264/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated264/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στο αναιρεσείον του κατατεθέντος παράβολου, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσείοντος, το οποίο παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 264 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 264/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μάγκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Ά., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κιαούλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1979/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4274/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-2-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12-2-2019 (αρ. κατ. 188/2019) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 4274/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/ 2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1975/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999) "η χρήση ων ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς, όσο και για τους επιβάτες". Κατά δε το άρθρο 33 Κ.Ο.Κ "1. Απαγορεύεται η μεταφορά επιβατών με οδικά οχήματα κατά τρόπο τέτοιο ώστε να δημιουργείται κίνδυνος και ειδικότερα απαγορεύεται: 2.α) Η μεταφορά επιβατών περισσοτέρων των αναγραφομένων στην άδεια κυκλοφορίας του οχήματος".
Στη προκείμενη περίπτωση με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι παραβίασε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 παρ.
β', 914 ΑΚ και του άρθρου 12 παρ. 5 και 33 παρ. 1 και 2α του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, διότι το Εφετείο με πλημμελή και αντιφατική αιτιολογία κατάληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του αποκλεισμού κάθε μορφής συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου παθόντος εκ του ενδίκου ατυχήματος, ως προς την πρόκληση του τραυματισμού του και την έκταση αυτού, πράγμα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 16-2-2015 αγωγή αποζημιώσεως από τροχαίο ατύχημα κατά:
α) του D.T. του N. και β) του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ., με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν, καθένας τους εις ολόκληρον, νομιμότοκα, συνολικό ποσό 48.397,69 ευρώ, προς αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Μετά την παραδεκτή παραίτηση από του δικογράφου ως προς τον πρώτο εναγόμενο εκδόθηκε η με αριθμό 1979/ 2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή για το ποσό των 17.850 ευρώ.
Στη συνέχεια κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, και με την με αριθμό 4274/2018 απόφαση απορρίφθηκαν αμφότερες κατ'ουσίαν. Ειδικότερα το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την εν λόγω αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: " Όταν έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα (στις 10/7/2010 και περί ώρα 13.00 επί της Εθνικής Οδού Αρδανού - Ορεστιάδος - Καστανεων), το οποίο έγινε κάτω από τις συνθήκες που εκτίθενται στην εκκαλουμένη απόφαση (δεν αμφισβητήθηκαν από το εναγόμενο - εκκαλούν - εφεσίβλητο οι εν λόγω συνθήκες, όπως δεν υπήρξε αμφισβήτηση για το ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του προρρηθέντος ατυχήματος τύγχανε ο οδηγός του ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου), ναι μεν ο παθών - ενάγων και ήδη εφεσίβλητος - εκκαλών, Π. Κ. του Α. είχε επιβιβασθεί σε αυτοκίνητο (το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ, ιδιοκτησίας Α. Κ.), το οποίο δεν διέθετε για όλους σταθερά καθίσματα (βλ. την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος αυτού, αντίγραφο της οποίας προσκομίζεται μετ' επικλήσεως) και εκείνος με άλλα δύο άτομα κάθονταν στο δάπεδο του οχήματος, τούτο όμως ουδόλως συνδέεται αιτιωδώς τόσο με τις συνθήκες του ρηθέντος ατυχήματος, όσο και με τον εξαιτίας του τελευταίου (ατυχήματος) προκληθέντα τραυματισμό του ενάγοντα - εφεσιβλήτου - παθόντα.
Κατά συνέπεια, τα αυτά αφού δέχθηκε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την οικεία ένσταση του εναγομένου - εκκαλούντος - εφεσιβλήτου περί συνυπαιτιότητας του αντιδίκου του στην πρόκληση του τραυματισμού του, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατ' αυτόν τον τρόπο τα όσα περί του αντιθέτου διατείνεται το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν - εφεσίβλητο "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης", με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα κατ' ουσίαν και ως εκ τούτου αβάσιμος από ουσιαστική άποψη και απορριπτέος τυγχάνει ο αμέσως προηγούμενος λόγος έφεσης".
Με τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφορικά, ιδίως, με την τυχόν συντρέχουσα αμέλεια του παθόντος αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση και την έκταση του τραυματισμού του, με αποτέλεσμα, εξ αιτίας των παραπάνω ασαφειών και ελλείψεων, να στερείται η προσβαλλόμενη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτεί ο νόμος και να μην καθίσταται έτσι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των διαπιστωθέντων από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις, που προαναφέρθηκαν.
Ειδικότερα δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία να δικαιολογείται η απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος (που νομότυπα προβλήθηκε ως ένσταση και λόγος έφεσης) περί συνυπαιτιότητος του παθόντος αναιρεσιβλήτου στη πρόκληση και την επίταση του τραυματισμού του εκ του ενδίκου ατυχήματος, παρά μάλιστα την παραδοχή περί του ότι αυτός είχε επιβιβασθεί επί του ενός εκ των εμπλεκομένων οχημάτων, καθήμενος επί του δαπέδου αυτού, καθ'υπέρβαση του επιτρεπόμενου αριθμού επιβατών.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα.
Περαιτέρω παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, καθόσον καθίστανται αλυσιτελείς, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης του παραπάνω λόγου, που έγινε δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στο αναιρεσείον του κατατεθέντος παράβολου, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσείοντος, το οποίο παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4274/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου στο αναιρεσείον.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ