Legislator Case Law & Legislation
2659/2008 AI generated

2659/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2659/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-6-2001, ήτοι για έξι (6) μήνες, α)ενώ έπρεπε να καταβάλει σ' αυτή μηνιαίως το ποσό των 1.034,56 ευρώ και συνολικά το ποσό των 6.207,36 ευρώ, αυτός κατέβαλε το ποσό των 2.817,30 ευρώ και οφείλει ποσό #3.390,06# ευρώ.

Legislator headnote

AI generated

2659/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Keywords

AI generated
unpaid work unemployment benefits overpayment unpaid remuneration provisions on emoluments unemployment benefits of directors undeclared gainful employment
AI generated
1250/2022
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
2011/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 370/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 395/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/12/2011 αίτησή της.
2073/2008
Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή, Πολιτική αγωγή, Χρηματική ικανοποίηση, Τόκοι.
1678/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
412/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2659 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 2659/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νικολέττα Μπασδέκα, περί αναιρέσεως της 4238/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την ...., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1288/2008.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά την παράγρ.1 του άρθρου μόνον του αν.690/1945, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2336/1995 "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σ'αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτα από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένοι για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50-% του καθυστερουμένου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ'αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις.

Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του α.ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να περιλαμβάνει με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω και την ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής, εκπρόσωπος κλπ), το χρόνο που διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, τις ημερήσιες ή μηνιαίες τακτικές και έκτακτες αποδοχές, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε μετά την αφαίρεση τούτου από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο καθορίζονται οι αποδοχές του εργαζομένου.

Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατ/νος στη ....

κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 25-7-2005, ενώ ήταν εργοδότης-υπεύθυνος της ατομικής επιχείρησης εκδόσεως βιβλίων και εντύπων, με το διακριτικό τίτλο "......", που βρίσκεται επί της οδού ...., δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στη ...., την οποία απασχόλησε στην παραπάνω επιχείρηση ως γραφίστρια-σελιδοποιό, ειδικευμένη στην ηλεκτρονική σύνθεση με τη χρήση Η/Υ από 1-1-1995 έως 25-7-2005, με ημερομίσθιο, τις οφειλόμενες αποδοχές και χορηγίες, που είναι καθορισμένες από τη συλλογική σύμβαση εργασίας, διοικητικής πράξης και τον Α.Ν. 690/1945, και ειδικότερα δεν κατέβαλε σ' αυτή, συνολικά το ποσό 46.062,21 ευρώ, κατά τα παρακάτω λεπτομερώς αναφερόμενα:

1) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-6-2001, ήτοι για έξι (6) μήνες, α)ενώ έπρεπε να καταβάλει σ' αυτή μηνιαίως το ποσό των 1.034,56 ευρώ και συνολικά το ποσό των 6.207,36 ευρώ, αυτός κατέβαλε το ποσό των 2.817,30 ευρώ και οφείλει ποσό #3.390,06# ευρώ.

β) Για δώρο Πάσχα έτους 2001, ενώ όφειλε ποσό 517,28 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 234,77 ευρώ και οφείλει ποσό #282,51# ευρώ.

2) Για το χρονικό διάστημα από 1-7-2001 έως 3-10-2001, ήτοι για τέσσερις (4) μήνες, α)ενώ έπρεπε να καταβάλει σ' αυτή μηνιαίως, ποσό 1.053 ευρώ και συνολικά ποσό 4.212 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 1.878,20 ευρώ και οφείλει ποσό #2.333,80# ευρώ και β)για επίδομα άδειας έτους 2001, ενώ όφειλε ποσό 526,50 ευρώ, αυτός κατέβαλε στην ανωτέρω ποσό 234,77 ευρώ και οφείλει ποσό #291,73# ευρώ.

3) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2001 έως 31-12-2001, ήτοι για δύο μήνες, α)ενώ έπρεπε να καταβάλει μηνιαίως ποσό 1.053 ευρώ και συνολικά 2.106 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 997,80 ευρώ και οφείλει ποσό #1.108,20# ευρώ, β)Για δώρο Χριστουγέννων 2001, ενώ όφειλε ποσό 1.053 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 498,90 ευρώ και οφείλει ποσό #554,10# ευρώ.

4) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 30-4-2002, ήτοι για τέσσερις (4) μήνες, ενώ έπρεπε να καταβάλει στην ανωτέρω μηνιαίως ποσό 1.084,36 ευρώ και συνολικά 4.337,44 ευρώ, αυτός κατέβαλε 1.995,60 ευρώ και οφείλει #2.341,84# ευρώ.

5) Για το χρονικό διάστημα από 1-5-2002 έως 30-6-2002, ήτοι για δύο (2) μήνες, α)ενώ έπρεπε να καταβάλει μηνιαίως ποσό 1.084,50 ευρώ και συνολικά ποσό 2.169 ευρώ, αυτός κατέβαλε 1.040 ευρώ και οφείλει ποσό #1,129# ευρώ. β)Πα δώρο Πάσχα 2002, ενώ έπρεπε να καταβάλει ποσό 542,25 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 260 ευρώ και οφείλει #282,25# ευρώ.

6) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 31-12-2002, ήτοι για έξι (6) μήνες, α)ενώ έπρεπε να καταβάλει μηνιαίως ποσό 1.1110,60 ευρώ και συνολικά ποσό 6.663,60 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 3.120 ευρώ και οφείλει #3.543,60# ευρώ. β)Για επίδομα άδειας έτους 2002, ενώ έπρεπε να καταβάλει ποσό 555,30 ευρώ, αυτός κατέβαλε 260 ευρώ και οφείλει #295,30# ευρώ και γ)Για δώρο Χριστουγέννων έτους 2002, έπρεπε να καταβάλει ποσό 1.110,60 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 520 ευρώ και οφείλει ποσό #590,60# ευρώ.

7) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 30-6-2003, ήτοι για έξι (6) μήνες, α)ενώ έπρεπε να καταβάλει μηνιαίως ποσό 1.138,54 ευρώ και συνολικά ποσό 6.831,24 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 3.120 ευρώ και οφείλει #3.711,24#ευρώ. β)Για δώρο Πάσχα έτους 2003, ενώ έπρεπε να καταβάλει ποσό 569,27 ευρώ, αυτός κατέβαλε 260 ευρώ και οφείλει #309,27# ευρώ.

8) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2003, έως 31-12-2003, ήτοι για έξι (6) μήνες, α)ενώ έπρεπε να καταβάλει μηνιαίως ποσό 1.163,54 ευρώ και συνολικά 6.981,24 ευρώ, αυτός κατέβαλε 3.120 ευρώ και οφείλει #3.861,24# ευρώ. β)Για επίδομα άδειας έτους 2003, ενώ έπρεπε να καταβάλει ποσό 581,77 ευρώ, αυτός κατέβαλε 260 ευρώ και οφείλει #321,77# ευρώ και γ) Για δώρο Χριστουγέννων έτους 2003, ενώ έπρεπε να καταβάλει ποσό 1.163,54 ευρώ, αυτός κατέβαλε 520 ευρώ και οφείλει #643,54# ευρώ.

9) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-5-2004, ήτοι για πέντε (5) μήνες, α)ενώ έπρεπε να πληρώσει ποσό 1.260,28 ευρώ μηνιαίως και συνολικά ποσό 6.301,40 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 2.600 ευρώ και οφείλει #3.701,40# ευρώ. β)Για δώρο Πάσχα έτους 2003, ενώ έπρεπε να καταβάλει ποσό 630,14 ευρώ, αυτός κατέβαλε 260 ευρώ και οφείλει #370,14# ευρώ.

10) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2004 έως 31-8-2004, ήτοι για τρεις (3) μήνες, α)ενώ έπρεπε να καταβάλει ποσό 1.260,28 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 3.780,84 ευρώ, αυτός κατέβαλε 1.710 ευρώ και οφείλει #2.070,84# ευρώ. β)Για επίδομα άδειας έτους 2004, ενώ έπρεπε να καταβάλει ποσό 630,14 ευρώ, αυτός κατέβαλε 285 ευρώ και οφείλει #345,14# ευρώ.

11) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 31-12-2004, ήτοι για τέσσερις (4) μήνες, α)ενώ έπρεπε να καταβάλει μηνιαίως ποσό 1.285,66 ευρώ, μηνιαίως και συνολικά ποσό 5.142,64 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 2.280 ευρώ και οφείλει #2.862,64# ευρώ και β)Για δώρο Χριστουγέννων έτους 2004, ενώ έπρεπε να καταβάλει ποσό 1.285,66 ευρώ, αυτός κατέβαλε ποσό 570 ευρώ και οφείλει #715,66# ευρώ.

12) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 30-6-2005, ήτοι για έξι (6) μήνες, α) ενώ έπρεπε να καταβάλει μηνιαίως ποσό 1.324,50 ευρώ και συνολικά ποσό 7.947 ευρώ, αυτός δεν κατέβαλε και επομένως οφείλει το ποσό των #7.947# ευρώ. β)Για δώρο Πάσχα έτους 2005, ενώ έπρεπε να καταβάλει στην ανωτέρω ποσό 662,25 ευρώ, αυτός κατέβαλε στην ανωτέρω ποσό 285 ευρώ και οφείλει ποσό #377,25# ευρώ.

13) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2005 έως 27-7-2005, ήτοι για 21 ημέρες, α)ενώ έπρεπε να καταβάλει ποσό 1.324,50 ευρώ μηνιαίως και συνολικά ποσό για τις 21 ημέρες 1.112,58 ευρώ, αυτός κατέβαλε 132,24 ευρώ και οφείλει #980,34# ευρώ. β)Για αποδοχές αδείας οφείλει #1.324,50# ευρώ και γ)για επίδομα άδειας ποσό 662,25 ευρώ, έναντι του οποίου κατέβαλε ποσό 285 ευρώ και οφείλει #377,25# ευρώ.

Συνολικά δε, οφείλει στην ανωτέρω εργαζόμενη ποσό #46.062,21# ευρώ.

Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατ/νος για την παραπάνω αξιόποινη πράξη." Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο παράβασης του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια , και χρηματική ποινή 15.000.

ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως για την οποίαν κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος , τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 του ΠΚ, καθώς και της τοιαύτης της παράγρ. 1 του άρθρου μόνον του αν 690/1945, όπως αυτή αντίκ.

με το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2336/1995 τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα εκτίθενται σ'αυτήν η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εργοδότου της μισθωτού πολιτικώς εναγούσης, ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η κατά τα άνω μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το κατά τα άνω ημερομίσθιο που είναι καθορισμένο από τη συλλογική σύμβαση εργασίας,και με βάση αυτό οι οφειλόμενες στην πολιτικώς ενάγουσα από τον κατηγορούμενο εργοδότη του ως άνω αποδοχές, αποδοχές από τα ως άνω δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, από τα παραπάνω επιδόματα αδείας και τις ως άνω αποδοχές αδείας, ανερχόμενες στο συνολικό ως άνω ποσό των 46.062,21 ευρώ, για τη μη καταβολή του οποίου καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος.

Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ αντίθετοι προς τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 61 Κ.Ποιν.Δ. Όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει σχέση με την ποινική δίκη ,μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής.

Η απόφαση αυτή μπορεί ν' ανακληθεί. Η ανωτέρω απόφαση είναι προπαρασκευαστική (άρθρ. 548 Κ.Ποιν.Δ) και μπορεί να ανακληθεί κατά τη νέα μετ' αναβολή συζήτηση της υπόθεσης. Η ανάκληση μπορεί να είναι και σιωπηρή, αν το δικαστήριο δεν εμμείνει στην προπαρασκευαστική του απόφαση και χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Επομένως έλλειψη αιτιολογίας δεν θεμελιώνει η αιτίαση, ότι το δικαστήριο αποφάνθηκε οριστικά για την κατηγορία, χωρίς να εμμένει σε προηγούμενη αναβλητική απόφασή του μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση του Εφετείου Λάρισας επί αγωγής της πολιτικώς ενάγουσας, αφού με τον τρόπο αυτό το δικαστήριο ανακάλεσε την προπαρασκευαστική του απόφαση σιωπηρώς, έχοντας προς τούτο εξουσία .

Υπέρβαση εξουσίας, που συνιστά τον κατά τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Η ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν: α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του και β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Στην προκειμένη περίπτωση με λόγο της αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, προσάπτεται στο Δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, ότι δηλαδή αυτό υπερέβη την εξουσία του με το να δικάσει την παραπάνω διαφορά, αφού αυτή, ως αστική, υπάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, άλλως γιατί αυτό το ίδιο έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα, υπαγόμενο στα πολιτικά δικαστήρια, κρίνοντας ότι η από 3-4-2001 Σ.Σ.Ε που κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ.13600/2001 Υ.Α καθορίζει την αμοιβή της πολιτικώς ενάγουσας.

Ο λόγος αυτός είναι επίσης αβάσιμος, διότι η μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο μόνο του α.ν. 590/1945, αποτελεί αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), τιμωρούμενη με φυλάκιση μέχρι 6 μηνών και χρηματική ποινή, δικαιοδοσία δε και αρμοδιότητα για την εκδίκασή της έχει το μονομελές πλημμελειοδικείο σε πρώτο βαθμό και το τριμελές πλημμελειοδικείο σε δεύτερο (άρθρα 114 στοιχ.

Α' και 112 παρ. 3 του ΚΠΔ) και, συνεπώς, το παραπάνω Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία για την κατ'έφεση εκδίκαση της υπόθεσης, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του ΚΠΔ το ποινικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει παρεμπιπτόντως κάθε ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη, ακόμη και όταν υπάγεται στα πολιτικά δικαστήρια, με εξαίρεση τα αναφερόμενα στα άρθρα 329, 339 παρ.3 και 355 του ΠΚ ζητήματα, περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω.

Ολες οι λοιπές, στην έκθεση αναίρεσης διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι, γι'αυτό, απαράδεκτες.

Με βάση αυτά που έχουν εκτεθεί, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Απριλίου 2008 αίτηση του ....., για αναίρεση της 4238/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ