Legislator Case Law & Legislation
264/2011 AI generated

264/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 264/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

264/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνο, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.

Keywords

AI generated
change of job transitional daily allowance fixed-term work transitional provisions employment status employment status qualification
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 264 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 264/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσειόντος: Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνας ( ΕΘ.Ι.Α.Γ.Ε ) ν.π.ι.δ, που εποπτεύεται από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που εδρεύει στο Παράδεισο Αμαρουσίου, και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Στέφανο Μουρούζη.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Π. Φ. του Π., κατοίκου ..., 2) Π. Μ. συζ. Ι., το γένος ..., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια Δικηγόρο τους Μαρία Λαγουβάρδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκε η 59/2005 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και 312/2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν το αναιρεσείον με την από 3-3-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αεροπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσειόντος ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν. 212/1920 συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως σύμφωνα με το άρθρο 669 του ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτήρας της συμβάσεως ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη και ερμηνεύει το περιεχόμενο της όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση (ΑΠ Ολ. 18/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνο, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, με όλες τις επακόλουθες συνέπειες. Η τελευταία αυτή διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένης διάρκειας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως ορισμένης διάρκειας ούτε η σύμβαση του προσληφθέντος υποχρεωτικά κατά νόμο μισθωτού για ορισμένο χρόνο μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση έργου που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527 /1997 [στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256 /1982 (όπως συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 1 παρ. 6 περ.

στ.' του Ν. 1256/1982)] που επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων. Κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβεί τους 8 μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο 12 μηνών.

Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση κατά τις ισχύουσες διατάξεις κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβεί τους 4 μήνες για το ίδιο άτομο, παράταση δε ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρη.

Εξάλλου , με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντ. επιβάλλεται να υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου των ΟΤΑ λοιπών ΝΠΔΔ αλλά και ΝΠΙΔ, όπως το Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.), το οποίο συνεστήθη ως ΝΠΙΔ, με το Ν. 1845/1989, υπάγεται στο δημόσιο τομέα και εποπτεύεται από το Υπουργείο Γεωργίας, κατ' εξαίρεση δε μπορεί να προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται πρόβλεψη για την πλήρωση οργανικών θέσεων ιδιωτικού επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού με πρόσωπα που προσλαμβάνονται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Με την αναθεώρηση του Συντάγματος το έτος 2001, που ισχύει από 18-4-2001 και με σκοπό τη μεγαλύτερη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα προστέθηκαν στο άρθρο 103 η παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή, με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, καθώς και η παράγραφος 8 κατά την οποία, "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου".

Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντ. επιβλήθηκαν στον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση αυστηροί όροι σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με την πιο πάνω διάταξη του Ν. 2190/1994, και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάσειστης διατύπωσης των παρ. 7 και 8 του Συντ.

τόσο τα πρόσωπα που συνδέονται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση των οργανικών θέσεων σύμφωνα με τις παρ. 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντ.

Δηλαδή η απαγόρευση μονιμοποιήσεως του κατά τα άνω προσλαμβανόμενου προσωπικού ή μετατροπής της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου απασχολούντο στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.

Επίσης δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον την ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, στις ανωτέρω συμβάσεις υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 21 του ν. 2190/1994 και 103 του Συντ. δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προπαρατεθείσας διατάξεως του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ.

προκύπτει ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος - μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Για το λόγο αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη - μέλη, αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος.

Το κράτος - μέλος, που είναι ο αποδέκτης της Οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απ' ευθείας εφαρμογής, δηλαδή χωρίς αιρέσεις και περιθώρια επιλογής, η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους - μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής.

Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους - μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη, που μετατρέπει την Οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΑΠ Ολ. 23/1998).

Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη - μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παρατάσεως αυτής έως τις 10-7-2002. Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζομένους που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις σ.σ.ε.

ή την πρακτική του κάθε Κράτους - μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής Οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μεγίστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται διαδοχικές και β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004 από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π.Δ. ορίζονται τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης ... 4.

Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ.

η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή έστω κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως, ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, με το άρθρο 11 αυτού περιελήφθησαν ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία. Έτσι, με το άρθρο 11 του εν λόγω Π.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: 1 περ.

α' "1 Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση", 2. "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος , αίτηση προς τον οικείο φορέα, στον οποίο αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κειμένη νομοθεσία ...", 3. "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών ( ) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" και 5 του ίδιου άρθρου του ως άνω Π.Δ. "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει αφενός μεν των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της κατά τα προεκτεθέντα προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής και μέχρι την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/ 2004 αλλά και μετά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού [Ολ.ΑΠ 20/2007, ΑΠ 4Ζ2/2010, ΑΠ 71/2010, ΑΠ 64/2010, ΑΠ 463/2010].

Αλλά και στις περιπτώσεις που συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 11 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, η μετατροπή ισχύει, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όπως από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 και 5 αυτού προκύπτει.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Μεταξύ του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ", και του πρώτου ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, συνήφθησαν διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και δη, 1) από 1-4-1996 έως 30-6-1996, 2)3 μήνες το 1997, 3) από 13-1-1998 έως 12-2-1998, 4) από 4-3 - 1999 έως 3-5-1999, 5) από 1-1-2000 έως 31-6-2000, 6) από 2-7-2001 έως 31-8-2001, 7) από 1-9-2001 έως 30-6-2002, 8) από 1-8-2002 έως 31-12-2003 και 9) από 1-1-2004 έως 31-3-2004.

Εξάλλου, μεταξύ του εναγομένου και της δεύτερης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Π. συζ. Ι. Μ. συνήφθησαν διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου και δ,1) από 1-3-1995 έως 30-11-1995, 2) από 16-5-1996 έως 31-12-1999, 3) από 1-1-2000 έως 31-6-2001, 4) από 2-7-2001 έως 31-8-2001, 5 ) από 1- 9-2001 έως 30-6-2002, 6) από 1-8-2002 έως 31-12-2003 και 7) από 1-1-2004 έως 31-3-2004. Σύμφωνα με τις ανωτέρω συμβάσεις οι ενάγοντες εργάζονταν στα θερμοκήπια του εναγομένου, ο πρώτος ως εργάτης και η δεύτερη ως καθαρίστρια, με το ίδιο ωράριο εργασίας που ίσχυε για τους μονίμους υπαλλήλους του εναγομένου καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου.

Η ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας που παρείχαν, και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου. Ο καθορισμός της διάρκειας τους είχε τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων.

Επομένως θεωρείται ότι καταρτίσθηκε για κάθε ενάγοντα μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου την 1-4-1996 και 1-3-1995 αντιστοίχως. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε την 1-4-1996 για τον πρώτο ενάγοντα και 1-3-1995 για τη δεύτερη ενάγουσα και υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.

Με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112 /1920, τις οποίες δεν έπρεπε να εφαρμόσει και των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντ., 21 του ν. 2190/1994 και 5 και 11 του Π.Δ. 164/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε αλλά ήταν εφαρμοστέες. Διότι στις παραπάνω εργασιακές σχέσεις των αναιρεσιβλήτων δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 παρ. 1 σε συνδ.

με παρ. 5 του Π.Δ. 164/2004, γιατί οι συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν ήταν ενεργές κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. (19-7-2004) ούτε τρεις μήνες πριν απ' αυτή, αφού είχαν λήξει στις 31-3-2004. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο, κατά τη γενόμενη εκτίμησή του, προβάλλονται οι προαναφερόμενες αιτιάσεις είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ ). 0ι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 4 του Ν. 1845/1989 σε συνδ.

με το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957 και την ΥΑ 134423/1992.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 312/2007 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ