265/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 265 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated265/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 265 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 265 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 265/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Νέα Τηλεόραση ΑΕ" που εδρεύει στο Ταύρο Αττικής ως ιδιοκτήτριας του τηλεοπτικού σταθμού STAR, που εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ψ2, 3. Ψ3 και 4. Ψ4. Οι τρείς πρώτοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Ανδρεοπούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ο τέταρτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4868/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2196/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-10-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 22-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ κατά την οποία αναίρεση συγχωρείται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 74, 95 παρ. 3, 2, 76 παρ. 4 και 558 εδ. β ΚΠολΔ προκύπτει ότι επί απλής ομοδικίας (υποκειμενική σώρευση αγωγών) στην οποία ενώνονται εις κοινή διαδικασία περισσότερες έννομες σχέσεις δίκης, συνδέουσες διάφορα υποκείμενα, χωρίς να απόλλυται ή να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση ενός εκάστου έναντι των λοιπών, η εκδοθείσα οριστική απόφαση ως προς κάποιον των ομοδίκων, περατώνει την δίκη ως προς αυτόν και καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς και συνεπώς είναι προσβλητική κατά το μέρος τούτο με αναίρεση και πριν ή εκδοθεί απόφαση οριστική και ως προς αυτόν και καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς και συνεπώς είναι προσβλητική κατά το μέρος τούτο με αναίρεση και πριν ή εκδοθεί απόφαση οριστική και ως προς τους λοιπούς ομοδίκους (Ολ. ΑΠ 902/1982). Περαιτέρω ορίζονται δια μεν της διατάξεως του άρθρου 524 παρ. 3 ΚΠολΔ σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την 'Εφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, δια δε της του άρθρου 321 του ίδιου Κώδικα, όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο. Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ. 1 και 502 παρ. 1 του ίδιου κώδικα αντιστοίχως, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας και δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας έχουν ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος ή ο κυρίως παρεμβάς, εφόσον δικάσθηκαν ερήμην. Από τον συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει ότι για να θεωρηθεί μία απόφαση ως εκδοθείσα κατ' ερήμην, αρκεί το γεγονός ότι κατά της συζήτησης στο ακροατήριο, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανίσθηκε ή εμφανίσθηκε αλλά δεν λάβει μέρος σ' εκείνη κανονικά, η τοιαύτη δε απόφαση εξακολουθεί και είναι ερήμην έστω και αν παρά την ερημοδικία του εφεσιβλήτου (εναγομένου) το Εφετείο δικάζοντας σαν οι διάδικοι να ήταν παρόντες κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 ΚΠολΔ δεχτεί στην ουσία ή απορρίπτει ως μη νόμιμη την αγωγή του κατ' αντιμωλία δικαζομένου ενάγοντος - εκκαλούντος, άλλο δε είναι το ζήτημα υπάρξεως ή μη εννόμου συμφέροντος του τελευταίου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας στην τελευταία περίπτωση, πράγμα το οποίον δεν μπορεί ν' αποκλεισθεί διότι αυτή απορρίφθηκε αόριστος ενώ έπρεπε ν' απορριφθεί ως μη νόμιμα ή διότι δεν απερρίφθη ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας, ενόψει του ότι κατ' αρχήν ο ανακόπτων έχει έννομο συμφέρον, το οποίο δεν ερευνάται από τον 'Αρειο Πάγο για το παραδεκτό ή μη της ανακοπής και συνακόλουθα της ασκηθείσας αναιρέσεως, αφού αυτός ζητεί την εξαφάνιση της αποφάσεως, η διάπλαση δε αυτή αρκεί, όπως αρκεί κάθε διαπλαστικό αίτημα για να φανερώνει την ανάγκη παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος) χωρίς να απαιτεί ο νόμος γιατί διαπλαστικά αιτήματα, ιδιαίτερη δικαιολόγηση ως αυτός απαιτεί για τα καθαρώς κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ αναγνωριστικά αιτήματα. Επομένως η απόφαση του Εφετείου η οποία εκδόθηκε με τη μη εμφάνιση του εφεσιβλήτου (εναγομένου) κατά την πρώτην ενώπιον αυτού συζήτηση και δεχθείσα ή απορρίψασα την αγωγή του αντιμωλία δικαζομένου εκκαλούντος (ενάγοντος) είναι ερήμην και ως τέτοια υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας ως εκ τούτου δε δεν συγχωρείται κατά το προαναφερθέν άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως, η οποία κατ' άρθρο 577 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ είναι αυτεπαγγέλτως απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον βεβαίως δεν επιδόθηκε αυτή νομίμως, από της επιδόσεως της οποίας αρχίζει η προθεσμία της ανακοπής (ΑΠ 266/07).
Εν προκειμένω ως προκύπτει εκ του δικογράφου της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αντικείμενο αυτής τυγχάνει η αναγνώριση της υποχρεώσεως των τεσσάρων εναγομένων να καταβάλλουν εις ολόκληρον ο καθένας στον ενάγοντα το ποσόν των 500.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης του που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του εξ αιτίας της παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων. Το πρωτόδικο δ/ριο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την αγωγή ως προς τους τρεις πρώτους εναγομένους και περαιτέρω την έκανε δεκτή εν μέρει ως προς τον 4ο εναγόμενο δικηγόρο Ψ4, με την υπ' αριθ. 4868/05 απόφασή του, με την οποία αναγνώρισε ότι εντός οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ για την ανωτέρω αιτία. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση ο ενάγων και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ερήμην του 4ου εφεσιβλήτου (4ου εναγομένου) και αντιμωλία των λοιπών, με την οποίαν απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε πρωτόδικη απόφαση. Επομένως υποκειμένης σχέσεως απλής ομοδικίας, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπόκειται σε αναίρεση και είναι παραδεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που κρίθηκε οριστικώς η διαφορά και περατώθηκε ως προς τους λοιπούς ομοδίκους 10, 20 και 30 εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους, αλλά και για του 4ου εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου, ως προς τον οποίο είναι παραδεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 577 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ καθόσον αποδεικνύεται....... ότι η εν λόγω ερήμην απόφαση για τον 4ον ως άνω εφεσίβλητου επιδόθηκε στις 22-11-06 ως προκύπτει από την προσκομιζόμενη το πρώτον υπ' αριθ. ...... έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας Πειραιά ..... παρήλθε δε η προθεσμία της ασκήσεως ανακοπής απ' αυτόν η οποία και δεν ασκήθηκε.
ΕΠΕΙΔΗ όπως προκύπτει από την προσκομιζομένη με αριθμό .... έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά ......, αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού της προκειμένης δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν επιδόθηκε με επίσπευση του αναριεσείοντα νομοτύπως και εμπροθέσμως στον 4ο αναιρεσίβλητο Ψ4, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρο 516 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΕΠΕΙΔΗ στο άρθρο 25 του ισχύοντος συντάγματος ορίζεται ότι "τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους... οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από τον Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας" όμως η αρχή της αναλογικότητας οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο. Ακολουθεί εντεύθεν ότι η τήρησή της εναπόκειται στο νομοθέτη. Η διοίκηση και ο δικαστής μπορούν και οφείλουν να ελέγχουν απλώς, αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση, να αρνούνται την εφαρμογή νόμου του ενέχει δυσανάλογο περιορισμό του ατομικού δικαιώματος. Η αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται απ' ευθείας από τα δικαστήρια παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου (ΑΠ 634/07 163/07).
Εν προκειμένω με τον 4ο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί την ένσταση των τριών πρώτων εναγομένων - αναιρεσιβλήτων εκ του άρθρου 367 Π.Κ. για άρση του παρανόμου της συμπεριφοράς τους λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος καταλυτική της αγωγής, και να απορρίψει στην συνέχεια αυτή, ευθέως παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας που ισχύει με βάση το άρθρο 25 του Συντάγματος για το άρθρο 367 Π.Κ. και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθ' όσον η παραδοχή της ενστάσεως εκ του άρθρου 367 Π.Κ. αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δ/ρίου της ουσίας. Η κρίση δε αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αρθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είτε εκ πλαγίου (αριθ. 19 του ίδιου άρθρου) και επομένως η σχετική κρίση του δ/ρίου της ουσίας, στην παραδοχή της άνω ένστασης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου μέσω της αρχής της αναλογικότητας, η οποία δεν εφαρμόζεται απ' ευθείας από το Δ/ριο, παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου, διότι αυτή οριοθετεί τον περιορισμό του δικαιώματος νόμο. ΕΠΕΙΔΗ με τον 5ο λόγο αναιρέσεως και κατά το 4ο μέρος του εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται κατά της προσβαλλομένης απόφασης η αιτίαση της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 367 παρ. 1 Π.Κ., ότι δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε την σχετική ένσταση των τριών πρώτων εναγομένων αναιρεσιβλήτων εκ του λόγου άρθρου και απέρριψε την αγωγή ενώ το ίδιο εφετείο δέχθηκε ότι η προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος έγινε εκ μέρους των εν λόγω εναγομένων με την συκοφαντική δυσφήμηση του και επομένως στην περίπτωση αυτή κατ' άρθρο 367 παρ. 2 Π.Κ. δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 Π.Κ. Ο λόγος αυτός κατά πρώτο μέρος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι το Εφετείο ως προκύπτει εκ της προσβαλλομένης απόφασής του, παραδεκτώς επισκοπουμένης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι η προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος - αναιρεσείοντος έγινε με απλή δυσφήμησή του εφαρμοζομένης στην περίπτωση αυτή της ενστάσεως εκ του άνω άρθρου. ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτίθεται νόμιμα στο δ/ριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δ/ριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη (Ολ. Α.Π. 43/1990). Επομένως ο 5ος λόγος αναίρεσης και κατά το μέρος του κατά τον οποίο το Εφετείο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 361 παρ. 1 Π.Κ. δέχθηκε την σχετική ένσταση εκ του λόγου άρθρου των τριών πρώτων εναγομένων - αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την αγωγή, καθ' όσον υφίστατο εκ μέρους των εναγομένων αυτών, Σκοπός εξυβρίσεως από τον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής της τιμής του συμπεριφοράς τους αποκλείουσας την εφαρμογή κατ' άρθρο 367 παρ. 2 Π.Κ. της ανωτέρω ενστάσεως (ΑΠ 825/2002) και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 1, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού στο δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο) δεν υποβλήθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός (αντένσταση), καταλυτική της άνω ενστάσεως με ειδικό παράπονο όπως έπρεπε ως εκ του εφετηρίου προκύπτει, ούτε δε εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο κανόνας δε δικαίου παραβιάζεται αν δεν εμφανισθεί, ενώ συνέτρεχον οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς όπου εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 36/1988). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως προς τον τρίτο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο Ψ3 δημοσιογράφο, αφού δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του περί πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1κπολδκ) τα ακόλουθα πραγματικά περισταιτκά, με τις εξής αιτιολογίες κατά τα κύρια σημεία αυτών. Από του έτους 2002 η 16η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών διεξήγαγεν κυρίαν ανάκρισιν, για το κακούργημα της εκρήξεως κατά συρροήν, εις ακίνητον ιδιοκτησίας του Γ1, ο οποίος διετήρει εταιρείαν δραστηριοποιουμένην εις τας χρηματιστηριακάς συναλλαγής, με φερόμενον ηθικόν αυτουργόν τον Ζ1. Πληρεξούσιοι δικηγόροι αυτών ήσαν του μεν Γ1 ο ενάγων και ο άνω δικηγόρος Βασίλειος Καπερνάρος, μετά του οποίου ο ενάγων συνειργάζετο, του δε δευτέρου ο τέταρτος των εναγομένων και η Τιτίκα Μουράτογλου. Την 11.9.2003, η γραμματεύς του άνω ανακριτικού γραφείου, ......, ειδοποίησεν τηλεφωνικώς όλους τους διαδίκους, δια να λάβουν γνώσιν του πέρατος αυτής, μεταξύ δε αυτών και τους Γ1 και Γ2 σύζυγόν του, οι οποίοι με το κοινόν από 25.6.2002 έγγραφον αυτών και, επιπλέον η δευτέρα, με το από 27.1.2003 έγγραφον αυτής, είχον δήλωση νομίμως εις την προδικασίαν παράστασιν πολιτικής αγωγής. Την 12.9.2003 και περί ώραν 10ην έως 11ην π.μ., προσήλθαν, κατόπιν προσκλήσεως, εις το άνω ανακριτικών γραφείον, το οποίον ευρίσκεται εις το κτίριον υπ' αριθ. 9 της πρώην Σχολής Ευελπίδων, όπου ευρίσκετο μόνον η γραμματεύς του άνω ανακριτικού Τμήματος, ο Γ1, συνοδευόμενος από την υπάλληλόν του ...... και τον ενάγοντα, προκειμένου, ως είχον - εξαιρέσει της υπαλλήλου - δικαίωμα, (κατ' άρθρ. 101 παρ. 2 εδ. β' και 108 ΚΠΔ) λόγω της άνω ιδιότητος των να μελετήσουν την δικογραφίαν και να λάβουν αντίγραφα (ορισμένων εγγράφων, τα οποία κατά τη γνώμην του ενάγοντος, έδει να υπάρχουν εντός αυτής. Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας της ανακρίτριας, η οποία απουσίαζεν με άδειαν, με την γραμματέα αλλά και τον ενάγοντα. επεχειρήθη από αυτούς η ανεύρεσις των εν λόγω εγγράφων, η οποία ήτο δυσχερής, λόγω του μεγάλου όγκου της συγκεκριμένης δικογραφίας. Διαρκούσης της αναζητήσεως των, η άνω γραμματεύς, αφού έλαβεν ωρισμένα έγγραφα, εξήλθεν του γραφείου, και κατηυθύνθη προς το φωτοτυπικόν μηχάνημα, όπου και τα παρέδωσεν εις τον αρμόδιον υπάλληλων προκειμένου να τα φωτοτυπήση. Χωρίς να το συνειδητοποίηση όμως και από απροσεξίαν, ήτοι από αυτοματοποιημένην κίνησιν προστασίας των εις το ανακριτικόν γραφείον εγγράφων, εκλείδωσεν την θύραν του ανακριτικού γραφείου. Εις την ασυνείδητον αυτήν ενέργειαν προέβη εκ της ενδομύχου φοβίας αυτής περί την ασφάλειαν των εντός του ανακριτικού γραφείου εγγράφων και της ανάγκης διαρκούς προστασίας των, τοσούτο μάλλον όσον ει το εν λόγω ανακριτικόν γραφείον είχεν ήδη συμβή διάρρηξις και είχον κλαπή έγγραφα από την συγκεκριμένην δικογραφίαν. Κατά την ολιγόλεπτον απουσίαν της επεσκέφθη το άνω ανακριτικόν γραφείον ο τέταρτος των εναγομένων, προκειμένου να λάβη και εκείνος γνώσιν των εγγράφων της δικογραφίας, συνοδευόμενος από τον εξετασθέντα μάρτυρα ανταποδείξεως ....... προσωπικόν οδηγόν του κατηγορουμένου Ζ1 και έκρουσεν την θύραν του ανακριτικού γραφείου χωρίς απόκρισιν εκ του εσωτερικού του γραφείου, λόγω της απουσίας της γραμματέως. Η τελευταία επιστρέψασα μετά την ολιγόλεπτον απουσίαν της, το πρώτον κατά την επιστροφήν της συνειδητοποίησεν ότι είχεν κλειδώσει την θύραν του ανκριτικού γραφείου και, λόγω της γνωστής εις αυτήν σφοδράς αντιδικίας μεταξύ του Γ1 και του Ζ1, φοβούμενη την αντίδρασιν του άνω συνηγόρου και του συνοδεύοντος αυτόν, προς αποφυγήν επισοδίου, κατηυθύνθη προς τον προϊστάμενόν της δια να του αναφέρη το περιστατικόν και παραλλήλως παρέδωσεν τα κλειδιά του γραφείου εις ετετέραν γραμματέα προκειμένου να μεταβή εκεί και να άνοιξη αυτή την θύραν. Συνεπεία του γεγονότος αυτού και λόγω της σφοδράς αντιδικίας μεταξύ του Γ1 και του Ζ1, εδημιουργήθη αμοιβαίως καχυποψία, αναστάτωσις και σύγχυσις εις τους εμπλεκόμενους και τελικώς εκινήθη η διαδικασία του αυτοφώρου και όλοι οι ανωτέρω, οδηγήθησαν εις το Α.Τ. Κυψέλης δια το σχηματισμόν σχετικής ποινική δικογραφίας, κατόπιν υποβολής εκατέρωθεν μηνύσεων. Τελικώς, δια της υπ' αρ. 116/2003 αποφάσεως του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Εφετείου Αθηνών, και του υπ' αριθ. 2774/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το άνω συμβάν ετέθη εις τας ορθάς του διαστάσεις, και ελλείψει δόλου των εμπλεκομένων η άνω γραμματεύς απηλλάγη της κατηγορίας της παράβασης καθήκοντος, ενώ, ως εγένετο δεκτόν, ουδέν έγγραφον υπεξηρέθη από τον ενάγοντα και τα πρόσωπα τα οποία τον συνόδευαν. Αντιθέτως, ο τέταρτος εναγόμενος και ο άνω μάρτυς ανταποδείξεως έκαμαν λόγον δι' αφαίρεσιν της από 30.12.2002 ενόρκου εξετάσεως του μάρτυρος Β1, την οποίαν ο μεν πρώτος τοποθετεί την 31-10-2002 και ο δεύτερος την 30.12 2002. Ο ανωτέρω (Β1) πράγματι εις κατάθεσίν του, από 4.2.2003 αναφέρει τοιαύτην υπό ημερομηνίαν 30. 12.2002, πλην, από το περιεχόμενον της συνήχθη ότι η αναφορά γίνεται εις την από 23.12.2002 κατάθεσίν του, με αποτέλεσμα να εξαχθή το συμπέρασμα ότι η γραφή 30.12.2002 έγινε εκ παραδρομής της γραμματέως αντί του ορθού 23.12.2002.
Αναληθής, επίσης, είναι και ο ισχυρισμός του τετάρτου εναγομένου ότι ο Γ1 ήτο πρόσωπον άσχετον με την υπόθεσιν, απλούς μάρτυς και, επομένως, ότι ως τοιύτος δεν είχεν το δικαίωμα να λάβη γνώσιν της περαιουμένης δικογραφίας και αντίγραφα των εγγράφων της και να υπογράψη γνώσιν του τυπικού πέρατος της κυρίας ανακρίσεως, καθόσον ο ίδιος και η σύζυγός του, ως εξετέθη είχον ήδη δηλώσει παράστασιν πολιτικής αγωγής, κατά τα άνω, από του έτους 2002 και τις αρχές του έτους 2003, γεγονός, το οποίον εγνώριζεν λόγω της άνω ιδιότητός του ο τέταρτος εφεσίβλητος.
Ο ακριβής χρόνος απουσίας της άνω γραμματέως από το ανακριτικόν γραφείον και του ακουσίου εγκλεισμού του ενάγοντος εις αυτό δεν απεδείχθη. Όμως απεδείχθη ότι ήτο ολιγόλεπτος και εις ουδεμίαν περίπτωσιν τοιούτος δύο ωρών ως τέταρτος εφεσίβλητος ως άνω ισχυρίσθη.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι, κατά την συγκεκριμένην ημερομηνίαν, την 15ην Σεπτεμβρίου 2003, ημέραν της εβδομάδος Δευτέραν, καθ' ην μετεδόθη η άνω εκπομπή, ο άνω τέταρτος εφεσίβλητος, ως και άλλα πρόσωπα είχον κληθεί από τον τρίτον εφεσίβλητον, δημοσιογράφον και παρουσιαστή της άνω εκπομπής, προκειμένου να συμμετάσχουν εις αυτήν και να σχολιάσουν διάφορα θέματα της επικαιρότητος, μεταξύ των οποίων δεν περιελαμβάνετο και το επίμαχον επεισόδιον το οποίον είχεν προηγηθεί την προλαβούσαν Παρασκευήν και είχεν λάβει ήδη δημοσιότητα, εις τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Εντεύθεν υπήρχεν εύλογον ενδιαφέρον του κοινού δι' ενημέρωσιν. διότι αφορούσε εν πρωτοφανές περιστατικόν εις τον χώρον της δικαιοσύνης, ήτοι την δημιουργίαν τοιούτου επεισοδίου εις ανακριτικόν γραφείον, τον υπό της γραμματέως εγκλεισμόν δικηγόρου και πολιτών εις ανακριτικόν γραφείον, την συμμετοχήν εις το επεισόδιον αυτό της γραμματέως του τμήματος και δικηγόροων, την αλληλοκαταμήνυσιν τούτων και την απόληξιν αυτού εις το Αστυνομικόν Τμήμα κατά την διαδικασίαν του αυτοφώρου. Πριν ξεκινήση η εκπομπή ο τέταρτος εφεσίβλητος ανέφερεν το θέμα εις τον τρίτον και δη ότι κάποια πρόσωπα είχον κλειδωθεί εις το ανακριτικόν γραφείον, χωρίς να μνημονεύση λεπτομέρεις, και ο τελευταί9ος συνεφώνησεν να γίνη σχολιασμός κατά την διάρκειαν της εκπομπής, χωρίς να γνωρίζη εκ των προτέρων το ακριβές περιεχόμενον των δηλώσεων του τετάρτου εφεισλβήτου. Όταν αυτός κατά την διάρκειαν της "ζωντανής" μεταδόσεως της εκπομπής εξέθεσεν τους άνω ισχυρισμούς αυτού περί των γεγονότων, εις τα πλαίσια ου προεκτεθέντος διαλόγου, ο τρίτος εφεσίβλητος, αντελήφθη ότι ακούεται μόνον η μία πλευρά και ότι επιρρίπτονται δυσφημηστικοί ισχυρισμοί εις βάρος της ετέρας και ευθύς εξ αρχής δια της άνω φράσεως "Κύριε Ψ4..... θα πάρουμε.... και θα πω εγώ ότι θα αναζητήσω την απάντηση γιατί εγώ δεν μπορώ να υιοθετήσω τίποτα" αδοκίμως μεν, λόγω της δομής του προφορικού λόγου, πλην σαφώς, δια μεν της φράσεως "εγώ δεν μπορώ να υιοθετήσω τίποτα" εδήλωσεν αποστασιοποίησιν από τους ισχυρισμούς του τετάρτου εφεσιβλήτου και δια της φράσεως ".....θα πάρουμε.....και θα πω εγώ ότι θα αναζητήσω την απάντηση" την επιυμίαν του να ακουσθή και η πλευρά του ενάγοντος. Πράγματι επιδιώκων την αντικειμενικήν και επί ίσοις όροις ενημέρωσιν του τηλεοπτικού κοινού, δια της μάρτυρος ......, επειδή δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία με τον εκκαλούντα, επεκοινώνησεν τηλεφωνικώς με τον δικηγόρον Βασίλειον Καπερνάρον, συνεργάτην του ενάγοντος και πληρεξούσιον δικηγόρον του Γ1, ο οποίος ήδη από της 12ης Σεπτεμβρίου 2003 είχεν συντάξει και αιποστείλει προς τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα και εφημερίδες σχετικόν δελτίον τύπου εν σχέσει προς το επίμαχον επεισόδιον, προκειμένου να ακουσθή και η άποψις και της άλλης πλευράς, διαθέτω εις αυτόν τον απαιτούμενον προς τούτο τηλεοπτικόν χρόνον. Ο τρίτος εφεσίβλητος αλλά και ο δεύτερος εφεσίβλητος απεδείχθη ότι δεν εγνώριζον, αλλά ούτε και ηδύναντο να γνωρίζουν το αληθές ή μη του περιεχομένου της καταγγελίας του τετάρτου εφεσιβλήτου, διότι τα πράγματα ήσαν εισέτι ασαφή και την περί τούτων αλήθειαν εγνώριζον μόνον οι εμπλακέντες εις το επεισόδιον, δεν είχεν δε αρχίσει ακόμη οιαδήποτε πειθαρχική διαδικασία εις βάρος της άνω γραμματέως και η ποινική υπόθεσις ήτο εισέτι εκκρεμής. Όμως κατά τα προεκτεθέντα απεδείχθη ότι ο τρίτος εφεσίβλητος δεν απεδέχθη τις απόψεις του τετάρτου εφεσιβλήτου, διατηρών απόστασιν από τα γεγονότα, ούτε εγνώριζεν εκ των προτέρων τον τρόπον διατυπώσεως της καταγγελίας εκ μέρους του, ούτε το περιεχόμενον αυτής αλλ' ούτε και παράθησεν τούτον να την εκφράση με το συγκεκριμένον περιεχόμενον. Ο εκκαλών και εις την αγωγή έτι δε αναλυτικώτερον εις το εφετήριόν του αποδίδει και προχειρότητα εις την παρουσίασιν του εν λόγω θέματος, διότι ο τρίτος εφεσίβλητος δεν εφρόντισεν εκ των προτέρων να πληροφορηθή το ακριβές περιεχόμενο των δηλώσεων του τετάρτου εφεσιβλήτου, και να επικοινωνήση εγκαίρως με τον εκκαλούντα, ώστε να κληθή και αυτός να διατυπώση την άποψίν του. Όμως τούτο, παρεκτός του ότι είναι αντιφατικόν προς τους άνω αγωγικούς ισχυρισμούς περί εκ των προτέρων γνώσεως και συνεργείας αυτού, επί πάσιν δεν απεδείχθη, καθ' όσον, τουναντίον απεδείχθη ότι ο ανωτέρω τέταρτος εφεσίβλητος, δεν εκλήθη εις την εκπομπήν αρχήθεν δια το συγκεκριμένον ζήτημα το οποίον επιλέγη την τελευταίαν στιγμήν διότι ήτο επίκαιρον και η εκπομπή ήτο "ζωντανή" και η περί τούτου αναφορά μη προγραμματισμένη και, ως εκ τούτου, δεν είχεν άνεσιν χρόνου να προβή εις τις εν θέματι ενέργειες.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο ανωτέρω δημοσιογράφος ετήρησεν τους κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, μεριμνών δια την παρουσίασιν των απόψεων αμφοτέρων των πλευρών, χωρίς αλλοίωσιν αυτών ή αποδοχήν της μιας εξ αυτών, μοναδικός δε σκοπός του ήτο η κατά το δυνατόν πληρεστέρα ενημέρωσις του τηλεοπτικού κοινού και δεχθέν την προταθείσα εκ μέρους των τριών πρώτων εναγομένων συναφή ένσταση εκ του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ' του ΠΚ, απέρριψε την αγωγή, ως ουσία αβάσιμο, ως προς τους τρείς πρώτους εφεσίβλητους. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 8 παρ. 1 εδ. α, 9 παρ. παρ. 1 εδαφ. α, 211 παρ. 5 του Π.Δ. 77/03, με το οποίο θεσμοθετείται ο Κώδικας δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών απόψεων και όπως αυτά ερμηνεύονται και εφαρμόζονται με βάση τις απορρέουσες αρχές από τα άρθρα 2 παρ. 1 του Συντάγματος, 17 παρ. 1 του ΔΣΠΠΑ, 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 2 του Δ.Σ.Π.Π.Α., ως επίσης δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, και τέλος δεν παραβίασε ως προς τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ και του Ν. 1178/1981 και οι τρεις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-10-06 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 2196/06 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρισβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ