Legislator Case Law & Legislation
264/2019 AI generated

264/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 264/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

264/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α' του π.δ. 237/1986, κατά την οποία οι ως άνω ποσοτικοί περιορισμοί που τέθηκαν με το 4ο άρθρο παρ. γ' του Ν. 4092/ 2012 υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου, δεν αφορούν την περίπτωση κατά την οποία η υποχρέωση του τελευταίου προέρχεται από ατύχημα που προκάλεσε αυτοκίνητο του οποίου ο οδηγός παραμένει άγνωστος. Ειδικότερα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 19 § 1 εδ.

Keywords

AI generated
paralysis insurance unfit notwithstanding health condition self-rehabilitation preexisting degenerative condition health impairment in military insurance cerebral palsy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 264 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 264/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Χρόνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) ελληνικής ανώνυμης εταιρίας ασφαλίσεων κατά ζημιών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και υπεισήλθε εκ του νόμου στη θέση της το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκε με την με αρ. εκθ. καταθ. 53/22-2-2011 αγωγή άλλου προσώπου, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 149/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2015 μη οριστική και 142/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-9-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 2ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. …51/9.2.2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου Δ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 18-9-2017 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Από τις διατάξεις, των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιον λόγο έφεσης, εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης, είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, είτε έχει αναδρομική δύναμη είτε όχι, εφόσον όμως, στην τελευταία περίπτωση, καταλαμβάνει, χρονικά, την επίδικη έννομη σχέση (ΑΠ Ολομ. 7/2011).

Με το άρθρο τέταρτο, παρ. γ' του ν. 4092/2012, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 489/1976 (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986) και εισήχθησαν ρυθμίσεις, ως προς την ευθύνη του "Επικουρικού Κεφαλαίου", βάσει των οποίων α) τέθηκε, ως ανώτατο όριο, στη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο, β) ειδικά, για την περίπτωση ευθύνης του "Επικουρικού Κεφαλαίου" εξαιτίας ατυχήματος που προκλήθηκε από αυτοκίνητο, καλυπτόμενο, ως προς την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, από ασφαλιστική εταιρεία, η οποία πτώχευσε ή της οποίας ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας, ή η εκτέλεση σε βάρος της απέβη άκαρπη, ορίστηκε κλιμακωτά η υποχρέωσή του να καταβάλει την αποζημίωση που επιδικάστηκε (με ανώτατο όριο 100.000 ευρώ, με εξαίρεση για τα πρόσωπα που ζημιώθηκαν με αναπηρία) και γ) ορίστηκε ότι οι ρυθμίσεις αυτές καταλαμβάνουν και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του "Επικουρικού Κεφαλαίου", χωρίς, πάντως, να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, αν οριστική απόφαση που επιδικάζει ορισμένα ποσά κατά του "Επικουρικού Κεφαλαίου" εκδόθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4092/2012, ήτοι 8-11-2012, η δε κατ' αυτής έφεση συζητήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του και με την απόφαση του Εφετείου διαφοροποιούνται τα ποσά που πρωτοδίκως επιδικάστηκαν, τότε δεν ισχύουν οι ποσοτικοί περιορισμοί, αφού έχει προηγηθεί οριστική απόφαση που εκδόθηκε πριν από το νόμο 4092/2012, ανεξάρτητα του αν αυτή τροποποιείται (ΑΠ 957/2017, ΑΠ 69/2017).

Επίσης, με άλλο εδάφιο στην ίδια γ' παράγραφο του άρθρου αυτού, διατηρήθηκε η πρόβλεψη ότι οι τόκοι που βαρύνουν το "Επικουρικό Κεφάλαιο" για την καταβολή αποζημιώσεων και χρηματικών ικανοποιήσεων υπολογίζονται με επιτόκιο 6% ετησίως που μπορεί να μεταβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδας.

Όμως, οι νέες αυτές διατάξεις είναι αντίθετες: 1) όσον αφορά εκείνες, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός στα ποσά που επιδικάζονται ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, έναντι του αναιρεσείοντος, στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της οδηγίας 72/166 του Συμβουλίου της 24-4-1972 και στην παράγραφο 4 του άρθρου 1 της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983 (84/5/ΕΟΚ), αλλά και στο άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ.

δ' του Συντάγματος, ενώ, κατά το μέρος που η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του αναιρεσείοντος, αντίκειται στα άρθρα 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ("ΕΣΔΑ"), που κυρώθηκε εκ νέου (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη, έναντι των νόμων, ισχύ (ΑΠ Ολομ., 5/2017, 4/2017) και 2) όσον αφορά εκείνες που περιορίζουν το ύψος του επιτοκίου, στα άρθρα 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδάφ.

δ' του Συντάγματος, 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997) και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της "ΕΣΔΑ" (ΑΠ Ολομ. 3/2017, 4/2017 και 5/2017, ΑΠ 153/2018). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 περ. α` του Π.Δ. 237/1986, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 40 Ν. 3746/2009, ΦΕΚ Α' 27/16.12.2009 "το Επικουρικό Κεφάλαιο (Ε.Κ.) είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητιστικά ατυχήματα, όταν:

α) Αυτός που υπέχει ευθύνη παραμένει άγνωστος. Στην περίπτωση όμως αυτή δεν υπάρχει υποχρέωση αποζημίωσης λόγω υλικών ζημιών". Από την εξαιρετική δε και ρητή διατύπωση της παραπάνω διατάξεως προκύπτει, ότι και όταν στο ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα προκαλούνται θανάτωση ανθρώπου ή σωματικές βλάβες και συνάμα υλικές ζημιές αποκαθίστανται μεν οι ζημίες για τη θανάτωση ή σωματικές βλάβες, όχι όμως και οι υλικές ζημίες (ΑΠ 1300/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, Μονομελές Εφετείο Λάρισας με τις με αριθμό 110/2015 εν μέρει οριστική και 142/2017 οριστική συμπροσβαλλόμενες αποφάσεις του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των οχημάτων που είχαν εμπλοκή σε αυτό τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 17-5-2009 και ώρα 18.20' περίπου ο πρώτος εναγόμενος, Γ.

Ρ., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ...3 δίκυκλη μοτοσικλέτα, της ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..."), της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, πριν την έκδοση της εκκαλουμένης, και έτσι στη θέση αυτής υπεισήλθε το τρίτο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, κινούνταν στο 21ο χιλ.

της Ε.Ο ... με κατεύθυνση προς Λάρισα. Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας (κατεύθυνση), έχει πλάτος οδοστρώματος 16,30 μ. και πλάτος ερείσματος 1,30 μ. Στο παραπάνω σημείο υπάρχει καμπύλη, δηλαδή στροφή. Το οδόστρωμα της παραπάνω οδού είναι άσφαλτος, η κατάσταση αυτής, κατά την παραπάνω ημέρα, ήταν ξηρά, επικρατούσε φως ημέρας, καλοκαιρία, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή.

Το όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο σημείο της οδού είναι 90 χιλ. ανά ώρα. Ο εναγόμενος οδηγός-μοτοσικλετιστής, Γ. Ρ., αποτελούσε μέλος ευάριθμης ομάδας μοτοσικλετιστών, οι οποίοι κινούνταν εν είδει κομβόι. Στην κεφαλή της ομάδας των μοτοσικλετιστών κινούνταν ο ενάγων της πρώτης, κατά σειρά παραπάνω αναφερόμενης, αγωγής, Ά.

Γ., ο οποίος οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ...03 δίκυκλη μοτοσικλέτα του, η οποία ήταν μεγάλου κυβισμού, (1.340 κ.εκ). Πίσω από αυτόν κινούνταν ο ενάγων της δεύτερης, κατά σειρά παραπάνω αναφερόμενης, αγωγής, Π. Κ., ο οποίος οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ...04 δίκυκλη μοτοσικλέτα του, η οποία επίσης ήταν μεγάλου κυβισμού, (1.340 κ.εκ.).

Ο εναγόμενος οδηγός, Γ. Ρ., ο οποίος ήταν τελευταίος στη σειρά όλων των μοτοσικλετιστών, δώδεκα (12) περίπου στον αριθμό, ενήργησε προσπέραση στις προπορευόμενες αυτού μοτοσικλέτες. Για την υλοποίηση της προσπέρασης ανέπτυξε πολύ μεγάλη ταχύτητα. Όταν ο εναγόμενος οδηγός, (Γ. Ρ.), πλησίασε στην παραπάνω χιλιομετρική θέση και, ενώ υπήρχε αριστερή στροφή, ως προς την κατεύθυνση της πορείας του, επιχείρησε να προσπεράσει και τους δύο ενάγοντες, Ά.

Γ. και Π. Κ.. Όταν είχε προσπεράσει τον τελευταίο, (Π. Κ.), και, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η προσπέραση του μοτοσικλετιστή Α. Γ., εισήλθε στο ρεύμα πορείας του εναγομένου οδηγού (Γ. Ρ.), ένα αυτοκίνητο, τα στοιχεία κυκλοφορίας του οποίου παρέμειναν έως και σήμερα άγνωστα. Ο Γ. Ρ., για να αποφύγει την επερχόμενη σύγκρουση του δικύκλου οχήματός του με το άγνωστο αυτοκίνητο, κινήθηκε με αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά.

Κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης οδηγικής ενέργειας προσέκρουσε με την μοτοσικλέτα του στο οπίσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του Α. Γ.. Ο τελευταίος εξαιτίας αυτού του γεγονότος, αλλά και επειδή κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα, μεγαλύτερη δηλαδή της επιτρεπόμενης στο συγκεκριμένο σημείο, έχασε την ισορροπία του και ανατράπηκε στο οδόστρωμα, η δε μοτοσικλέτα του ανωτέρω πλαγιολίσθησε και εκτράπηκε προς τα δεξιά, παρεμβλήθηκε δε κατά την ανεξέλεγκτη συγκεκριμένη πορεία της στη πορεία του μοτοσικλετιστή Π.

Κ.. Ο τελευταίος δεν μπόρεσε να αποφύγει το συγκεκριμένο εμπόδιο, διότι και αυτός κινούνταν με μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης ταχύτητα, με αποτέλεσμα να ανατραπεί και να συρθεί στο οδόστρωμα. Οι ενάγοντες, Ά. Γ. και Π. Κ., τραυματίστηκαν και τα δίτροχα οχήματά τους υπέστησαν εκτεταμένες υλικές ζημίες. Το ανωτέρω ατύχημα, υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, οφείλεται στη συντρέχουσα υπαιτιότητα όλων των εμπλεκομένων οδηγών, οι οποίοι από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας του μέσου συνετού οδηγού, δεν οδηγούσαν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, ούτε ασκούσαν πλήρως τον έλεγχο και την εποπτεία των οχημάτων που οδηγούσαν, ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή και προ οποιουδήποτε εμποδίου να εκτελέσουν τους απαιτούμενους χειρισμούς.

Ειδικότερα ο οδηγός του αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας αυτοκινήτου δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και επιπλέον εισήλθε παράνομα στο ρεύμα κυκλοφορίας του εναγομένου οδηγού Γ. Ρ.. Επίσης ο εναγόμενος οδηγός, (Γ. Ρ.), κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ κινούνταν με πολύ μεγάλη ταχύτητα, υπερβαίνουσα κατά πολύ το νόμιμο όριο ταχύτητας των 90 χιλ.

ανά ώρα, και επιχείρησε προσπέραση, εκτός των άλλων μη εμπλακέντων μοτοσικλετών, και αυτών των δύο συνεχόμενων δίκυκλων οχημάτων των εναγόντων Α. Γ. και Π. Κ., ενώ πλησίαζε σε στροφή, και έτσι επετείνονταν ο βαθμός δυσκολίας και επικινδυνότητας της οδήγησης...... Συνυπαίτιοι ωστόσο στην πρόκληση του παραπάνω ατυχήματος και στον τραυματισμό τους είναι και ο καθένας από τους παραπάνω ενάγοντες - παθόντες, κατά ποσοστό 30% ο καθένας ξεχωριστά για τις αφορώσες αυτούς, (τον καθένας τους), περιουσιακές και μη (περιουσιακές) ζημίες τους, οι οποίοι (ενάγοντες οδηγοί) δεν οδηγούσαν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους (άρθρο 12 παρ. 1 ΚΟΚ), αλλά και με μεγάλη ταχύτητα, υπερβαίνουσα το νόμιμο όριο ταχύτητας των 90 χιλ.

ανά ώρα, με αποτέλεσμα, αφενός μεν να μην αντιληφθούν την προς τα δεξιά κίνηση-ελιγμό του εναγομένου οδηγού Γ. Ρ. και αφετέρου να μην είναι σε θέση λόγω της έλλειψης προσοχής να πραγματοποιήσουν και οι ίδιοι αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδηση των δικύκλων οχημάτων τους, προκειμένου να αποφύγουν τη σύγκρουση......

Αναφορικά με τη δεύτερη αγωγή του ενάγοντος Π. Κ., και τα με αυτή για κάθε ειδικότερη αιτία διεκδικούμενα ποσά αποζημίωσης, αποδείχθηκαν από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: ο ανωτέρω τραυματίστηκε σοβαρά και διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο …. Ακολούθως, δηλαδή την επόμενη ημέρα, μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο …., όπου διαπιστώθηκε ότι αυτός υπέστη κάταγμα πλευρών, κάταγμα λεκάνης, κάκωση Θ.Μ.Σ.Χ (ρήξη μεσοσπονδύλιου δίσκου) και κάταγμα μηριαίου άμφω.

Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και νοσηλεύθηκε στη ΜΕΘ του παραπάνω νοσοκομείου, όπου διαπιστώθηκε βλάβη στο θωρακικό μυελό (Θ4 - Θ5). Στη συνέχεια και πιο συγκεκριμένα στις 21-5-2009 διακομίσθηκε στο 424 ΓΣΝΕ ….αι στις 9-0-2009 εισήχθη στη Νευροχειρουργική Κλινική, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος έως τις 17-9-2009.

Η κλινική εξέταση του παραπάνω παθόντος πιστοποίησε ότι αυτός υπέστη πλήρη αισθητοκινητική παραπληγία επί εδάφους βαρείας κάκωσης θωρακικού μυελού από το επίπεδο Θ4 - Θ5. Στις 17-9-2009 εισήχθη στο 401 ΓΣΝΑ από το οποίο εξήλθε στις 9-10-2009. Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του Στρατού (ΑΣΥΕ) ενέκρινε τη μετάβασή του σε εξειδικευμένο κέντρο αποκατάστασης στο εξωτερικό και πιο συγκεκριμένα στη Στοκχόλμη Σουηδίας.

Στο εν λόγω θεραπευτήριο ο ενάγων νοσηλεύθηκε από τις 9-11-2009 έως τις 28-1-2010 προς αποκατάσταση των τραυμάτων του...... Ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 33 ετών και υγιής. Αυτός εργαζόταν και ήταν ενεργός ως άνθρωπος. Από το σοβαρό τραυματισμό του νοσηλεύθηκε επί μακρόν, όπως ήδη αναφέρθηκε. Ήδη βρίσκεται στην οικογενειακή οικία, καθόσον είναι έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων.

Η βαριά κάκωση είχε έντονα δυσμενείς επιπτώσεις στην προσωπική ζωή του, καθόσον είναι παραπληγικός, με αποτέλεσμα να περιορισθεί σημαντικά η κοινωνική δραστηριότητά του στο μέλλον. Συγκεκριμένα αυτός πάσχει από σπαστική παραπληγία με ποσοστό αναπηρίας 80% επ' αόριστον, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ.

….25/31-8-2011 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν…. και έχει αποστρατευτεί.

Συνεπώς, ο ανωτέρω παθών από το ατύχημα και τον τραυματισμό του υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω συνθήκες του ατυχήματος, την ηλικία του παθόντος, το είδος, την ένταση και την έκταση της σωματικής κακώσεώς του, τη διάρκεια της νοσηλείας του, την εξέλιξη της υγείας του, τον πόνο που δοκίμασε, τις ως άνω συνέπειες της σωματικής, αλλά και ψυχικής υγείας του, δεδομένου ότι έχει κριθεί ανάπηρος σε ποσοστό 80% επ' αόριστον, το βαθμό του πταίσματος του πρώτου εναγόμενου οδηγού, το βαθμό συνυπαιτιότητας του δικαιούχου ενάγοντος, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση αυτού, και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμούνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στον παθόντα ενάγοντα, όπως αυτός εκπροσωπείται, το ποσό των 95.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη.

Από τα προεκτιθέμενα είναι σαφές ότι πλέον της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί από τον κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμό του, αυτός (τραυματισμός) έχει σοβαρή δυσμενή επίδραση στο μέλλον του, το οικονομικό και το προσωπικό-οικογενειακό-κοινωνικό, αφού θα αντιμετωπίζεται ως άτομο με ειδικές ανάγκες, γεγονός που δεν του παρέχει ευοίωνες προοπτικές επαγγελματικής και γενικότερα προσωπικής εξέλιξης.

Όπως είναι φυσικό, οι συνέπειες αυτές δεν μπορούν να καλυφθούν εντελώς με τις παροχές των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ. Το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πιο πάνω συντρέχουσες περιπτώσεις (ηλικία, φύλο του παθόντος, είδος και έκταση της αναπηρίας του, επιπτώσεις αυτής, κοινωνική, προσωπική και οικονομική κατάστασή του κ.λπ), κρίνει ότι για την αντιμετώπιση των ως άνω δυσμενών επιπτώσεων της αναπηρίας του στο οικονομικό, επαγγελματικό και προσωπικό μέλλον του, δικαιούται, πληρουμένων των προϋποθέσεων εφαρμογής της 931 ΑΚ αποζημίωσης ύψους 75.000 ευρώ...".

Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την κατά των αναιρεσιβλήτων στρεφόμενη έφεση του αναιρεσείοντος, τις κατά του τελευταίου στρεφόμενες έφεση και πρόσθετους λόγους, που άσκησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, την έφεση και την με τις προτάσεις ασκηθείσα αντέφεση που άσκησε το δεύτερο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, και, δεχόμενο εν μέρει τη με αριθμό 104/28.3.2011 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, προσδιόρισε την από το ένδικο ατύχημα συνολική αξίωσή του από την αιτία αυτή, στο ποσόν των 201.029 ευρώ.

Στη συνέχεια και με την ιδιαίτερη επισήμανση στο σκεπτικό, ότι εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση η διάταξη 19 παρ. 2 περ. στ' του π.δ. 237/1986, όπως η παρ. 2 είχε αντικατασταθεί με την παρ. 26 άρθρ. 37 Ν. 2496/1997 ΦΕΚ Α' 87/16.5.1997 και εκ νέου αντικαταστάθηκε με τη παρ. γ` του τέταρτου άρθρου του Ν. 4092/2012 ΦΕΚ Α' 220/8-11-2012, σύμφωνα με την οποία συντρέχει για τις αξιώσεις αυτές ποσοτικός περιορισμός μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ υπέρ του δεύτερου αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", εναγομένου προεχόντως με την ιδιότητα του ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "...", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, υποχρέωσε τους εναγομένους, να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής 201.028,59 ευρώ, το Επικουρικό Κεφάλαιο όμως, ευθυνόμενο σε ολόκληρο με τον συνεναγόμενό του και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Γ.

Ρ. μέχρι του ποσού των 100.000,00 ευρώ δεχόμενο τον σχετικό, με λόγο αντέφεσης, προβληθέντα οψιγενή ισχυρισμό του. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας και δεδομένου ότι α) ο Ν. 4092/2012 άρχισε να ισχύει από 8.11.2012, β) η υπ' αριθμ. 149/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, δημοσιεύθηκε την 1η Ιουνίου 2012, ήτοι πριν την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου, γ) οι κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως ως άνω αναφερόμενη έφεση, αντέφεση και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως συζητήθηκαν στις 27.1.2017, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4092/2012, και δ) οι ήδη συμπροσβαλλόμενες, δημοσιευθείσες η πρώτη στις 31.3.2015 και η δεύτερη στις 25.4.2017 με αριθμούς 110/2015 και 142/2017 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με τις οποίες εξαφανίσθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια, αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, έγινε δεκτή η κατά τα άνω αγωγή και επιδικάσθηκε συνολική ως άνω, διαφοροποιημένη ως προς το ύψος της, εν σχέσει μ' εκείνην που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως, αποζημίωση, η οποία περιλάμβανε εκτός από τη θετική ζημία (31.028,95 €) και τα ποσά της μελλοντικής ζημίας του άρθρου 931 ΑΚ και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ύψους 75.000 και 95.000 ευρώ αντίστοιχα, μικρότερα των πρωτοδίκως επιδικασθέντων (85.000 και 105.000 € αντίστοιχα), δημοσιεύθηκαν η πρώτη στις 31.3. 2015 και η δεύτερη στις 25.4.2017, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του προαναφερομένου ν. 4092/2012, η ένδικη υπόθεση δεν καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, και, συνεπώς, δεν τίθεται θέμα ελέγχου της συνταγματικότητας ή μη των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ως άνω νόμου ως προς τον ποσοτικό περιορισμό της ευθύνης του ήδη αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου.

Το Εφετείο όμως, που έκρινε ότι το δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο ευθύνεται εις ολόκληρο με τον πρώτο αναιρεσίβλητο για την καταβολή μέρους του επιδικασθέντος συνολικά στον αναιρεσίβλητο ποσού 201.000 ευρώ, της ευθύνης του περιοριζομένης κατά τα άνω στο ποσό των 100.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του τέταρτου άρθρου παρ.

γ' του Ν. 4092/2012 που αντικατέστησε το άρθρο 19 του Ν. 239/1986. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνακολούθως με την παραδοχή της βασιμότητας του τρίτου αναιρετικού λόγου, καθίσταται πλέον αδιάφορη νομικά για την ένδικη περίπτωση η έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στις προσβαλλόμενες την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 πλημμέλεια, επικαλούμενος παραβίαση των άρθρων 3 § 1 της οδηγίας 72/166 του Συμβουλίου της 24-4-1972, 1 § 4 της 2ης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983 (84/5/ΕΟΚ), 17 § 1, 25 § 1 εδάφ.

δ' του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθ. Πρωτ της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα στην ένδικη περίπτωση, η, κατά τα αναφερόμενα στον τρίτο λόγο αναίρεσης, παραβίαση της διάταξης του τέταρτου άρθρου παρ. γ' του Ν. 4092/2012, (σύμφωνα με την οποία ο, υπέρ του δευτέρου αναιρεσιβλήτου υποχρέου κατά τα παραπάνω ΝΠΙΔ, περιορισμός της καταβαλλομένης στον ζημιωθέντα αποζημίωσης, δεν ισχύει για τις αξιώσεις που έχουν βεβαιωθεί με προγενέστερη της ισχύος του νόμου οριστική απόφαση), αποκλείει στην ένδικη περίπτωση την έρευνα της συνταγματικότητας των διατάξεων του ίδιου νόμου, με τον οποίο τέθηκαν οι ποσοτικοί περιορισμοί της αποζημίωσης, που το τελευταίο υποχρεώνεται να καταβάλλει στον αναιρεσείοντα, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας με τον διακριτικό τίτλο "...", στην οποία είχε ασφαλιστεί για τις σε τρίτους τυχόν προκαλούμενες ζημίες το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός.

Περαιτέρω, σχετικώς με το ποσοστό του οφειλομένου από το ήδη αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο τόκου, και ανεξάρτητα από το ότι στην αίτηση αναίρεσης ο αναιρεσείων με την επικαλούμενη απ' αυτόν από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που αφορά το τμήμα αυτό του πρώτου λόγου, δεν παραθέτει ουδεμία σχετική παραδοχή του Εφετείου, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του περιεχομένου των προσβαλλομένων αποφάσεων προκύπτει, ότι στο σκεπτικό τους ουδεμία διαλαμβάνεται παραδοχή, σχετική με το ποσοστό του τόκου με το οποίο επιβαρύνεται το δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο.

Αντίθετα με το διατακτικό της με αριθμό 142/2017 οριστικής απόφασης, επιτάσσεται σε βάρος του τελευταίου και υπέρ του αναιρεσείοντος, η εις ολόκληρο με τον πρώτο αναιρεσίβλητο καταβολή του ποσού των 100.000 ευρώ "νομιμοτόκως", χωρίς διαχωρισμό για το ποσοστό του τόκου με τον οποίο επιβαρύνεται το Επικουρικό Κεφάλαιο.

Επομένως ο λόγος αυτός, κατά το σχετικό με τον επιβαλλόμενο σε βάρος του ως άνω ΝΠΙΔ τόκο μέρος του, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ακολούθως πρέπει κατά τούτο να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εξάλλου με την παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης παρέλκει και η έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου, με τον οποίο και πάλι προσάπτεται στις προσβαλλόμενες η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 19 § 1 εδ.

α' του π.δ. 237/1986, κατά την οποία οι ως άνω ποσοτικοί περιορισμοί που τέθηκαν με το 4ο άρθρο παρ. γ' του Ν. 4092/ 2012 υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου, δεν αφορούν την περίπτωση κατά την οποία η υποχρέωση του τελευταίου προέρχεται από ατύχημα που προκάλεσε αυτοκίνητο του οποίου ο οδηγός παραμένει άγνωστος. Ειδικότερα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 19 § 1 εδ.

α' του π.δ. 237/1986, που εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος (στις 17.5.2009), πριν την αντικατάστασή της από το άρθρο 40 Ν. 3746/2009 (ΦΕΚ Α' 27/16.12.2009), το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν καλύπτει τις προκληθείσες από το ατύχημα υλικές ζημίες.

Συνεπώς τυχόν παραδοχή του λόγου αυτού οδηγεί σε μικρότερης έκτασης αναιρετικό αποτέλεσμα από εκείνο που έχει, η κατά άνω παραδοχή της βασιμότητας του ως άνω τρίτου λόγου αναίρεσης για την από το Επικουρικό Κεφάλαιο, χωρίς περιορισμούς σύμφωνα με το τέταρτο άρθρο παρ. γ' του Ν. 4092/2012 (19 § 2 εδ. γ' του π.δ. 237/1986), κάλυψη ευθύνης για το σύνολο της αποζημίωσης, είτε αυτή αφορά υλικές ζημίες, είτε ζημίες προερχόμενες από σωματικές βλάβες.

Από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Κατά δε το άρθρο 12 παρ. 1 του ΚΟΚ "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες...". Σε κάθε περίπτωση, η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ, δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 498/2015, ΑΠ 869/2013).

Από τις ως άνω παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης το αποδεικτικό πόρισμα της οποίας προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300 και 914 του ΑΚ, καθώς και του άρθρου 12 παρ. 1α του ΚΟΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων περιστατικών για να αιτιολογηθεί η κατ' αιτιώδη συνάφεια προς τα ζημιογόνα αποτελέσματα τελούσα συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, από το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο αναιρεσείων υπερέβη το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, στο σημείο εκείνο του δρόμου των 90km/h, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί και το ακριβές, υπερβαίνον την επιτρεπομένη ταχύτητα, μέγεθός της, (το οποίο δεν διαπιστώθηκε), κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι οι καταθέσεις συγκεκριμένων αυτοπτών μαρτύρων, οδηγούν σε αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη σχετικά με τη συνυπαιτιότητα του ιδίου αλλά και το μέγεθος του ποσοστού 30%, που, σε σχέση με τον κυρίως υπαίτιο, δεύτερο αναιρεσίβλητο, του καταλόγισε η προσβαλλομένη, συνιστούν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως ο σχετικός τέταρτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος προσιδιάζει στον αριθμό 19 και όχι στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, σε κάθε περίπτωση δε είναι και απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος αν βεβαιώνεται με την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση (ΑΠ 1589/2014, ΑΠ 1223/2008, ΑΠ 438/2008, ΑΠ 1008/2007).

Στην ένδικη περίπτωση, με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας σ' αυτόν το ποσό των 75.000 για την από το άρθρο 931 ΑΚ αξίωσή του, δεν έλαβε υπόψη τη με ημερομηνία 23-10-2013 γνωμάτευση του "Γενικού Επιτελείου Στρατού - Ανώτατη Στρατού Υγειονομική Επιτροπή", στην οποία βεβαιώνεται, ότι το ποσοστό της μόνιμης αναπηρίας του που προήλθε από τη βαριά σωματική κάκωση που υπέστη από το ατύχημα ανήλθε σε ποσοστό 95% κατά το χρόνο της απόλυσής του (13-11-2012) και όχι σε 80% όπως αναφέρει στις παραδοχές της η προσβαλλομένη.

Ο λόγος αυτός, ο οποίος κατ' εκτίμησιν περιέχει την αιτίαση από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τους αριθμούς 8 και 10 του ίδιου άρθρου όπως αναφέρεται στην αίτηση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε "τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπ' όψιν, είτε προς πλήρη απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ουσίας σχετικά με τον βαθμό της αναπηρίας του αναιρεσείοντος και ακολούθως για τον προσδιορισμό της κατ' άρθρο 931 ΑΚ ειδικής αποζημίωσης, έλαβε υπόψη του το ως άνω έγγραφο, το οποίο συνδυαστικά εκτίμησε με τις μετ' επικλήσεως προσκομισθείσες, ρητώς αναφερόμενες στην με αριθμό 110/2015 απόφαση του Εφετείου ιατρικές βεβαιώσεις, πορίσματα Υγειονομικών επιτροπών, αλλά και την έκθεση του εξειδικευμένου κέντρου αποκατάστασης της Στοκχόλμης, στο οποίο μετέβη κατόπιν εγκρίσεως της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του Στρατού (ΑΣΥΕ) και άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική αναφορά και ξεχωριστή αξιολόγηση τούτου.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Από το άρθρο 932 AK προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι (ΑΠ 1557/2017).

Με τον έκτο λόγο στην αίτησή του ο αναιρεσείων, προσάπτει στις προσβαλλόμενες αποφάσεις τις από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες επικαλούμενος, ότι το ποσόν των 95.000 € που επιδικάστηκε σ' αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, υπολείπεται σημαντικά του ποσού των 500.000 €, που σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής αντιστοιχεί στην πραγματική αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης καθόσον το Εφετείο για την αποτίμησή της δεν έλαβε υπόψη του 1) την εγκληματική αμέλεια που επέδειξε ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός, 2) την έκταση της βλάβης που ο ίδιος υπέστη, συνισταμένη σε μόνιμη κατά ποσοστό 95% αναπηρία, 3) τον πόνο που δοκίμασε, τις ταλαιπωρίες, στις οποίες υπεβλήθη, 4) την ηλικία του και τέλος, 5) το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του, το οποίο, όπως επί λέξει αναφέρει στον ίδιο αναιρετικό λόγο το δικαστήριο της ουσίας, "χωρίς αποδείξεις υπερεκτίμησε".

Οι αιτιάσεις αυτές οι οποίες κατ' εκτίμηση προσιδιάζουν στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και όχι στους αριθμούς 8 και 10 του ίδιου άρθρου είναι αβάσιμες, καθώς από τις παραπάνω προς τούτο παρατεθείσες παραδοχές της με αριθμό 110/2015 απόφασης προκύπτει, ότι το δικαστήριο ουσίας οδηγήθηκε στην κρίση του σχετικά με τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, αφού έλαβε υπόψη του συνδυαστικά τις παραδοχές της απόφασης σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, όλα τα παραπάνω στοιχεία και συγκεκριμένα την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση του παθόντος, την κατά 80% μόνιμη αναπηρία του, την νοσηλεία, την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία που υπέστη και υφίσταται, την κατά ποσοστό 30% συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος, το βαθμό της υπαιτιότητας του κάθε οδηγού, την εκτίμηση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, τα οποία αναλυτικά παρέθεσε στο σκεπτικό της.

Διέλαβε συνεπώς πλήρεις, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, τόσο στο ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος αναιρεσείοντος, όσο και στον καθορισμό από το Δικαστήριο σε 80% του ποσοστού της αναπηρίας του κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως ο ως άνω αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Εξ άλλου η κρίση του δικαστηρίου για επιβολή ή συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 192/2016, 68/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Διότι, η συμπροσβαλλόμενη με αριθμό 142/2017 κατά παράβαση του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ απόφαση επιδίκασε ένα μέρος των δικαστικών μου εξόδων, τα οποία καθόρισε μόλις στο ποσό των 1.000,00 ευρώ, τη στιγμή που το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε καθορίσει τη δικαστική δαπάνη στο ποσό των 9.000,00 ευρώ, εν όψει των αγωγικών αιτημάτων και της υπαιτιότητας του α' εφεσίβλητου και του οδηγού του αγνώστου αυτοκινήτου".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, χωρίς να εκτίθεται σ' αυτόν ποιες είναι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και ποιο είναι το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή τους (ΑΠ 652/2018).

Μετά απ' αυτά πρέπει η αναίρεση κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο να απορριφθεί, πλην όμως, κατά παραδοχή της βασιμότητας του τρίτου αναιρετικού λόγου να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο και δη μόνο κατά το κεφάλαιο της παθητικής εις ολόκληρο ευθύνης του με τον πρώτο αναιρεσίβλητο για την καταβολή στον αναιρεσείοντα του συνολικά επιδικασθέντος με την προσβαλλομένη ποσού των 201.000 ευρώ.

Πρέπει συνεπώς να αναιρεθεί η προσβαλλομένη με αριθμό 142/2017 απόφαση του Εφετείου Λάρισας ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο κατά το αντίστοιχο με την παθητική εις ολόκληρο με τον πρώτο αναιρεσίβλητο ευθύνη του κεφάλαιο για την καταβολή του συνολικά οφειλομένου στον αναιρεσείοντα ποσού, η οποία έχει ήδη κατά την έρευνα του παραπάνω λόγου διαπιστωθεί, και, δεδομένου ότι δεν απαιτείται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.

α' ΚΠολΔ.) και να υποχρεωθεί το Επικουρικό Κεφάλαιο να καταβάλλει στον ενάγοντα Π. Κ. εις ολόκληρο με τον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσόν των 201.028,59 ευρώ. Τέλος, ως εκ της ερημοδικίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αναίρεση, δεν θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος δικαστικά έξοδα, αφού αυτός (πρώτος αναιρεσίβλητος), δεν υποβλήθηκε σε τέτοια.

Αντιθέτως, το δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο πρέπει λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας του στην ένδικη υπόθεση, να καταδικαστεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 178 παρ. 1 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα ( άρθρο 495 παρ. 4 εδ.

ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18/9/2017 και με αριθμό κατάθεσης 38/2017 αναίρεση κατά των συμπροσβαλλομένων με αυτή με αριθμούς 110/2015 και 142/2017 αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο. Δέχεται εν μέρει αυτήν ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο.

Αναιρεί την 142/2017 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσης κεφάλαιο.

Κρατεί και Δικάζει την υπόθεση κατά το παραπάνω κεφάλαιο.

Δικάζει την από 24-3-2011 αγωγή του Π. Κ., ήδη αναιρεσείοντος, ως προς το παραπάνω κεφάλαιό της.

Υποχρεώνει το δεύτερο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο να καταβάλλει στον ενάγοντα Π. Κ. σε ολόκληρο με τον πρώτο εναγόμενο Γ. Ρ. το ποσό των διακοσίων μίας χιλιάδων εικοσιοκτώ ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (201.028,59), με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα επίδοσης της αγωγής.

Καταδικάζει το δεύτερο αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των χιλίων επτακοσίων (1.700) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ