Legislator Case Law & Legislation
264/2015 AI generated

264/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 264/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Επειδή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 25-6-2004 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη θανατηφόρο εργατικό ατύχημα σε βάρος του ναυτολογημένου συζύγου αυτής, Γ. Χ., ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, εκ των οποίων η πρώτη ως πλοιοκτήτης, η δεύτερη ως εφοπλιστής, ο τρίτος ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης και η [ήδη] τέταρτη ως ειδικός διάδοχος της πρώτης στην κυριότητα επί του πλοίου, να καταβάλουν εις ολόκληρο προς αυτήν αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Legislator headnote

AI generated

264/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι ο αποβιώσας σύζυγός της, την 23-2-2003, κατά το χρόνο παροχής της εργασίας του επί του πλοίου "Anangel Express", εξαφανίσθηκε κάτω από περίεργες ή, πάντως, αδιευκρίνιστες συνθήκες, οι οποίες, συνδυαζόμενες με την, περίπου, σύγχρονη ανθρωποκτονία σε βάρος τού επί του ιδίου πλοίου, επίσης, ναυτολογημένου Ι.

Keywords

AI generated
forensic DNA evidence medical findings medical reasons evasion of a blood test false medical certificate autopsy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 264 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 264/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσειουσας: Μ. Χ. - Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Μικέ Κουντούρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλητων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ADRIATIC MARE ENTERPRISES SA", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Παναμά, 2) εταιρείας με την επωνυμία "ANANGEL MARITIME SERVICES INC", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Λιβερία, 3) Ι. Π. του Ε., κατοίκου ... και 4) εταιρείας με την επωνυμία "ΕΞΠΡΕΣΣ ΕΙΔΙΚΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πειραιά, οι οποίοι, άπαντες, παραστάθηκαν δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Ανδρέα Νάσικα και Αντωνίου Κουτσοφιού, που κατέθεσαν προτάσεις.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της συζήτησης, για τους λόγους που ανέπτυξε. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων δήλωσε ότι δεν συναινεί στην αναβολή. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και, δια του Προέδρου, δημοσίευσε την απόφασή του, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 32/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1054/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-4-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 30-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 25-6-2004 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη θανατηφόρο εργατικό ατύχημα σε βάρος του ναυτολογημένου συζύγου αυτής, Γ. Χ., ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, εκ των οποίων η πρώτη ως πλοιοκτήτης, η δεύτερη ως εφοπλιστής, ο τρίτος ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης και η [ήδη] τέταρτη ως ειδικός διάδοχος της πρώτης στην κυριότητα επί του πλοίου, να καταβάλουν εις ολόκληρο προς αυτήν αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Ειδικότερα, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι ο αποβιώσας σύζυγός της, την 23-2-2003, κατά το χρόνο παροχής της εργασίας του επί του πλοίου "Anangel Express", εξαφανίσθηκε κάτω από περίεργες ή, πάντως, αδιευκρίνιστες συνθήκες, οι οποίες, συνδυαζόμενες με την, περίπου, σύγχρονη ανθρωποκτονία σε βάρος τού επί του ιδίου πλοίου, επίσης, ναυτολογημένου Ι.

Λ., την κάνουν να πιστεύει ότι ο σύζυγός της δολοφονήθηκε από τους ίδιους, εισέτι άγνωστους δράστες, οι οποίοι, είτε ζωντανό είτε νεκρό, τον έριξαν στη θάλασσα, από όπου ουδέποτε ανασύρθηκε, εξ αιτίας παρανόμων ενεργειών ή, έστω, ολιγωρίας του πλοιάρχου και του υποπλοιάρχου του πλοίου. Το Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με γενική [πλην των ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες μνημονεύονται ειδικά] αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη:

Ότι ο σύζυγος της ενάγουσας ήταν, πράγματι, ναυτολογημένος στο ως άνω πλοίο, όπου παρείχε την εργασία του ως μηχανικός β', αντί μηνιαίων, συνολικών αποδοχών 5.144,80 ευρώ. Ότι, την 21-2-2003, ο Γ. Χ. είχε υποβάλει προς τον πλοίαρχο, εγγράφως, την παραίτησή του από το πλοίο. Ότι τις πρώτες (μετά τα μεσάνυκτα) ώρες της 23-2-2003 και ενώ το πλοίο κατευθυνόταν προς το λιμάνι Σάντος της Βραζιλίας, όπου επρόκειτο να φθάσει την επόμενη ημέρα, ο Γ.

Χ. εκδήλωσε έντονη ανησυχία και είχε κατ' επανάληψη επικοινωνία με τους αξιωματικούς του πλοίου (τον ανθυποπλοίαρχο, πλοίαρχο και υποπλοίαρχο, διαδοχικά), οι οποίοι συζήτησαν ή παρέμειναν για αρκετό χρόνο μαζί του και προσπάθησαν να τον καθησυχάσουν. Ότι, ειδικότερα, ο Γ. Χ. ανέφερε ταραχή, διότι είχε ιδεί στον ύπνο του ότι "κάποιος του κάνει μάγια".

Ότι εκδήλωσε άγχος, διότι δεν είχε μπορέσει να αποκτήσει τέκνο με τη σύζυγό του και διότι η τελευταία είχε κακή σχέση με την αδελφή του. Ότι επέμεινε να μάθει αν η σύζυγός του βρίσκεται στο σπίτι την ώρα εκείνη και έβαλε τον ανθυποπλοίαρχο να της τηλεφωνήσει, χωρίς να ομιλήσει. Ότι, προς στιγμήν, ανακουφίσθηκε, όταν εκείνος του είπε ότι στο τηλέφωνο απάντησε μια γυναικεία φωνή.

Ότι, αργότερα, ο Γ. Χ. μίλησε στο τηλέφωνο με τη σύζυγό του, μια ή δυο φορές και δήλωσε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Ότι είδε για κάποιο χρονικό διάστημα, μαζί με τον πλοίαρχο και τον ανθυποπλοίαρχο, κάποια κωμωδία στο βίντεο. Ότι, παρά ταύτα, επανήλθε στην έκφραση της ανησυχίας του για το ότι δεν είχε αποκτήσει τέκνο.

Ότι, κατά το ξημέρωμα, ζήτησε να του μετρήσουν την αρτηριακή πίεση και, όταν αυτή βρέθηκε υψηλή, δήλωσε ότι πηγαίνει να φάει σκόρδο για να του πέσει. Ότι, τελικά, περί την 07:15 ώρα, πήγε στην κουζίνα και ζήτησε από το θαλαμηπόλο να του ετοιμάσει τον καφέ του. Ότι στη συνέχεια, όταν ο θαλαμηπόλος επανήλθε για να συνεχίσει την προετοιμασία του καφέ, μετά από κάποια ενδιάμεση εργασία, στην οποία τον είχε στείλει ο μάγειρας του πλοίου Ι.

Λ., βρήκε το Γ. Χ. "με μάτια κόκκινα και όψη πολύ άγρια" να διαπληκτίζεται με το μάγειρα, οπότε φοβήθηκε και έφυγε πάλι, για μικρό χρονικό διάστημα. Ότι, όταν ο θαλαμηπόλος επανήλθε, "είδε αίματα και το μάγειρα πεσμένο", οπότε ξανάφυγε για να ζητήσει βοήθεια. Ότι από εκείνη τη στιγμή και μετά διερευνήθηκε το ζήτημα, αρχικά από τους αξιωματικούς του πλοίου και στη συνέχεια από τις αρμόδιες λιμενικές και δικαστικές αρχές της Βραζιλίας και της Ελλάδας.

Ότι, μετά την ανακάλυψη του πτώματος του μάγειρα, διαπιστώθηκε ότι μόνο ο Γ. Χ. δεν βρισκόταν επί του πλοίου. Ότι από το σημείο, όπου βρέθηκε το πτώμα, μέχρι "τα ρέλια του δεξιού "life boat deck" και τον επάνω χειραγωγό μπροστά από σωσίβιο" υπήρχαν ίχνη αίματος. Ότι το DNA των δειγμάτων του αίματος αυτού ήταν το μόνο διαφορετικό από το DNA των δειγμάτων, που είχαν ληφθεί από το πτώμα του μάγειρα και τη γύρω περιοχή.

Ότι στα δείγματα που είχαν ληφθεί δεν διαπιστώθηκε DNA τρίτου προσώπου. Ότι κατά τον έλεγχο απάντων των επιβαινόντων στο πλοίο, που έγινε αμέσως μετά την ανακάλυψη του πτώματος του μάγειρα, δεν βρέθηκε κανένας χτυπημένος ή δαρμένος. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο μάγειρας είχε δολοφονηθεί από το Γ.

Χ., ο οποίος, μετά το συμβάν, λόγω της συναισθηματικής ταραχής στην οποία βρισκόταν κατά τις τελευταίες ώρες, κατευθύνθηκε στο κατάστρωμα του πλοίου και αυτοκτόνησε, πέφτοντας στη θάλασσα. Γι' αυτό και χαρακτήρισε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τους οποίους ο μάγειρας είχε δολοφονηθεί από περισσότερους του ενός δράστες, οι οποίοι στη συνέχεια, για να συγκαλύψουν την πράξη τους, πέταξαν το Γ.

Χ. στη θάλασσα. Και για να ενισχύσει την παραδοχή αυτή, το δικαστήριο της ουσίας άντλησε επιχείρημα από τη μη κατ' ουσίαν ευδοκίμηση των από 18-11-2003, 19-7-2005 και 31-10-2006 εγκλήσεων, τις οποίες η ενάγουσα είχε υποβάλει αρμοδίως κατά του πλοιάρχου, του υποπλοιάρχου και παντός άλλου υπευθύνου για έκθεση, ψευδή βεβαίωση, υπόθαλψη εγκληματία και ανθρωποκτονία από πρόθεση, με αφορμή το ιστορικό που αναφέρθηκε.

2. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί.

Εν όψει, όμως, του ότι μόνο ένα ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης, η παράβαση της ως άνω υποχρεώσεως ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ως προκύπτον από το αποδεικτικό μέσο που κατά την άποψή του δεν αξιολογήθηκε, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως αποδίδεται στο Εφετείο Πειραιώς η αναιρετική πλημμέλεια ότι, προς συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος (βλ. σκέψη αρ.1), δεν έλαβε υπ' όψη: α) τη 48/18-5-2010 βεβαίωση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς, σύμφωνα με την οποία η δικογραφία, που είχε σχηματισθεί για την ανθρωποκτονία σε βάρος του Ι.

Λ., τέθηκε στο αρχείο αγνώστων δραστών, εξέλιξη εκ της οποίας συνάγεται ότι ουδόλως προέκυψε ότι αυτή είχε τελεσθεί από το Γ. Χ., β) την 123/14-3-2003 έκθεση του προϊσταμένου της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Πειραιώς, σύμφωνα με την οποία δεν αποκλείεται η συμμετοχή περισσοτέρων του ενός δραστών στην ανθρωποκτονία σε βάρος του Ι.

Λ., γ) την από 17-12-2004 έκθεση εξετάσεως του ιατροδικαστή Δ. Μ., σύμφωνα με την οποία η εκδοχή ότι οι δράστες της εν λόγω ανθρωποκτονίας είναι περισσότεροι του ενός ενισχύεται από την πολυπλοκότητα των κακώσεων και τα πολλαπλά τραύματα άμυνας, που έφερε ο παθών, δ) σειρά φωτογραφιών, ε) την από 20-5-2013 έκθεση του τεχνικού συμβούλου της ενάγουσας Α.

Μ. και στ) ποινικές αποφάσεις από τις οποίες προκύπτει η τελεσίδικη καταδίκη του υποπλοίαρχου για ψευδορκία, συνιστάμενη στο ότι στο μαχαίρι, με το οποίο θανατώθηκε ο Ι. Λ., [δήθεν] βρέθηκε αποτύπωμα αποδιδόμενο στο Γ. Χ., ενώ αυτό είναι ψευδές. Ανεξάρτητα, όμως, από το ότι, εκ του συνόλου των παραδοχών του Εφετείου, οι οποίες είναι πλήρεις και περισσότερο αναλυτικές από αυτές, οι οποίες περιληπτικά αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, δεν μένει αμφιβολία ως προς το ότι αξιολογήθηκαν πάντα τα έγγραφα, τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι, παρατηρείται ότι τα περιστατικά, στην απόδειξη των οποίων θα μπορούσαν να συμβάλουν τα υπό (α), (β), (γ) και (στ) έγγραφα [για τα υπό (δ) και (ε) δεν μπορεί να γίνει λόγος, αφού ως προς αυτά η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει το τυχόν αποδεικνυόμενο περιστατικό], δεν είναι ουσιώδη στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά συνιστούν επιχειρήματα ως προς την αξιολόγηση των υπολοίπων περιστατικών, τα οποία το δικαστήριο θεώρησε ως αποδεδειγμένα.

Επομένως, ο εξεταζόμενος πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

3. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπ' όψη, αν και προτάθηκαν ή η λήψη υπ' όψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπ' όψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τους οποίους α) η Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς έθεσε τη δικογραφία για την ανθρωποκτονία σε βάρος του Ι.

Λ. στο αρχείο αγνώστων δραστών, β) δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας για την εν λόγω ανθρωποκτονία, γ) δεν βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος δακτυλικά αποτυπώματα που να συνδέουν το Γ. Χ. με την πράξη, δ) δεν υπήρξαν ίχνη διέλευσης του Γ. Χ. από τον τόπο του εγκλήματος μέχρι το πιθανό σημείο του πλοίου, από το οποίο φέρεται ότι έπεσε [κατά την αναιρεσείουσα:

τον έριξαν] στη θάλασσα, ε) ο Γ. Χ. υπήρξε ήρεμος και φυσιολογικός άνθρωπος, περιστατικό που αποκλείει την εικόνα συναισθηματικής έντασης, την οποία περιέγραψε το προσωπικό του πλοίου γι' αυτόν και στ) ο ίδιος είχε αρμονικές σχέσεις με τον Ι. Λ., περιστατικό που αποκλείει το μεταξύ τους διαπληκτισμό. Και ακόμη, διατυπώνεται το παράπονο ότι το δικαστήριο της ουσίας είτε δεν ασχολήθηκε διόλου είτε με ανεπαρκή αιτιολογία απάντησε στους εν λόγω ισχυρισμούς.

Παρατηρείται, όμως, ότι όλα αυτά, τα οποία η αναιρεσείουσα προβάλλει ως αυτοτελείς ισχυρισμούς, δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα που συμβάλλουν στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, επί των οποίων το εφετείο επαρκώς απάντησε [για το υπό στοιχείο (δ) κατέληξε σε εντελώς αντίθετη παραδοχή, βλ.

παραπάνω, αρ.1]. Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος και, καθ' ό μέρος πλήττει συγκαλυμμένα τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, απαράδεκτος (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

4. Επειδή, με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπ' όψη τον τρίτο από τους πρόσθετους λόγους της εφέσεως της ενάγουσας (εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας), με την μη αληθή αιτιολογία ότι δεν εμπίπτει ούτε συνέχεται αναγκαίως με τα εκκληθέντα κεφάλαια (ΚΠολΔ 520 παρ.2). Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με αυτό τον πρόσθετο λόγο η ενάγουσα παραπονιόταν για την απόρριψη της επικουρικής βάσεως της αγωγής της, με την οποία ζητούσε αποζημίωση επικαλούμενη τις διατάξεις του ν. 551/1915. Ανεξάρτητα, όμως, προς το ότι το εφετείο απέρριψε, ρητώς, ως απαράδεκτο τον τρίτο από τους πρόσθετους λόγους της εφέσεως, κατ' αποτέλεσμα τον ερεύνησε και με πλήρη αιτιολογία τον έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο εκ του πράγματος, με το να ασχοληθεί, αποδεικτικώς, με τις προϋποθέσεις ευθύνης των εναγομένων για αποζημίωση λόγω εργατικού ατυχήματος και να αποφανθεί αποφατικά ως προς αυτήν, διότι δέχθηκε ότι ο φερόμενος ως παθών, ο οποίος ήδη με δική του πρωτοβουλία (παραίτηση) είχε επιφέρει τη λύση της συμβάσεως ναυτικής εργασίας, αληθώς, αυτοκτόνησε. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ή, άλλως, αρ.19 ΚΠολΔ, ελέγχεται αβάσιμος.

5. Επειδή, με τον τέταρτο από τους λόγους της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια ότι έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό των εναγομένων (εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων), σύμφωνα με τον οποίο ο θάνατος του Γ. Χ. οφειλόταν σε δικό του πταίσμα, ενώ τον ισχυρισμό αυτό οι αντίδικοί της δεν τον είχαν επαναφέρει νομίμως (ΚΠολΔ 240). Παρατηρείται, όμως, ότι ο ισχυρισμός αυτός και, μάλιστα, ότι ο παθών αυτοκτόνησε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είχε αυτοτέλεια, αλλά λειτουργούσε ως άρνηση, δεδομένου του ότι η ενάγουσα είχε το βάρος της επίκλησης και απόδειξης του περιστατικού ότι ο ναυτολογημένος σύζυγός της είχε αποβιώσει υπό συνθήκες εργατικού ατυχήματος. Επομένως, ακόμη και αν δεν επαναφέρθηκε προσηκόντως στο Εφετείο, η αξιολόγηση και παραδοχή του από το δικαστήριο της ουσίας δεν στοιχειοθετεί την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ και ο εξεταζόμενος λόγος ελέγχεται αβάσιμος.

6. Επειδή, τέλος, με τον πέμπτο από τους λόγους της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπ' όψη ομολογία των εναγομένων, σύμφωνα με την οποία ο αποβιώσας σύζυγος της ενάγουσας είχε πολύ καλό χαρακτήρα και ήταν άριστος ναυτικός. Παρατηρείται, όμως, ότι η ομολογία αυτή δεν αναφέρεται σε περιστατικό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά σε επιχείρημα της ενάγουσας περί του ότι αφού ο σύζυγός είχε το προσόν αυτό, αποκλείεται να σκότωσε τον Ι. Λ. και να αυτοκτόνησε. Επομένως, πέραν του ότι, από τα όσα αναφέρθηκαν ήδη ως ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου (βλ. παραπάνω αρ.1), δεν μένει αμφιβολία περί του ότι και αυτό αξιολογήθηκε, δεν στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος (ΚΠολΔ 559 αρ.11 περ. γ'), ο οποίος ελέγχεται αβάσιμος.

7. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-2-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 1054/ 2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Μαρτίου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ