Supreme Court dismisses appeal against co-plaintiff due to lack of standing and inadmissible evidence assessment claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two plaintiffs against a co-plaintiff company and individuals in a labor dispute. The court ruled that the appellants lacked standing to appeal against their co-plaintiffs who lost the same case, and rejected their claim regarding the court's evidence evaluation. Consequently, the appeal was declared inadmissible on both procedural and substantive grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 556(1) and 558 of the Code of Civil Procedure; A party cannot appeal against a co-plaintiff who lost the same case, and claims challenging the court's factual assessment are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 265 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 265/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Δ. Π., κατοίκου ... και 2) Γ. Χ., κατοίκου ... αντίστοιχα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Παπάντζο.
Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση : 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Α.Ε., ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠιΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Μ.-Ε. Ν. και 3) Α. Κ., κατοίκων .... Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων-καλούντων και την 2η και 3η των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση και την από 30-1-2001 ανακοίνωση δίκης προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης-καθής η κλήση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 1174/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14/10/2002 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1619/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται για νέα συζήτηση με την από 20 Αυγούστου 2004 κλήση των αναιρεσειόντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 31-10-2003 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556 παρ. 1 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι νομιμοποιείται παθητικώς ως αναιρεσίβλητος ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εκείνος δηλαδή έναντι του οποίου ο αναιρεσείων νικήθηκε, όχι δε και ο ομόδικός του, ο οποίος ηττήθηκε επίσης και ο οποίος έχοντας το ίδιο έννομο συμφέρον ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, μόνον ως ομόδικος του αναιρεσείοντος, με την άσκηση αναιρέσεως από κοινού ή αυτοτελώς, δύναται να μετάσχει στην κατ' αναίρεση δίκη. Επομένως η αίτηση αναιρέσεως την οποία ασκεί ο εκκαλών δεν επιτρέπεται να στραφεί κατά του συνεκκαλούντος - ομοδίκου του. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση τόσον οι αναιρεσείοντες Δ. Π. και Γ. Χ., όσον και οι δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες Μ. - Ε. Ν. και Α. Κ. ήταν εκκαλούντες - ομόδικοι στην εφετειακή δίκη. Κατά συνέπειαν, απαραδέκτως απευθύνθηκε η αίτηση αναιρέσεως κατά των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων και γι' αυτό πρέπει ν' απορριφθεί ως προς αυτούς.
Επειδή, όπως προκύπτει, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες 7381/19.6.2003 και 11226/15.9.2005 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., ακριβές αντίγραφο α) της από 14.10.2002 αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τις 11.11.2003 και κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτή επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον Γ. Σ. ως εκκαθαριστή της υπό εκκαθάριση τελούσης πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, κατά την οποία, δικάσιμο, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, και β) της από 20.8.2005 κλήσεως των αναιρεσειόντων με την οποία επαναφέρθηκε προς συζήτηση η αναίρεση, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο και κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτή επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπο της α' αναιρεσίβλητης εταιρίας. Επομένως αφού δεν εμφανίσθηκε αυτή κατά την ως άνω νόμιμη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει ν' αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Θεμελιώνει η προβαλλόμενη πλημμέλεια, με βάση τις παραδοχές της αποφάσεως, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο. Συμπλήρωσή τους με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα η και σ' αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιτρέπεται. Εξ άλλου, εκτός από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 561 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αναίρεση, χωρίς ν' αναφέρεται σ' αυτή κανένας συγκεκριμένος λόγος από τους απαριθμούμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με τις αγωγικές εργατικές αξιώσεις των αναιρεσειόντων, που, στερούμενοι βιβλιαρίου υγείας, απασχολήθηκαν στην ξενοδοχειακή επιχείρηση της αναιρεσίβλητης.
Η περιεχόμενη στο αναιρετήριο αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, αφού πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία όμως κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.10.2002 αίτηση της Δ. Π. κ.λ.π. για αναίρεση της 1174/2002 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ