264/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated264/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 2683/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η καθής η κλήση με την από 2-7-2014 αίτησή της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 264 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 264/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας - εφεσίβλητης - καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κυριλλόπουλο.
Της εκκαλούσας - εφεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της 1) Νικόλαο Παπαχρονόπουλο και 2) Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. αμφότεροι.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2005 ανακοπή της ήδη καλούσας "..." και την από 10-3-2006 προσεπίκληση της ήδη καθής η κλήση "...", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1982/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5104/2008 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα και ήδη καλούσα με την από 27-11-2008 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1251/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2683/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η καθής η κλήση με την από 2-7-2014 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1092/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2683/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, κράτησε την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της και ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης.
Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 16-10-2015 κλήση της καλούσας - εφεσίβλητης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίστηκε δε Εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της από 3-2-2005 ανακοπής της καλούσας κατά της αρνητικής δηλώσεως της καθής ως τρίτης εκδόθηκε κατόπιν εφέσεώς της κατά της 1982/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την είχε απορρίψει ως αόριστη, η 5104/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που την απέρριψε ως αβάσιμη. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 1251/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου για έλλειψη νόμιμης βάσεως και παραμόρφωση εγγράφου, και στη συνέχεια εκδόθηκε μετ’ αναίρεση η 2683/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που δέχθηκε την ανακοπή, αναγνώρισε ότι υφίσταται η κατασχεθείσα από την ανακόπτουσα απαίτηση της οφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." κατά της καθής και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλλει στην ανακόπτουσα το ποσόν των 733.676 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της ανακοπής. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε εν μέρει με την 1092/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, επειδή δεν έλαβε υπόψη την ένσταση περιορισμού της αποζημιώσεως, που είχε επικαλεσθεί η καθής η κλήση και η ανακοπή. Ο Άρειος Πάγος διακράτησε κατόπιν τούτου την υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, και ήδη με την από 16-10-2015 κλήση της ανακόπτουσας φέρεται νόμιμα προς συζήτηση η μεταξύ των διαδίκων υπόθεση, η οποία και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Η καθής η κλήση και η ανακοπή με τις προτάσεις της παρούσας συζητήσεως επαναφέρει τους ισχυρισμούς και ενστάσεις που είχε προτείνει και κατά τις προηγούμενες συζητήσεις της υποθέσεως, και ειδικότερα: α) περί αοριστίας της ανακοπής, β) περί ουσιώδους πλάνης της ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου του ασφαλίσματος, γ) περί πολλαπλής ασφαλίσεως (συνασφαλίσεως) του ασφαλισμένου ακινήτου, δ) περί δόλιας υπερασφαλίσεως του ασφαλισμένου ακινήτου, ε) περί ανυπαρξίας υποχρεώσεως καταβολής του ασφαλίσματος και νομίμων τόκων λόγω μη τηρήσεως των υποχρεώσεων της ασφαλισμένης εταιρείας και στ) περί μερικής καταστροφής του ασφαλισμένου ακινήτου και συνακόλουθα περιορισμένης ζημίας.
Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί, που προτάθηκαν και ως λόγοι αναιρέσεως κατά της 2683/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, έχουν απορριφθεί με την 1092/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου είτε ως αβάσιμοι είτε ως απαράδεκτοι, και κατά συνέπεια η εκ νέου προβολή τούτων τους καθιστά απαράδεκτους. Αντιθέτως, πρέπει να ερευνηθεί η ένσταση της καθής η ανακοπή - εφεσίβλητης περί ρήτρας στη σύμβαση ασφαλίσεως για απαλλαγή της κατά ποσοστό 10% επί του ποσού της ζημίας, με ελάχιστο ποσό αυτό των 15.000 ευρώ.
Η ένσταση αυτή παραδεκτά προτάθηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του εφετείου, και παρά ταύτα δεν λήφθηκε υπόψη, όπως άλλωστε κρίθηκε με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε εν μέρει και μόνο για το λόγο αυτό την άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Η ένσταση είναι νόμιμη, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 11 ν. 2496/1997, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, καθώς και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και ειδικότερα ως προς την ένσταση περιορισμού της ευθύνης της έναντι της ασφαλισμένης σ’ αυτήν εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε.", που είχε προτείνει η καθής η ανακοπή - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εν λόγω εταιρεία εκμεταλλευόταν κατ’ αποκλειστικότητα οικοδομικό συγκρότημα στο 20ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού ..., το οποίο χρησίμευε ως εκκοκκιστήριο βάμβακος και ήταν σιδηροκατασκευασμένο και λαμαρινοσκεπές.
Η ίδια εταιρεία, ως κάτοχος του ακινήτου αυτού, το είχε ασφαλίσει δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../29-3-2004 ασφαλιστηρίου συμβολαίου στην καθής η κλήση - εφεσίβλητη από κίνδυνο πυρκαγιάς έως του ποσού των 733.676 ευρώ, με διάρκεια ασφάλισης από 8-1-2004 έως 8-1-2005. Στις 13-12-2004 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο ανωτέρω ακίνητο, εξαιτίας της οποίας τούτο καταστράφηκε ολοσχερώς, και κατά συνέπεια επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος.
Η εκκαλούσα - ανακόπτουσα, έχοντας εκτελεστό τίτλο για αξίωση αποζημιώσεως κατά της ως άνω εταιρείας ποσού 1.063.971,30 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, που προερχόταν από την παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων εκ της μεταξύ τους συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, της επέδωσε στις 23-12-2004 επιταγή προς εκτέλεση, με την οποία την επέτασσε να της καταβάλει το ως άνω ποσό.
Στη συνέχεια, με το από 29-12-2004 κατασχετήριο και προς ικανοποίηση της ως άνω χρηματικής απαιτήσεώς της κατά της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας, κατέσχε κάθε χρηματική απαίτηση αυτής κατά της καθής η ανακοπή ασφαλιστικής εταιρείας, που προερχόταν από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως, εις χείρας της τελευταίας ως τρίτης και έως του ποσού των 1.555.442,56 ευρώ.
Η καθής η ανακοπή στις 7-1-2005 προέβη σε αρνητική δήλωση στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών ως προς την ύπαρξη της εν λόγω απαιτήσεως της ως άνω ανώνυμης εταιρείας σε βάρος της. Ωστόσο, η οφειλέτιδα της ανακόπτουσας είναι η μόνη δικαιούχος του ασφαλίσματος, σύμφωνα με το ισχύον κατά το χρόνο επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου ασφαλιστήριο συμβόλαιο, όπως άλλωστε έχει κριθεί αμετακλήτως με την 2683/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Όπως προκύπτει όμως από σχετικό όρο του υπ’ αριθμ. .../2004 συμβολαίου, καθιερώνεται απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρείας κατά ποσοστό 10% σε κάθε ζημία με ελάχιστο ποσό αυτό των 15.000 ευρώ. Κατά συνέπεια υφίσταται ρήτρα περιορισμού της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας κατά το ως άνω ποσοστό του ασφαλίσματος, με το οποίο βαρύνεται η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Συνακόλουθα τούτων, το ασφάλισμα των 733.676 ευρώ, που δέχθηκε αμετακλήτως η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών ότι δικαιούται η ανώνυμη εταιρεία "... Α.Ε." να διεκδικήσει από την καθής η ανακοπή - εφεσίβλητη λόγω ολικής καταστροφής του εκκοκκιστηρίου, πρέπει να μειωθεί κατά το άνω ποσοστό, δηλαδή κατά το ποσόν των (733.676 Χ 10%) 73.367,60 ευρώ, κατ’ αποδοχή της σχετικής ενστάσεώς της, οπότε η απαίτηση της ως άνω εταιρείας περιορίζεται στο ποσό των (733.676 - 73.367,60) 660.308,40 ευρώ.
Ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι η ρήτρα απαλλαγής κατά ποσοστό 10%, που περιέχεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο έχει ισχύ μόνο στη μερική ζημία του ασφαλισμένου αντικειμένου και όχι στην ολική καταστροφή τούτου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμος, εφόσον κατά το σαφές περιεχόμενο του σχετικού όρου του ασφαλιστηρίου στις υπόλοιπες καλύψεις, πλην της πλημμύρας, ισχύει απαλλαγή 10% σε κάθε ζημία με ελάχιστο ποσό 15.000 ευρώ, χωρίς να γίνεται η οποιαδήποτε διάκριση ότι η μείωση αυτή αφορά μόνο στη μερική ζημία.
Επομένως, η ρήτρα αυτή καταλαμβάνει τόσο τη μερική ζημία του ασφαλισμένου πράγματος όσο και την ολική καταστροφή τούτου. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση της ανακόπτουσας - εκκαλούσας, να εξαφανισθεί η 1982/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να διακρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο ως προς την ένσταση περιορισμού της ευθύνης της καθής η ανακοπή, να γίνει εν μέρει δεκτή η ανακοπή, να αναγνωρισθεί ότι είναι ανακριβής η από 7-1-2005 δήλωση της καθής η ανακοπή - εφεσίβλητης στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών και να υποχρεωθεί η δεύτερη να καταβάλει στην πρώτη το ποσόν των 660.308,40 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της ανακοπής και μέχρι την εξόφληση.
Η δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της καθής η ανακοπή - εφεσίβλητης, θα καθορισθεί όμως μειωμένη αναλόγως της εκτάσεως της ήττας της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζοντας κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την έφεση της ανακόπτουσας.
Εξαφανίζει την 1982/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διακρατεί την υπόθεση ως προς την ένσταση περιορισμού της ευθύνης της καθής η ανακοπή.
Δέχεται εν μέρει την ανακοπή.
Αναγνωρίζει ότι είναι ανακριβής η από 7-1-2005 αρνητική δήλωση της καθής η ανακοπή στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών ως προς την ύπαρξη απαιτήσεως αποζημιώσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." σε βάρος της. Υποχρεώνει την καθής η ανακοπή-εφεσίβλητη να καταβάλει στην ανακόπτουσα-εκκαλούσα το ποσόν των εξακοσίων εξήντα χιλιάδων τριακοσίων οκτώ και σαράντα λεπτών (660.308,40) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της ανακοπής και μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει την καθής η ανακοπή-εφεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας-εκκαλούσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και τα ορίζει στο ποσόν των δεκαοκτώ χιλιάδων (18.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ