Legislator Case Law & Legislation
264/2014 AI generated

264/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 264/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

Legislator headnote

AI generated

264/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεως αυτών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 264 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 264/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Βόλου, που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρούλα Τσακανίκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Λ. - Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μουστακάτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-8-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 200/2011 και 56/2013 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-5-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 23-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α') να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Η προϋπόθεση του εδαφίου α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης...". Η ισχύς του ως άνω π.δ. 164/2004 άρχισε, κατά το άρθρο 12, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (19-7-2004). Περαιτέρω με τις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 11 του άνω π.δ/τος ορίζονται τα ακόλουθα:

Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεως αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο, ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία.

Το κατά τα ανωτέρω αρμόδιο όργανο κρίνει περαιτέρω, εάν στις συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η κατά τις ως άνω διατάξεις κρίση του αρμόδιου οργάνου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός πέντε (5) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος (παρ. 2).

Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτόν των σχετικών κρίσεων (παρ. 3). Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 είναι συνταγματικώς ανεκτές όλως ειδικώς, ως μεταβατικές διατάξεις "τακτοποίησης" εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος με το από 6-4-2001 ψήφισμα, της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, να απασχολούνται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

Εξάλλου με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 ν. 1406/1983 ορίζεται ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός άλλων, και οι διοικητικές συμβάσεις. Διοικητικές συμβάσεις είναι εκείνες στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), έχουν αντικείμενο σχετικό με τη λειτουργία δημοσίας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό και προσθέτως η κατάρτιση και εκτέλεσή τους, διέπεται έστω και εν μέρει, από κανόνες ιδιωτικού δικαίου ή περιέχουν νομίμους όρους που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλόμενου Δημοσίου (ή ΝΠΔΔ) δυνατότητες μονομερούς επέμβασης ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς.

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Δεν είναι συνεπώς, διοικητικές διαφορές ουσίας, αλλά ιδιωτικές εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, (μεταξύ των οποίων και οι προβλεπόμενες και ρυθμιζόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004), οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο ή με ΝΠΔΔ, ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό καθεστώς.

Επομένως διαφορές από τέτοιες συμβάσεις ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, η διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθ. 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, με αγωγή, παρακάμπτοντας τη διαδικασία αυτή, την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους, ότι δηλ.

συνδέονται με το Δημόσιο κ.λπ. εξαρχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία (αγωγή) ως εισάγουσα διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (άρθ. 94 Συντ. 1 ν. 1406/1983, 1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή της, η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, εξέθετε ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων που συνήψε με τον εναγόμενο Δήμο, προσλήφθηκε για να απασχοληθεί στις υπηρεσίες αυτού, ως προγραμματίστρια - χειρίστρια Η/Υ από 1.9.2000 έως 22.7.2001, από 23.7.2001 έως 23.7.2002, από 24.7.2002 έως 24.7.2003, από 25.7.2003 έως 25.7.2004, από 26.7.2004 έως 26.7.2005 και από 27.7.2005 έως 27.7.2006, με τους όρους που αναλυτικά ανέφερε.

Ότι οι ορισμένου χρόνου συμβάσεις της, οι οποίες ανανεώθηκαν διαδοχικά μέχρι και την άσκηση της αγωγής (2.9.2005), χαρακτηρίστηκαν προσχηματικά ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι σε όλη τη διάρκεια της εργασίας της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ανωτέρω Δήμου ως προγραμματίστρια - χειρίστρια Η/Υ και από τη φύση τους δεν δικαιολογούνταν η ορισμένη διάρκεια αυτών.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να αναγνωριστεί α) ότι από της προσλήψεώς της συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και β) να υποχρεωθεί το τελευταίο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της με καθεστώς συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή εισήγαγε, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, διαφορά ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι η εργασιακή σύμβαση από την οποία απορρέουν οι αξιώσεις της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, ρυθμίζεται από το ιδιωτικό δίκαιο, καθόσον η αγωγή, η οποία έχει ως αίτημα την αναγνώριση και την απόδοση του ορθού νομικού χαρακτηρισμού της σύμβασης λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, εφόσον έχουν ως βάση την παροχή υπηρεσιών του μισθωτού σε οργανική θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, έχουν χαρακτήρα ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση των οποίων είναι αρμόδια τα πολιτικά δικαστήρια.

Μόνη δε η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1, 2, 3 του Π.Δ. 164/2004 αρμοδιότητα του οικείου φορέα να διαπιστώσει τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων του νόμου, καθώς και η δυνατότητα του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) να ασκεί τον αντίστοιχο έλεγχο δεν αρκούν να χαρακτηρίσουν τη σχετική διαδικασία ως ειδική διοικητική διαδικασία.

Επομένως, ο 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, για την εκδίκαση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, λόγω μη τηρήσεως της διοικητικής προδικασίας του άρθρου 11 παρ. 1, 2 και 3 του π.δ. 164/2004, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αβάσιμοι.

2. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση κ.λπ.). Η διάταξη αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ) και αφορά:

α) παραδοχή πραγμάτων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινών χωρίς αναφορά αποδεικτικών μέσων και β) παράλειψη διατάξεως αποδείξεων για κρίσιμα περιστατικά. Ο λόγος από το δεύτερο εδάφιο δεν δημιουργείται, όπου, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση με παρεμπίπτουσα απόφασή του να διατάξει απόδειξη και αποφαίνεται αμέσως με εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας (ΟλΑΠ 12/1991), όπως στην προκείμενη διαδικασία εργατικών διαφορών (άρθρ. 664 επ., 666 και 270 ΚΠολΔ).

Ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ. 10 εδ. α' ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι δέχθηκε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, δηλ. ότι αυτή εργαζόταν στο Δήμο Πορταριάς (που συγχωνεύθηκε από τον αναιρεσείοντα), με τις συμβάσεις που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, χωρίς απόδειξη και, κατά συνέπεια, δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα, δηλ. από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, τα έγγραφα που μετ' επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι και την ομολογία του αναιρεσείοντα (περί της απασχόλησης της αναιρεσίβλητης στην υπηρεσία του), οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αναιρεσίβλητη εργάστηκε τα επίδικα χρονικά διαστήματα, με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ως προγραμματίστρια - χειρίστρια H/Y.

Από την ως άνω ρητή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, ουδεμία γεννιέται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξέτασε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο 2ος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Εξάλλου, η έλλειψη της τήρησης του εγγράφου τύπου για την πρόσληψη του εργαζόμενου με σύμβαση ορισμένου χρόνου, δεν καθιστά μη νόμιμη την απαίτηση του τελευταίου, για την αναγνώριση, των διαδοχικών αυτών συμβάσεων, ως σύμβασης αορίστου χρόνου, συντρεχόντων, βεβαίως, προς τούτο και των διαλαμβανομένων ως άνω λοιπών όρων (πρβ.

ΟλΑΠ 7/2011). Επομένως, ο 2ος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατά το 2ο σκέλος του, κατ' ορθή νοηματική απόδοση, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλ. εφόσον δεν υπήρχε έγγραφη σύμβαση για την πρόσληψη της αναιρεσίβλητης, η ένδικη απαίτησή της ήταν απορριπτέα, είναι αβάσιμος.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Τέλος, ο αναιρεσείων Δήμος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, μειωμένη, όμως, κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-5-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 56/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ