Legislator Case Law & Legislation
264/2020 AI generated

264/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 264/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

264/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει, ότι προηγείται του τελευταίου, που κατατάχθηκε στον πίνακα, και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972 § 2 εδ.

Keywords

AI generated
order of seizure disciplinary measure stay of execution of sentence proper reasons for non-use police misconduct action challenging schedule of claims
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 264 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 264/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κυριάκο Οικονόμου και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα - Χαριτίνη Μηλιώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), νομίμως εκπροσωπουμένου υπό του Διοικητού αυτού και εν προκειμένου υπό του Διευθυντού του Τοπικού Υποκαταστήματος ..., ως οιονεί καθολικός διάδοχος του εν Αθήναις εδρεύοντος Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφαλίσεως Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Υποκατάστημα ...), 2) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Β' ... και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σουλιώτη, η τρίτη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου, ενώ το δεύτερο αναιρεσίβλητο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Κοινοποιουμένη προς: Ε. Κ., που κατοικοεδρεύει στη ... και η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2011 ανακοπή του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) ..., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1, 2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1083/2013, ΑΠ 1361/2013).

Εξάλλου, σφάλματα του συμβολαιογράφου κατά τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης προσβάλλονται με ανακοπή, οπότε εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη του άρθρου 979 ΚΠολΔ. Από αυτή καθώς και από εκείνες των άρθρων 972 § 1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την ανακοπή, που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατάταξης, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαίτησης του καθού η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης.

Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει, ότι προηγείται του τελευταίου, που κατατάχθηκε στον πίνακα, και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972 § 2 εδ.

β' ΚΠολΔ). Το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλομένη απαίτηση και την κατάταξη του καθού η ανακοπή, δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της απόφασης περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετάσχοντες της δίκης άλλους δανειστές.

Εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής, που δεν άσκησε ανακοπή. Κατά συνέπεια όταν ασκείται ανακοπή κατά πλειόνων αναγγελθέντων και καταταγέντων δανειστών, η οποία εν τοις πράγμασι αποτελεί υποκειμενική σώρευση ανακοπών με την μορφή της παθητικής ομοδικίας (ΚΠολΔ 74 περ.1), έναντι των οποίων προβάλλεται το υπαρκτό και η προνομιακή κατάταξη της απαίτησης του ανακόπτοντος, οι τελευταίοι, ως καθών η ανακοπή και για την ταυτότητα του νομικού λόγου ως αναιρεσίβλητοι, συνδέονται με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (ΚΠολΔ 74 περ.2) και τούτο για τον λόγο ότι το υπαρκτό της απαίτησης του ανακόπτοντος και ο προνομιακός της χαρακτήρας κατά την κατάταξη συγκρίνεται ως προς καθένα από τους καθών, χωρίς να επηρεάζονται από αυτό οι μεταξύ τους σχέσεις αναφορικά με το ποσό της κατάταξης, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελούνται οι καθών, ώστε να παρίσταται ανάγκη σύγκρισης μεταξύ τους ως προς τις απαιτήσεις τους για τις οποίες αναγγέλθηκαν και κατατάχθηκαν (ΑΠ 2117/2014).

Επομένως, υπαρχούσης εν προκειμένω μεταξύ των διαδίκων απλής ομοδικίας, όσον αφορά το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων (Ελληνικό Δημόσιο) που ως αναγγελθείς δανειστής είχε καταταγεί στον προσβαλλόμενο με την ανακοπή του πρώτου πίνακα κατάταξης, πρέπει η προς αυτό συζήτηση κα κηρυχθεί απαράδεκτη, αφού, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (8.4.2019), τούτο δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και δεν προσκομίζεται αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης, από το οποίο να προκύπτει ποιός από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, καθώς επίσης να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς αυτό, και να χωρήσει νομίμως η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους κατ' άρθρο 576 παρ.3 ΚΠολΔ.

Από το συνδυασμό των άρθρων 69 και 517 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η έφεση απευθύνεται κατά του νικητή αντιδίκου του εκκαλούντος, όχι δε και κατά του απλού ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον εκκαλούντα..

Εξαίρεση δηλαδή από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη που ωφελεί τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλάπτει τον εκκαλούντα, αφού, στην περίπτωση αυτή, παρά την ομοδικία, υπήρξαν αντίθετα μεταξύ των ομοδίκων συμφέροντα και η ικανοποίηση με την προσβαλλομένη απόφαση του συμφέροντος του ενός, έγινε εις βάρος του συμφέροντος του άλλου (ΑΠ 25/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με επίσπευση της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, δυνάμει της .../27-7-2011 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ε. Κ., εκπλειστηριάστηκε ακίνητο της μη διαδίκου οφειλέτιδας Μ. Χ., με επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα 59.700 ευρώ.

Στον ανωτέρω πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν: α) το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, (του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος κατέστη το ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων-ΕΦΚΑ-), για απαίτηση του ποσού 4.768,13 ευρώ, β) το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, για ποσό 33.274,35 ευρώ, γ) η αναιρεσείουσα, για απαίτησή της, ύψους 18.345,30 ευρώ και δ) η τρίτη των αναιρεσιβλήτων για απαίτησή της, ύψους 205.000 ευρώ.

Για την εξασφάλιση των ανωτέρω αναγγελθεισών απαιτήσεών τους η αναιρεσείουσα είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης, στις 3.6.2005 μέχρι του ποσού των 78.000 ευρώ και δεύτερη προσημείωση υποθήκης στις 20.9.2006, μέχρι του ποσού των 129.000 ευρώ, ενώ η τρίτη των αναιρεσιβλήτων είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης στις 4-7-2007, η οποία ετράπη σε υποθήκη στις 11-1-2011 μέχρι του ποσού των 190.261,02 ευρώ.

Η ανωτέρω επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, συνέταξε τον 18134/2011 πίνακα κατάταξης δανειστών, στον οποίο κατάταξε επί του εναπομείναντος, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, ποσού των 48.724 ευρώ, το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων οριστικά για ποσό 16.241,34 ευρώ και στο υπόλοιπο, την αναιρεσείουσα τυχαία για ποσό 6.633,89 ευρώ και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων οριστικά για ποσό 25.848,77 ευρώ, ενώ δεν κατέταξε καθόλου το πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Επί της ασκηθείσας από 10-10-2011 ανακοπής του τελευταίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας κατά του ανωτέρω πίνακα κατάταξης, στρεφόμενης κατά των λοιπών αναγγελθέντων δανειστών, εκδόθηκε η 57/2014 οριστική απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, που την έκανε δεκτή και αφού μεταρρύθμισε τον ανωτέρω πίνακα, κατέταξε το πρώτο των αναιρεσιβλήτων για το σύνολο της αναγγελθείσας απαίτησης του, ύψους 4.768,13 ευρώ, το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, για ποσό 14.651,96 ευρώ, και στο υπόλοιπο ποσό, συμμέτρως την αναιρεσείουσα και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων για ποσά 2.406,99 και 26.896,92 ευρώ αντίστοιχα, χωρίς να λάβει υπόψη τη χρονικώς προηγούμενη προσημείωση υποθήκης της αναιρεσείουσας, αλλά και ωφελώντας την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, που δεν είχε ασκήσει ανακοπή, σε μέρος του αποδεσμευόμενου ποσού, σε βάρος της κατάταξης της αναγγελθείσας απαίτησης της αναιρεσείουσας.

Κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα την οποία έστρεψε τόσο κατά του αντιδίκου της ανακόπτουσας και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, όσο και κατά της ομοδίκου της στην ανακοπή του τελευταίου, ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων, παραπονούμενη για τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο, της χρονικώς προηγούμενης εγγραφής της ασφαλίζουσας την απαίτησή της προσημείωση υποθήκης.

Κατά το μέρος που αφορά την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... η εκκαλούσα είναι η δεύτερη των καθ' ων η ανακοπή, η οποία με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν συνδέεται με δικονομική σχέση απλής ομοδικίας με τον πρώτο και την τρίτη των καθ' ων η ανακοπή, δεύτερο και τρίτη των εφεσιβλήτων αντιστοίχως.

Η ως άνω εκκαλούσα έχει παραλείψει να ασκήσει ανακοπή εναντίον (του δευτέρου) και της τρίτης των εφεσιβλήτων επιδιώκοντας την αποβολή τους από τον πίνακα κατατάξεως και την επωφελή για την ίδια μεταρρύθμιση αυτού επικαλούμενη μεταξύ άλλων και την χρονική προτεραιότητα της εγγραφής υπέρ αυτής προσημειώσεως υποθήκης, την οποία στην κρινόμενη έφεση προβάλλει ισχυριζόμενη, ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ακολούθησε την επιχειρούμενη με τον συγκεκριμένο πίνακα σύμμετρη κατάταξη των απαιτήσεων της ιδίας και της τρίτης εφεσίβλητης.

Όπως όμως παραπάνω εκτέθηκε η εκκαλούσα χωρίς η ίδια να έχει ασκήσει ανακοπή, αποκλείεται να επιδιώξει την υπέρ αυτής μεταρρύθμιση του πίνακα κατατάξεως. Συνακόλουθα με την κρινόμενη έφεση αποκλείεται να επιτευχθεί η βελτίωση της θέσης της εκκαλούσας έναντι των απλών ομοδίκων αυτής (δεύτερου) και τρίτης των εφεσιβλήτων η κατάταξη των οποίων όπως άλλωστε και της εκκαλούσας μεταβλήθηκε με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δέχτηκε την ανακοπή αποκλειστικά στις σχέσεις αυτών με το ανακόπτον και ήδη πρώτο εφεσίβλητο το οποίο είναι ο αποκλειστικός ωφελούμενος διάδικος από την συντελούμενη μεταρρύθμιση του πίνακα.

Υπό τους όρους αυτούς η υπό κρίση έφεση σε σχέση με το δεύτερο και την τρίτη των εφεσιβλήτων ασκείται εκ μέρους της εκκαλούσας, χωρίς να υφίσταται έννομο συμφέρον αυτής και θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το αντίστοιχο μέρος της". Έτσι που έκρινε όμως το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, εφόσον παρά την ομοδικία της αναιρεσείουσας με την τρίτη των αναιρεσιβλήτων στην κατ' έφεση δίκη, η προσβαλλόμενη απόφαση μη λαμβάνοντας υπόψη τη χρονικώς προηγούμενη της τελευταίας εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης με την οποία είχε εξασφαλίσει την αναγγελθείσα απαίτησή της και για την οποία δεν είχε λόγο να ασκήσει ανακοπή, αφού είχε ληφθεί υπόψη από την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο στον συνταχθέντα από αυτή πίνακα κατάταξης, την έβλαψε, ικανοποιώντας σε βάρος της το συμφέρον της ομοδίκου της, τρίτης των αναιρεσιβλήτων, με προφανές το έννομο της συμφέρον για άσκηση έφεσης.

Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ.(κατ'εκτίμηση) 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την ανωτέρω κρίση της, είναι βάσιμος. Με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου"". H αρχή της ισότητας, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο αυτό του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την επιβολή μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός εάν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, δημιουργουμένης διαφορετικά ανισότητας στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας.

Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους. Κατά το δικαστικό αυτό έλεγχο, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη η ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης.

Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή την αυθαίρετη εξομοίωση προσώπων που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες. Και μπορεί μεν, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 24,25/2006, ΟλΣτΕ 1286/2012).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.

Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία των συμβάσεων, προεχόντως, όπως αυτή εκφράζεται στο άρθρο 361 AK, η οποία, εκτός από την ελευθερία της σύναψης ή μη της σύμβασης και την ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλόμενου, περιλαμβάνει και την ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης.

Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ' αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ.3 και 106 παρ.2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 33/2002, 4/1998).

Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ' εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση (πρβλ.

ΟλΑΠ 6/2015). Ακόμη περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, "η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο. 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσης", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα" (ΟλΑΠ 40/1998, ΟλΣτΕ 3405/2014).

Όμως δεν έχει εφαρμογή η συνταγματική διάταξη περί προστασίας της ιδιοκτησίας (άρθ. 17 Συντ.), οσάκις με τα προνόμια θίγεται η, από το εμπράγματο δικαίωμα της υποθήκης, πηγάζουσα εξουσία προτίμησης (προνόμιο), καθόσον η συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας δεν επεκτείνεται και στα δικαιώματα εμπράγματης ασφάλειας, ώστε να καλύπτονται και οι με αυτές ασφαλιζόμενες ενοχικές απαιτήσεις.

Και τούτο γιατί η εμπράγματη ασφάλεια, ενεχυρική ή υποθηκική αποτελεί μεν και αυτή εμπράγματο δικαίωμα, δεν συνιστά όμως αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα δηλαδή καθ' αυτό υφιστάμενο και υπάρχον αλλά παρεπόμενο και εξαρτημένο, συνυφασμένο κατά την υπόστασή του προς την, δι' αυτού, εξασφαλιζόμενη ενοχική απαίτηση, την οποία προϋποθέτει και με την οποία συναποσβήνεται και τέλος δεν παρέχει εξουσία χρήσεως και καρπώσεως του πράγματος αλλά δικαίωμα αξιοποιήσεως και δυνατότητα αποκτήσεως χρηματικής ποσότητας για ικανοποίηση αυτού προνομιακή με την εκποίηση του αντικειμένου της.

Η προστασία που παρέχεται με τις ανωτέρω διατάξεις δεν είναι απόλυτη, αφού είναι επιτρεπτή η επιβολή νομοθετικών περιορισμών, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος. Όρος, όμως, της παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας.

Η αρχή αυτή, ως γενική αρχή του δικαίου, αναγνωριζομένη παγίως από τη νομολογία των δικαστηρίων, ως απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος 1975, αλλά και των άρθρων 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια με την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975, δια του από 6/17 Απριλίου 2001 Ψηφίσματος της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ.1 του άρθρου 25 αυτού, διέπει την όλη δημοσία δράση και δεσμεύει το νομοθέτη, το δικαστή και τη διοίκηση.

Όλα τα μέσα άσκησης της κρατικής εξουσίας, ο νόμος, η δικαστική απόφαση και η διοικητική πράξη, πρέπει να πληρούν τα τρία κριτήρια της, να είναι δηλαδή α) κατάλληλα, ήτοι πρόσφορα για την πραγμάτωση του επιδιωκομένου σκοπού, β) αναγκαία, ώστε να προκαλούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή το κοινό και τέλος γ) εν στενή έννοια αναλογικά, να τελούν δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της επερχόμενης εξ αυτών βλάβης. (ΟλΑΠ 1/2015, 6/2009).

Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) κατοχυρώνεται το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας και της δίκαιης δίκης, οι διατάξεις δε αυτές δεν αποκλείουν τη θέσπιση από τον κοινό νομοθέτη κανόνων και προϋποθέσεων, που να περιορίζουν την άνω προστασία, εφ' όσον οι προϋποθέσεις αυτές συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, δεν υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων συνεπάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας.

Εξάλλου, η μακρόχρονη διατήρηση της ισχύος ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, δεδομένου ότι ένας γενικός περιορισμός της νομοθετικής λειτουργίας, στηριζόμενος σε μόνο το επισφαλές κριτήριο του ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων χαρακτήρα μιας υφισταμένης ρύθμισης θα κατέληγε, ενόψει της ευρύτητάς του, στη διαιώνισή της και θα οδηγούσε, περαιτέρω, στην παράλυση της δράσης του νομοθέτη και στη ματαίωση της, κατά το Σύνταγμα, αποστολής του να ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις, σύμφωνα με τις επιταγές του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτές διαμορφώνονται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες (ΣτΕ 6/1999), και, ειδικότερα, να ασκεί την παρεχομένη σε αυτόν ευχέρεια κατά την εφαρμογή του κρατικού οικονομικού προγραμματισμού (ΣτΕ 490//2020).

Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω συνάγεται ότι, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσης δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας (ΣτΕ 493/2015).

Η Ελληνική Κυβέρνηση αποφάσισε το έτος 2010 να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής σε στενή συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.). Στα πλαίσια αυτά δημοσιεύτηκε ο Ν. 3863/2010 "Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις", με το άρθρο 41 του οποίου τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, με το άρθρο αυτό (παρ. 1 και 5) ορίζονται τα εξής: "1. Στις διατάξεις της περίπτωσης 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985 (ΦΕΚ 91 Α') υπάγονται και οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.

Η περίπτωση 6 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 16 του Ν. 2972/2001 (ΦΕΚ 291 Α'), καταργείται, αναριθμουμένων των επομένων περιπτώσεων...5. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή σε πλειστηριασμούς που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη...". Στη συνέχεια ακολούθησε ο N. 3994/2011 με το άρθρο 56 του οποίου ορίζεται ότι: "η περίπτωση 3 του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

Οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, οι απαιτήσεις των δασκάλων, καθώς και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού.

Οι αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξαρτήτως του χρόνου στον οποίο προέκυψαν. Στην ίδια τάξη υπάγονται και οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας γενικής γραμματείας κοινωνικών ασφαλίσεων, εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.

H διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξεως αυτής, ενώ με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 72 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι: 5." Οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση, διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στις εκτελέσεις που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του.

Τα άρθρα 959 παρ. 2, 963 και 975 παρ. 3 του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και επί πλειστηριασμών, που θα διενεργηθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι απαιτήσεις των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον προέκυψαν μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης, κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων από την έκτη τάξη, που κατατάσσονταν μέχρι τότε και η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά ( 1/3 και 2/3), κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, όταν δηλαδή συντρέχουν με απαιτήσεις εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, γίνεται μετά την ικανοποίηση της τάξης αυτής.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3863/2010 η κατάταξη των απαιτήσεων αυτών των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης στην τρίτη τάξη, θεωρήθηκε αναγκαία, καθόσον κρίθηκε ότι από τη μέχρι τότε ισχύουσα σειρά κατάταξης των απαιτήσεων αυτών στην έκτη τάξη των γενικών προνομίων δημιουργούνταν πολλά οικονομικά προβλήματα στους ασφαλιστικούς οργανισμούς, των οποίων κύρια πηγή εσόδων αποτελούν οι εισφορές εργαζόμενων και εργοδοτών, δεδομένου ότι οι απαιτήσεις τους ικανοποιούνταν σπανίως, αφού προηγούνταν οι απαιτήσεις των υπολοίπων προνομιούχων δανειστών.

Ειδικότερα, με την άνω αιτιολογική έκθεση διατυπώθηκε η διαπίστωση ότι η αποστέρηση των ασφαλιστικών εισφορών από τους οικείους φορείς έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής η πληρωμή των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία τους παροχών (ασθένειας και σύνταξης) στους ασφαλισμένους και στους συνταξιούχους τους.

Ενδεικτικά αναφέρεται η περίπτωση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, του μεγαλύτερου ασφαλιστικού φορέα μισθωτών της χώρας, όπου, σύμφωνα με την νομοθεσία που το διέπει, οι ασφαλιστικές εισφορές αποτελούν προέκταση του μισθού, του κοινωνικού καλούμενου μισθού και ως εκ τούτου πρέπει να καταβάλλονται υπέρ του Ιδρύματος μαζί με το μισθό.

Η αρχή αυτή διατυπώνεται στην εισηγητική έκθεση του α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α') και διαπνέει το σύνολο των διατάξεών του, που επιβάλλουν αυστηρές κυρώσεις σε όσους καθυστερούν την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών. Η κατάταξη των απαιτήσεων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, (όπως και των λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών) στην έκτη θέση των προνομίων έχει το αποτέλεσμα να ικανοποιούνται σπανίως οι αναγγελλόμενες απαιτήσεις του, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η εκπλήρωση της αποστολής του Ιδρύματος (πληρωμή συντάξεων και λοιπών παροχών προς τους ασφαλισμένους), δεδομένου ότι κατά ρητή επιταγή του νόμου, (άρθρο 26 παρ. 7 του α.ν. 1846/1951-ΦΕΚ 179 Α721-6-1951) η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών από τον εργοδότη, δεν συνεπάγεται για τον ασφαλισμένο στέρηση ή μείωση των δικαιωμάτων του σε παροχές.

Για τους λόγους αυτούς, προτάθηκε η υπαγωγή στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (δηλαδή μαζί με τις απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και των αποζημιώσεων λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας) και των απαιτήσεων των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, ώστε αυτές να ικανοποιούνται συμμέτρως με τις απαιτήσεις των εργαζομένων".

Ενόψει όλων αυτών, οι διατάξεις των άρθρων 41 παρ. 1 και 5 N. 3863/2010 και 56 και 72 παρ.5 Ν. 3994/2011, με τις οποίες τροποποιήθηκαν τα άρθρα 975 και 977 ΚΠολΔ, δεν αντιβαίνουν στο Σύνταγμα και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 5 παρ.1, 17 παρ.1, 20 παρ.1, 25 παρ.1, στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.3 και 14 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών Δικαιωμάτων, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, καθώς και στις συνταγματικές αρχές της νομικής ασφάλειας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης.

Τούτο διότι η ένταξη με αυτές του προνομίου των απαιτήσεων των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης στην τρίτη τάξη των γενικά προνομιούχων δανειστών, εφόσον προέκυψαν μέχρι τον πλειστηριασμό ή την κήρυξη της πτώχευσης και η ικανοποίησή τους πριν από τη διαίρεση του πλειστηριάσματος στα ποσοστά του 1/3 και των 2/3, κατ' άρθρο 977 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που συντρέχουν με απαιτήσεις ενυπόθηκων ή και προσημειούχων δανειστών, έστω και εάν οι απαιτήσεις των τελευταίων έχουν γεννηθεί και ασφαλισθεί με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης πριν από την άνω νομοθετική μεταβολή, αποτελεί ρύθμιση, που εισάγεται με νόμο απρόσωπο, η οποία επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος και όχι από απλό ταμειακό συμφέρον.

Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί απρόσφορη ούτε μη αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν, δεδομένου ότι πριν την τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 975 ΚΠολΔ, δημιουργούντο, κατά τα προαναφερόμενα, στην πράξη σοβαρά οικονομικά προβλήματα στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, των οποίων κύρια πηγή εσόδων αποτελούν οι εισφορές εργαζόμενων και εργοδοτών, με αποτέλεσμα να είναι δυσχερής η εκπλήρωση της αποστολής τους, που συνίστατο στην καταβολή συντάξεων και άλλων παροχών στους ασφαλισμένους τους, ούτε δημιουργείται ανισότητα όμοιων περιπτώσεων διότι δεν πρόκειται για όμοιες περιπτώσεις, εφόσον στη μία περίπτωση υπάρχουν προνομιακές απαιτήσεις και στην άλλη όχι.

Τέλος, δεν αντιβαίνει ούτε στη διάταξη του άρθρου 20 §1 του Συντάγματος, στο μέτρο που η κατάταξη γενικών ειδικών προνομιούχων και εγχειρόγραφων δανειστών είναι ρητά καθορισμένη από το νόμο και με τη διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ παρέχεται το δικαίωμα σε οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης.

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.(ΑΠ 517/2018, ΑΠ 1632/2017).

Επομένως, εφόσον έτσι έκρινε το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την ανακοπή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και κατέταξε την αναγγελθείσα απαίτησή του, πριν από τη διαίρεση του πλειστηριάσματος στα προβλεπόμενα από το άρθρο 977 ΚΠολΔ ποσοστά, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1276, 1277 και 1278 ΑΚ, αλλά και τις διατάξεις των άρθρων 975 και 977 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τις διατάξεις των άρθρων 41 παρ. 1 και 5 Ν. 3863/2010, 56 και 72 παρ. 5 του Ν. 3994/2011.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατεινόμενη ότι έπρεπε οι ως άνω ουσιαστικές διατάξεις να κριθούν αντισυνταγματικές, και αντίθετες στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, είναι αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι "... άφησε αναπάντητους και διήλθε εν σιγή όλους τους νόμιμους, βάσιμους και πλήρως αποδεδειγμένους στην έφεση μας λόγους και ισχυρισμούς μας και τους απέρριψε με τον τρόπο αυτό χωρίς καμιά ιδιαίτερη αιτιολογία ή αναφορά, με αποτέλεσμα, κρίνοντας με τον τρόπο αυτό, να καταστεί αναιρετέα ...".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού για τη θεμελίωση του δεν εκτίθεται ποιοί ισχυρισμοί της απορρίφθηκαν, ποιά η επιρροή τους στην υπόθεση, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η υπαγωγή του σε κάποιον από τους προβλεπόμενους από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους.

Κατ' ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων, πρέπει: 1) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά του έξοδα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και 2) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την τρίτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη Τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστή διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την απόφαση αυτή (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν και να καταδικαστεί η τρίτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την από 27.3.2018 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", για αναίρεση της υπ'αριθμ.45/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και χωρίζει την υπόθεση ως προς αυτό.

Απορρίπτει την ανωτέρω αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ).

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Αναιρεί κατά το μέρος που αφορά την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη Τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", την υπ' αριθμ. 45/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει, κατά το μέρος αυτό, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν.

Καταδικάζει την τρίτη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2020.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΣΑ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ