Legislator Case Law & Legislation
264/2024 AI generated

264/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 264/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

264/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για τη συζήτηση, δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 2097/2022 (ΑΠ 2097/2022, ΑΠ 696/2021).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 264 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 264/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Φ., μονίμου κατοίκου …, νομίμου εκ διαθήκης κληρονόμου και καθολικού διαδόχου της αποβιωσάσης Δ. Γ. του Ν.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Καραμανώλη, η οποία ανακάλεσε την από 7-11-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Γ. του Ν., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευδοκία Καλογεράκου.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4838/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 349/2014 μη οριστική και 319/2019 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-8-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ αν την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση, δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 2097/2022 (ΑΠ 2097/2022, ΑΠ 696/2021).

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 280 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία, ''θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο'', εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, αν και δεν αναφέρεται στις διατάξεις στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι η με αυτό παραπομπή σε ορισμένες διατάξεις του ΚΠολΔ.

δεν είναι περιοριστική, ενόψει και του ότι ούτε χρήση του στερητικού μορίου ''μόνο'' γίνεται με το άρθρο 573 παρ. 1, ούτε η εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 280 παρ. 2 είναι ασυμβίβαστη προς τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού στο άρθρο 575 ΚΠολΔ προβλέπεται η δυνατότητα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, όπως και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (αρθρ. 241 ΚΠολΔ), ούτε η ρύθμιση εκείνης προσκρούει στις περί ερημοδικίας διατάξεις ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1048/2023, ΑΠ 1387/2021, ΑΠ 187/2018, ΑΠ 582/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τη με αριθμό …/2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο …, Ε. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (22-11-2022), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση, στην αναιρεσίβλητη.

Η τελευταία κατά την εκφώνηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης από τη σειρά του πινακίου στην άνω δικάσιμο, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Ευδοκία Καλογεράκου, η οποία παραστάθηκε μόνο για την υποβολή αιτήματος αναβολής της συζήτησης και μετά την απόρριψη του αιτήματος αυτού από το Δικαστήριο τούτο, αποχώρησε.

Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η αναιρεσίβλητη θεωρείται ότι δεν εμφανίστηκε, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Στα πλαίσια της διάταξης αυτής το δικαστήριο, αξιοποιώντας και τη δυνατότητα που του παρέχει η διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μπορεί να διατάξει ο,τιδήποτε θα ήταν πρόσφορο να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς και ιδιαίτερα την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων, σχετικά με την υπόθεση.

Η κατά την ως άνω διάταξη αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων, αποβλέπει στην πληρότητα της έκθεσης των πραγματικών ισχυρισμών τους και όχι στην απόδειξη της αλήθειας αυτών. Ως εκ τούτου διαφέρει από την ένορκη ή ανώμοτη εξέταση των διαδίκων που προβλέπεται στο άρθρο 415 του ΚΠολΔ και δεν είναι υποστατό αποδεικτικό μέσο, αφού δεν περιλαμβάνεται στα αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, όπως, αντίθετα, η εξέταση των διαδίκων, η οποία και αναφέρεται ρητά στην εν λόγω διάταξη.

Έτσι, αν το δικαστήριο της ουσίας, θεωρήσει τα όσα οι διάδικοι διευκρινιστικά εξέθεσαν κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο ακροατήριο, ως περιεχόμενο χωρίς όρκο κατάθεσης και τα συνεκτιμήσει με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11β' του ΚΠολΔ, δηλαδή της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, που δεν προσκομίσθηκε (ΑΠ 1088/2018, ΑΠ 943/2017, ΑΠ 117/2016, ΑΠ 757/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με τη με αριθμό 349/2014 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών διατάχθηκε η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, προκειμένου, κατά τη νέα δικάσιμο, να τους υποβληθούν ερωτήσεις, σχετικά με την υπόθεση και ειδικότερα την ιστορική βάση της αγωγής και τους προβαλλόμενους με την έφεση της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) ισχυρισμούς, σύμφωνα με το άρθρο 245 ΚΠολΔ.

Ωστόσο, μετά την έκδοση της άνω απόφασης αποβίωσε η εφεσίβλητη - ενάγουσα και στη δικονομική θέση αυτής υπεισήλθε, ως μόνος εκ διαθήκης κληρονόμος της, ο ήδη αναιρεσείων, ο οποίος κατά τη συζήτηση που επαναλήφθηκε, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, χωρίς να εμφανιστεί ο ίδιος. Αντίθετα, εμφανίστηκε η εκκαλούσα - εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία και απάντησε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις των μελών της σύνθεσης του δικαστηρίου, σχετικά με τα παραπάνω ζητήματα, που τέθηκαν από την ως άνω, μη οριστική, απόφαση του Εφετείου.

Ακολούθως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, παραγνωρίζοντας τον προαναφερόμενο χαρακτήρα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης των διαδίκων, θεώρησε το περιεχόμενο των διασαφήσεων της αναιρεσίβλητης, ως χωρίς όρκο κατάθεση (ανωμοτί κατάθεση), την οποία και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων), προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα.

Έτσι, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που δεν προσκομίστηκε και, κατά συνέπεια, ο πρώτος από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης, πλέον, της έρευνας των λοιπών λόγων, αφού η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω δεκτού γενομένου καταλαμβάνει και αυτούς, οι οποίοι, επίσης, κατατείνουν στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, στο σύνολό της.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 319/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ