Legislator Case Law & Legislation
264/2010 AI generated

264/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 264/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

264/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ.1, 3παρ.1, 4 παρ.1, 5, 13 του Ν. 3741/1929 προκύπτει ότι επί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας), δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 264 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 264/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο ...", νομίμως εκπροσωπουμένου, που εδρεύει στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αντώνιο Αργυρό και Ιωάννη Καρακώστα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, κατοίκου ... και 2. Ψ2, κατοίκου ..., ως κληρονόμων του αρχικού αποβιώσαντος διαδίκου Χαράλαμπου Ζαχαριά, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Στεφανάκη και Ηλία Κωνσταντόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7952/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 5947/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 29-12-2005 αίτησή του και με τους από 13-12-2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 14-1-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση, ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ.1, 3παρ.1, 4 παρ.1, 5, 13 του Ν. 3741/1929 προκύπτει ότι επί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας), δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών.

Οι ως άνω βασικές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας προκύπτουν σαφώς από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες όμως δεν προσδιορίζουν επαρκώς την έννοια του ορόφου και διαμερίσματος ορόφου. Από το πνεύμα, εντούτοις, των διατάξεων για την οροφοκτησία και ιδίως από το σκοπό τους που, όπως προκύπτει και από την Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ' ύψος επέκταση των πόλεων, καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα εκ της κοινής πείρας και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας (άρθρ. 11 του Γεν.

Οικοδομικού Κανονισμού των ετών 1929, 1955 και 1973), συνάγεται ότι όροφος ή διαμέρισμα ορόφου είναι το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση.

Μόνο οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, με την παραπάνω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από το νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από τη στέγη (άρθρ. 1002 εδ. β ΑΚ και 1 παρ. 2 Ν. 3741/1929), μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας. Επομένως, δεν είναι δυνατό να συσταθεί διαιρεμένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τους (άρθρο 201 ΑΚ).

Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι' αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 23/2000, Ολ.ΑΠ 5/1991, ΑΠ 128/2009, ΑΠ 725/2002).

Από αυτά, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 1113 και 785 επ. ΑΚ, παρέπεται ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος, λόγω της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των κοινοτήτων μερών του όλου ακινήτου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η στέγη, προς την οποία εξομοιώνεται και το δώμα (ταράτσα), δικαιούται να κάνει απόλυτη χρήση τούτων, υπό τον όρο να μη βλάπτει τα δικαιώματα των υπόλοιπων αναγκαίων συγκυρίων, εκτός αν με συμφωνία που τον δεσμεύει, αποκλείστηκε από το δικαίωμα αυτό, το οποίο διαφυλάχτηκε υπέρ μερικών μόνο ιδιοκτητών (ΑΠ 1375/1991).

Η συμφωνία αντιθέτως των οροφοκτητών για κατάργηση του κοινοχρήστου χαρακτήρα της στέγης-δώματος και η μεταβίβαση του χώρου αυτής σε τρίτους κατά διηρημένες ιδιοκτησίες, έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τις ως άνω διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, και ως εκ τούτου η μεταβίβαση αυτής σε τρίτους κατ' αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας είναι απολύτως άκυρη κατά τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι το ενάγον Πανεπιστήμιο ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή του ότι, κατόπιν της από 27-2-1986 αιτήσεως του αρχικώς εναγομένου για τη μεταβίβαση συνολικά του ποσοστού 54,885% εξ αδιαιρέτου που του ανήκε επί του κτίσματος-δωματίου του δώματος επιφάνειας 44,94 τ.μ.

της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην ..., η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου με απόφασή της αποδέχτηκε το αίτημα του εναγομένου για την αγορά του ως άνω εξ αδιαιρέτου μεριδίου επί του δωματίου του δώματος με ταυτόχρονη κατάργηση της δίκης που ανοίχτηκε με την αγωγή διανομής του εναγομένου και κατόπιν τούτου καταρτίστηκαν τα ...

αντίστοιχα συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Πετυχάκη- Κερχουλιά, που μεταγράφηκαν νόμιμα, για τη μεταβίβαση του ανωτέρω ποσοστού επί του δώματος. Ότι στη συνέχεια κατά τις αρχές Μαϊου 1992 αποκαλύφθηκε ότι στα καταρτισθέντα ως άνω συμβόλαια εκτός από τη μεταβίβαση του συνολικού ποσοστού 54,885% εξ αδιαιρέτου επί του δωματίου-γραφείου, εμπεριέχεται ως γενομένη η πώληση και της υπολοίπου ακαλύπτου επιφάνειας του δώματος (ταράτσας).

Ζητούσε δε να αναγνωριστεί η ακυρότητα των προαναφερομένων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων ως προς τη μεταβίβαση με αυτά στον εναγόμενο συνολικού ποσοστού 54,885% εξ αδιαιρέτου επί του ακαλύπτου χώρου του δώματος (ταράτσας). Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχτεί την αγωγή, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, ως προς μεν την κυρία βάση της, με την αιτιολογία ότι "η μεταβίβαση (από το αναιρεσείον) στον αρχικώς εναγόμενο με τα ...

αγοραπωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Πετυχάκη-Κερχούλα, που μεταγράφηκαν νόμιμα, και του ακαλύπτου χώρου του δώματος ήταν νόμιμη και έγκυρη, εφόσον με την πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και την πράξη τροποποίησης αυτής (που καταρτίσθηκαν συμβολαιογραφικώς και μεταγράφηκαν) ο εν λόγω χώρος αποτελούσε μαζί με το υπάρχον στο δώμα κτίσμα ενιαία αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία με τον αριθμό 901, ώστε να μην είναι δυνατή η μεταβίβαση τμήματος μόνο της οριζοντίου αυτής ιδιοκτησίας.

Η με την πράξη δε σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας συμφωνία των συνιδιοκτητών όπως υπαχθεί πράγμα από τον Ν. 3741/1929 κοινό (ακάλυπτος χώρος του δώματος) στην αποκλειστική κυριότητα ορισμένων συνιδιοκτητών ήταν νόμιμη και έγκυρη, εφόσον με αυτή δεν θίγεται η ύπαρξη, η ασφάλεια, ή η λειτουργία της οικοδομής, ούτε έρχεται σε ευθεία αντίθεση με πολεοδομική διάταξη που απαγγέλλει ρητώς ή σαφώς ακυρότητα...", ως προς δε την επικουρική της αγωγής βάση με την αιτιολογία ότι το αίτημα αυτής για την αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης της ακαλύπτου επιφανείας του δώματος, λόγω ελλείψεως πληρεξουσιότητας του νομίμου εκπροσώπου του αναιρεσείοντος, ο οποίος ενήργησε, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, εκτός των ορίων της προς αντιπροσώπευση εξουσίας του, για την κατάρτιση της προκείμενης εκποιητικής δικαιοπραξίας, ήταν επίσης μη νόμιμο, καθόσον " η αγωγή έπρεπε με το παραπάνω αίτημα και πάλι να απορριφθεί ως μη νόμιμη, αφού η με αριθμό 901 αυτοτελής οριζόντια ιδιοκτησία, κατά τα προαναφερόμενα, νόμιμα και έγκυρα ορίστηκε με την πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της πολυώροφης οικοδομής ότι αποτελείται αφενός μεν από το υπάρχον στο δώμα κτίσμα και αφετέρου από την υπόλοιπη ακάλυπτη επιφάνεια του δώματος, αίτημα της αγωγής δεν μπορεί να είναι η αναγνώριση της ακυρότητας της πώλησης και μεταβίβασης τμήματος μόνο της ως άνω οριζοντίου ιδιοκτησίας...".

Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, εφαρμόζοντας εσφαλμένως τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 3, 174, 785 επ. , 1002, 1113 και 1117 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 5, 7 και 13 ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, ενώ συνέτρεχαν προς τούτο οι νόμιμες προϋποθέσεις αποδοχής της αγωγής, ως νομίμου, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η συμφωνία των οροφοκτητών για κατάργηση του κοινόχρηστου χώρου της στέγης και μεταβίβασή της σε τρίτους είναι άκυρη, ενώ κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, όπως αυτή εκτιμάται, με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή με μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών που έχει μεταγραφεί νόμιμα, δεν είχε προβλεφθεί ότι η επίδικη ταράτσα πρόκειται να οικοδομηθεί και να αποτελέσει αυτοτελή διαιρεμένη ιδιοκτησία.

Επομένως είναι βάσιμοι οι σχετικοί πρώτος λόγος της αιτήσεως, ως και ο τέταρτος των προσθέτων λόγων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικαστούν δε οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5947/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων και τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ