Legislator Case Law & Legislation
264/2012 AI generated

264/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 264/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 264 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 264/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου κα...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 264 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 264/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Κ., κατοίκου ... και 2. Ε. συζ. Σ. Κ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ... . Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από την 2η αναιρεσείουσα βάσει του υπ' αριθ. .../2010 ειδικού πληρεξουσίου, και η δεύτερη παραστάθηκε στο ακροατήριο και διόρισε ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους τον Γεώργιο Σκιαδόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Ι., οποίος δεν παραστάθηκε.

Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ιωάννης Ρήγας δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 21-5-2011 και κληρονομήθηκε από τους 1. Β. χα Γ. Μ., το γένος Ι. Κ., 2. Ι. Μ. του Γ. και 3. Α. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1710/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4252/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-7-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρας Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 19-11-2009 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4252/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επί της ουσίας κρίση επί της εφέσεως των καθ'ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η ανακοπή του ανακόπτοντος και αρχικά αναιρεσιβλήτου Γ. Μ. (στη θέση του οποίου, αποβιώσαντος μετά την άσκηση της αναιρέσεως, υπεισήλθαν ως νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού οι ήδη αναιρεσίβλητοι (σύζυγος και τέκνα του) οποίοι με δήλωση τους συνεχίζουν τη δίκη), περί ακυρώσεως της επισπευδομένης σε βάρος του αναγκαστικής εκτελέσεως, με εκτελεστό τίτλο την υπ' αριθμ. 20/2003 διαιτητική απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών και ειδικότερα, ακυρώθηκε η υπ' αριθμ. .../2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή ... και εν μέρει, η από 2-4-2003 επιταγή προς πληρωμή ως προς το επιτασσόμενο από την δεύτερη αναιρεσείουσα ποσό κεφαλαίου και τόκων.

Με το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορθώς ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ερευνώντας τους λόγους της ανακοπής που αναφέρονται στην καταχρηστική άσκηση της επισπευδομένης εις βάρος του αρχικού αναιρεσιβλήτου αναγκαστικής εκτελέσεως εκ μέρους των ήδη αναιρεσειόντων, τους οποίους επανέφεραν οι τελευταίοι ενώπιον του με την έφεση τους, μετά την παραδοχή της ανακοπής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Με επίσπευση των καθ' ων 1)Σ. Κ. και 2) Ε. συζ. Σ. Κ. (ως εργολάβων) και προς ικανοποίηση απαιτήσεως τους κατά του ανακόπτοντος (ως οικοπεδούχου), για αποζημίωση (διαφυγόντα κέρδη), από σύμβαση ανεγέρσεως πολυκατοικίας επί αντιπαροχή, που επιδικάστηκε δυνάμει της υπ1 αριθ. 20/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών, κατασχέθηκε αναγκαστικά με την .../27-2-2004 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., το περιγραφόμενο σε αυτή ακίνητο του ανακόπτοντος οφειλέτη. Κατά της ως άνω διαιτητικής αποφάσεως ο ανακόπτων είχε ασκήσει την από 31-3-2003 αγωγή ακυρώσεως ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της, για τους λόγους που διαλαμβάνονται σε αυτή, η συζήτηση της οποίας είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο της 23-9-2003. Προ της συζητήσεως της ως άνω αγωγής ακυρώσεως και στα πλαίσια της μεταξύ τους αντιδικίας, οι εν λόγω διάδικοι κατάρτισαν το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο σε φωτοαντίγραφο από 8-4-2003 "ιδιωτικό συμφωνητικό και απόδειξη είσπραξης", δυνάμει του οποίου οι καθών η ανακοπή συναίνεσαν στην αναστολή της επισπευδομένης σε βάρος του ανακόπτοντος αναγκαστικής εκτελέσεως, βάσει του ως άνω εκτελεστού τίτλου (διαιτητικής αποφάσεως) μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως επί της ως άνω αγωγής ακυρώσεως, που ήγειρε ο ανακόπτων, ο οποίος, όπως δεν αμφισβητήθηκε, κατέβαλε στους καθών, έναντι των υπέρ αυτών επιδικασθέντων με την άνω διαιτητική απόφαση ποσών και αυτοί εισέπραξαν το ποσό των 11.005 ευρώ (ο Σ. Κ.) και το ποσό των 3.668 ευρώ (η Ε. Κ.). Το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό υπογράφηκε αυθημερόν από τους συμβαλλόμενους και τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους, ενώ την προηγούμενη ημέρα, δηλαδή στις 7-4-2003, ο ανακόπτων ενεχείρησε στους καθών την με την ίδια ημεροχρονολογία δήλωση του ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία, ενόψει της επισπευδομένης σε βάρος του με την από 2-4-2003 επιταγή προς πληρωμή, αναγκαστικής εκτελέσεως, προς απόδειξη της φερεγγυότητας του, εξέθετε κατάλογο των ακινήτων ιδιοκτησίας του (καταστημάτων στη Νέα Ιωνία Αττικής), με τη διαβεβαίωση ότι δεν πρόκειται να τα μεταβιβάσει ή επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο, μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της ως άνω αγωγής ακυρώσεως ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Όμως οι καθών η ανακοπή, κατά παράβαση των παραπάνω εγγράφως συμφωνηθέντων, κοινοποίησαν στον ανακόπτοντα στις 1-3-2004, την προσβαλλόμενη .../27-2-2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, με την οποία ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 21-4-2004, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Κάκκου-Λαγιανδρέου, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου. Η εκ μέρους των καθών η ανακοπή επιδίωξη ολοκληρώσεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του ανακόπτοντος, μετά τη δημοσίευση της υπ1 αριθ. 8824/18-11-2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που ακύρωσε εν μέρει την υπ' αριθ. 20/2003 απόφαση του Μονομελούς Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών, αλλά πριν την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως επί της ασκηθείσας από τον ανακόπτοντα από 1-2-2004 ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου αιτήσεως αναιρέσεως (σημειωτέον ότι επ' αυτής δημοσιεύθηκε η υπ' αριθ. 1429/14-9-2005 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως), παρά τη ρητή υπόσχεση των καθών, περί αναστολής της εκτελέσεως, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως επί της ως άνω αγωγής ακυρώσεως και την ύπαρξη επαρκούς ακίνητης περιουσίας του ανακόπτοντος οφειλέτη, δυναμένης να εκποιηθεί προς ικανοποίηση της ένδικης απαιτήσεως, συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, κατά την έννοια των άρθρων 281, 288, 361 ΑΚ και 116 ΚΠολΔ." Ακολούθως, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως, ακυρώνοντας την έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως και εν μέρει την επιταγή προς πληρωμή. Από τις ανωτέρω εκτεθείσες παραδοχές στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281, 288 και 361 ΑΚ. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη, διότι απέρριψε χωρίς αιτιολογία την προταθείσα από τους ίδιους αντένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, ανεξαρτήτως του ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος, καθόσον δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί αντένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος κατά της ενστάσεως που προβάλλεται για κατάχρηση δικαιώματος και ως εκ τούτου δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος, προεχόντως, στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι προτάθηκε τέτοια αντένσταση, πλην όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και ειδικότερα των προτάσεων των αναιρεσειόντων του πρώτου βαθμού και το δικόγραφο της εφέσεως τους, αυτοί δεν πρόβαλαν παρόμοιο ισχυρισμό και μάλιστα παραδεκτά, διατυπώνοντας σχετικό αίτημα απορρίψεως της ανακοπής ως καταχρηστικής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο ότι κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε το απορρέον από την, αμετάκλητη ήδη, υπ' αριθμ. 8224/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεδικασμένο., ως προς το ζήτημα του χρόνου έναρξης της τοκοφορίας επί του επιδικασθέντος στην δεύτερη αναιρεσείουσα κεφαλαίου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω της αοριστίας του, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο ότι τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό είχαν προτείνει στην έκκλητη δίκη, σε κάθε περίπτωση δε, διότι όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως αυτών, ο παραπάνω ισχυρισμός τους δεν προτάθηκε στο Εφετείο με λόγο της εφέσεως τους. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι υπέβαλαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Ιουλίου 2007 αίτηση των 1) Σ. Κ. και 2) Ε. συζ. Σ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4252/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ