότε την καταβολή της αμοιβής του αλλά άσκησε την ένδικη αγωγή μόλις την τελευταία πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής ημέρα. 'Ετσι, η άσκηση του δικαιώματος με τόσο μεγάλη καθυστέρηση κι ενώ ο αναιρεσείων είχε πεισθεί ότι ο αναιρεσίβλητος ουδεμία αξίωση αμοιβής είχε κατ' αυτού, είναι καταχρηστική, αφού ουδέποτε του είχε γνωστοποιήσει ότι δήθεν υπάρχει συμφωνία για αμοιβή με ποσοστό, ώστε ο αναιρεσείων να απωλέσει το δικαίωμά του να ζητήσει την ακύρωση της "συμβάσεως" λόγω ουσιώδους πλάνης, πράγμα που καταδεικνύει ότι ο αναιρεσίβλητος μεθόδευσε το ζήτημα της αμοιβής του κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε όχληση, να διεκδικήσει ένα τόσο μεγάλο ποσό, το οποίο γνωρίζει ότι δεν δικαιούται.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένσταση αυτή (η οποία πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη και ο αναιρεσείων είχε επαναφέρει με την έφεσή του) με την ακόλουθη σκέψη: "Περαιτέρω, τα όσα ο εναγόμενος επίσης ισχυρίσθηκε στον πρώτο βαθμό και τα οποία επαναφέρει με συγκεκριμένο λόγο έφεσης, περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου ουσιαστικού δικαιώματος του ενάγοντος (ΑΚ 281), διότι ο τελευταίος καθυστέρησε να ασκήσει τούτο, χωρίς μάλιστα στις κατ' ιδίαν επανειλημμένες συναντήσεις τους να προβάλει οποιαδήποτε σχετική αξίωση, αλλά και διότι ουδεμία μαζί τους σχετική συμφωνία προήλθε αναφορικά με τον προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμού και καταβολής της αμοιβής, προβάλλονται προεχόντως απαραδέκτως, διότι δεν συνοδεύονται και από σαφές αίτημα απορρίψεως της αγωγής για τον λόγο αυτό ...

και σε κάθε περίπτωση αβασίμως εφόσον και αληθών υποτιθεμένων των συναφών περιστατικών ουδεμία εύλογη πεποίθηση ήταν δυνατόν να δημιουργήσουν στον υπόχρεο εναγόμενο ότι ο ενάγων δεν θα ασκούσε το επίδικο δικαίωμά του, το οποίο, όπως προέκυψε, θεμελιωνόταν σε έγκυρη και δεσμευτική για τον ενιστάμενο εναγόμενο συμφωνία εργολαβίας δίκης".

Με την προδιαληφθείσα επικουρική ("σε κάθε περίπτωση") επάλληλη αιτιολογία το Εφετείο είναι σαφές ότι απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, κρίνοντας ότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν στον ενιστάμενο εύλογη πεποίθηση ότι ο αναιρεσίβλητος δεν θα αξίωνε την καταβολή της αμοιβής του.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ, διότι πράγματι τα εκτιθέμενα περιστατικά (όσα εξ αυτών δεν συνιστούσαν άρνηση της αγωγής, αφού προϋπόθεση της προβολής της ενστάσεως αποτελεί η γέννηση και η ύπαρξη του δικαιώματος) δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την προβαλλόμενη ένσταση.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν είναι βάσιμος. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο αυτός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου για έλλειψη νόμιμης βάσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η προβολή αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε πόρισμα χωρίς να λάβει καθόλου αιτιολογίες ή διέλαβε αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και δεν ιδρύεται όταν απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη ή αόριστη ή για άλλο τυπικό λόγο ή ως μη νόμιμη (ΑΠ (ολ) 44/1990), όπως εν προκειμένω.

Περαιτέρω, ο από το άρθρ. 559 αρ.8 και 14 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με την παραπάνω κύρια αιτιολογία του παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του και απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση μολονότι περιείχετο σαφές και ρητό αίτημα απορρίψεως της αγωγής για τον λόγο αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι η επάλληλη αιτιολογία, της οποίας η προσβολή με τον παραπάνω δεύτερο λόγο αναιρέσεως δεν τελεσφόρησε, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-10-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 4014/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ