264/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2251/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5713/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων -αναιρεσίβλητος με την από 24 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του και η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα, με την από 15-11-2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated264/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 1806/1988 χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι μόνο α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών, β) πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά ..., γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων.
Full text
Απόφαση 264 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 264/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου: Χ, κατοίκου ......, o οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπουρνέλλη.
Της αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡOΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" (πρώην "ALPHA ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε") που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Κανέλλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2251/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5713/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων -αναιρεσίβλητος με την από 24 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του και η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα, με την από 15-11-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε τις από 31 Οκτωβρίου 2008 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν ο καθένας να γίνει δεκτή η αναίρεσή του και να απορριφθεί η αναίρεση του αντιδίκου του, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι από 15-11-2006 και 24-11-2006 αιτήσεις της "ΑΛΦΑ FINANCE ΑΧΕΠΕΥ" και του Χ, αντιστοίχως, περί αναιρέσεως της ιδίας υπ' αριθμό 5713/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της υπάρχουσας μεταξύ τους πρόδηλης συναφείας, αφού έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 573 και 246 ΚΠολΔ).
Ι. Επί της από 15-11-2006 αιτήσεως αναιρέσεως της "ΑΛΦΑ FINANCE ΑΧΕΠΕΥ":
Επειδή, κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928, το οποίο δεν καταργήθηκε με το άρθρο 17 ΕισΝΑΚ, κάθε αξίωση πηγάζουσα από χρηματιστηριακή συναλλαγή, παραγράφεται μετά την πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο συνήφθη η συναλλαγή. Κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου 15 του Ν. 3632/1928, χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι οι δικαιοπραξίες οι συναπτόμενες χρηματιστηριακώς και έχουσες αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα.
Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 1806/1988 χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι μόνο α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών, β) πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά ..., γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 26 του Ν. 2533/1997 ως χρηματιστηριακές συναλλαγές νοούνται οι συμβάσεις επί χρηματιστηριακών πραγμάτων που καταρτίζονται στο ΧΑΑ σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους και κανονιστικές διατάξεις. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. δ' του Ν. 1806/1988, με την οποία ορίζεται ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται ..., δ) οι διατάξεις της νομοθεσίας των χρηματιστηρίων, οι οποίες αντίκεινται στο νόμο αυτόν ή που αφορούν θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν, δεν καταργήθηκε μεν η παραπάνω διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928, η οποία δεν έρχεται σε αντίθεση με το νέο νόμο, καταργήθηκε όμως η διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 3632/1928, η οποία περιελάμβανε τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και ε) πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία, σχετιζόμενη προς τη διενέργεια και την εκτέλεση των αναφερομένων περιοριστικά στη διάταξη αυτή κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, μεταξύ των οποίων και η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς.
Αλλά η διάταξη αυτή του άρθρου 16 εδ. ε' του Ν. 3632/1928 επαναλαμβάνεται, με διαφορετική διατύπωση, με την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 στοιχ. γ' του Ν. 1806/1988, κατά την οποία χρηματιστηριακή συναλλαγή κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται, όπως προεκτέθηκε, υπό στοιχείο α', η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών.
Από τις διατάξεις αυτές και ιδιαίτερα από το γεγονός ότι ο νομοθέτης, τόσο του Ν. 3632/1928, με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 16 αυτού, όσο και του Ν. 1806/1988, με το άρθρο 20 παρ. 1, στοιχείο γ' αυτού, ρητά υπήγαγε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και "πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη" ο πρώτος και "κάθε δικαιοπραξία συναφή" ο δεύτερος, με τη διενέργεια των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928 δεν αναφέρεται μόνο στις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές, αλλά και στις συναφείς ή παρεπόμενες των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως είναι και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.
Από την ειδικότητα δε των παραπάνω διατάξεων του χρηματιστηριακού δικαίου, σε σχέση με τις διατάξεις περί εντολής και ιδιαίτερα από την ειδικότητα της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928, η οποία είναι και η μοναδική διάταξη που ρυθμίζει το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων που πηγάζουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές, σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 249 ΑΚ περί εικοσαετούς παραγραφής και 250 αριθ. 1 και 5 του ΑΚ περί βραχυπρόθεσμης πενταετούς παραγραφής, προκύπτει ότι οι πηγάζουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών, υπόκεινται στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 και όχι στη βραχυπρόθεσμη πενταετή ή τη γενική εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ.
Ενώ εξάλλου και από το αντικείμενο της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας, που είναι αφενός η ανάληψη από το χρηματιστή της υποχρεώσεως να εκτελέσει, με την κατάρτιση της κυρίας χρηματιστηριακής συμβάσεως, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων και αφετέρου η ανάληψη από τον πελάτη της υποχρεώσεως να καταβάλει στο χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεωγράφων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής, δεν νοείται αυτοτέλεια και ανεξαρτησία αυτής (σύμβασης παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής) από την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή, εξ αιτίας και με αφορμή την οποία συνάπτεται και της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο παρακολούθημα.
Θα αποτελούσε δε ανεπίτρεπτη διάσπαση του χρηματιστηριακού δικαίου, η εφαρμογή, για μεν τις απορρέουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις, της εικοσαετούς ή της πενταετούς παραγραφής των άρθρων 249 και 250 αριθ. 1 και 5 του ΑΚ, για δε τις απορρέουσες από τις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές αξιώσεις, η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928.
Αντίθετη άποψη δεν συνάγεται από το γεγονός ότι η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας δεν συνάπτεται απ' ευθείας μεταξύ των μελών του χρηματιστηρίου, δεν τελεί υπό καθεστώς δημοσιότητας και δεν τοποθετείται εντός του "κύκλου" ή "νοερού χώρου" του χρηματιστηρίου, αφού ακριβώς αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης, τόσο στο άρθρο 16 εδ.
ε' του Ν. 3632/1928, όσο και στο άρθρο 20 του Ν. 1806/1988, περιέλαβε στην έννοια των χρηματιστηριακών συναλλαγών, τις συναφείς ή παρεπόμενες της κυρίας συμβάσεως δικαιοπραξίες. Επίσης, δεν συνάγεται διαφορετική κρίση, από την έλλειψη παραπομπής των προαναφερομένων νεοτέρων νομοθετημάτων, στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928, αφού, πέραν του ότι ο νόμος ισχύει μέχρι να καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά από νεότερο νόμο, συνηθίζεται ο νεότερος νόμος να ορίζει ρητά τις καταργούμενες διατάξεις από την έναρξη της ισχύος του, είτε να περιέχει διάταξη που να ορίζει γενικά ότι καταργείται όποια διάταξη είναι αντίθετη στο νεότερο νόμο.
Από το ότι ο Ν. 1806/1988 περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις, με τις οποίες καταργούνται συγκεκριμένες διατάξεις του Ν. 3632/1928, συνάγεται εξ αντιδιαστολής επιχείρημα υπέρ της διατηρήσεως σε ισχύ του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928. Ενώ η αναφορά του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928 στις χρηματιστηριακώς συναπτόμενες συναλλαγές, δεν έχει μόνο την έννοια της κατάρτισης αυτών εντός του "κύκλου" του χρηματιστηρίου, αλλά και της συμμετοχής μέλους του χρηματιστηρίου στην κατάρτιση τούτων και της εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν τις χρηματιστηριακές συναλλαγές.
Τέλος, η παραπάνω άποψη ενισχύεται περαιτέρω και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3632/1928, κατά την οποία "οι δίκες μεταξύ χρηματιστών και πελατών από χρηματιστηριακές συναλλαγές, πρέπει, λόγω της φύσεως αυτών, να τερματίζονται το ταχύτερο, γιατί χρόνιζαν ένεκα της βραδείας διαδικασίας των τακτικών δικαστηρίων και οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, ως εκ της φύσεως αυτών, επιβάλλουν εξαιρετική ταχύτητα, όχι μόνο ως προς τη σύναψή τους, αλλά και ως προς τη ρύθμιση των εκ τούτων διαφορών" (Ολ.
ΑΠ 28/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, κατά παραδοχή ενστάσεως που προέβαλε ο εναγόμενος, έκρινε ότι οι αξιώσεις από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακών συναλλαγών υπόκεινται στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 16 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 και απέρριψε τα υποκύψαντα σε αυτή σχετικά κονδύλια της αγωγής.
Επομένως ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις, δεν έλαβε υπόψη πράγματα χωρίς να προταθούν ούτε στερείται νόμιμης βάσεως. Ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 19 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής αυτών, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 30/1997, 28/1997). Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την προβληθείσα από την ενάγουσα αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής, που προβλήθηκε από τον εναγόμενο, για το λόγο ότι αυτός αναγνώρισε την απαίτησή της και προέβη στις αναφερόμενες καταβολές, εκτιμώντας τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, έκρινε ως αποδειχθέν ότι οι καταβολές αυτές έγιναν προς εξόφληση αξιώσεων της ενάγουσας που γεννήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2002 και αφορούν αγορές μετοχών από τον εναγόμενο που έλαβαν χώρα μετά την ημεροχρονολογία αυτή και περαιτέρω ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος γνώριζε το ύψος των απαιτήσεων της ενάγουσας στις 31.12.2001 και ότι έναντι αυτών προέβη στις συγκεκριμένες καταβολές.
Ορθώς δέχθηκε ως χρόνο ενάρξεως της παραγραφής αυτόν της καταρτίσεως κάθε συμβάσεως παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής, όπως και η βάση της αγωγής και όχι από την τελευταία από αυτές, αποτελούσα, κατά την ενάγουσα "κλείσιμο αλληλοχρέου λογαριασμού".
Συνεπώς, το Εφετείο διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, ενώ διατυπώνεται σαφώς το αποδεικτικό πόρισμά του. Δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 19 του ΚΠολΔ. Οι αντίθετοι, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
ΙΙ. Επί της από 24-11-2006 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ:
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ.
ΑΠ 12/1 991). Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 3/1997). Εξάλλου ο εκ του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.
ΑΠ 30/1997, 28/1997). Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 599/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε τελικώς η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο αυτής και δέχεται το περιεχόμενο αυτής το Εφετείο, η ενάγουσα ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όπως παραδεκτώς συμπλήρωσε και περιόρισε αυτή, εκθέτει ότι δυνάμει συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που συνήψε με τον εναγόμενο, διενήργησε, μετά από εντολές αυτού, έναντι της νόμιμης προμήθειας {και για το χρονικό διάστημα από 24.5.1999 μέχρι και 9.1.12003), τις αναφερόμενες σε αυτή λεπτομερώς χρηματιστηριακές συναλλαγές (αγορές και πωλήσεις μετοχών), οι οποίες βεβαιώθηκαν με την έκδοση των αντιστοίχων "πινακιδίων εκτέλεσης εντολής", τα οποία απέστελλε σε αυτόν κατά τακτά χρονικά διαστήματα και έτσι αυτός έχει λάβει γνώση όλων των στοιχείων που περιέχονται σε αυτά.
Ότι μετά από την τελευταία από τις προαναφερόμενες χρηματιστηριακές συναλλαγές και μετά από αντίστοιχη λογιστική χρέωση - πίστωση, προέκυψε στις 27.11.2003 τελικό χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος αυτού 773.025,97 ευρώ, από το οποίο ποσό 149.555,41 ευρώ αποτελεί τόκους υπερημερίας λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής του τιμήματος εκ μέρους του, ποσό 6.346.088 δρχ. (ή 18.623,88 ευρώ) αφορά τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών που εκδόθηκε και ποσό 604.846,68 ευρώ αποτελεί το μη καταβληθέν τίμημα, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής της (προμηθείας) και των νομίμων εξόδων.
Αυτή δε (η ενάγουσα) έχει καταβάλει εξ ιδίων στο ΧΑΑ το οφειλόμενο τίμημα και τα έξοδα για τις αγορές μετοχών. Ζητεί δε να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της καταβάλει ποσό 771.572,91 ευρώ. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του και μετά από εκτίμηση των αναφερομένων σε αυτή αποδεικτικών μέσων, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως αποδειχθέντα ότι μεταξύ αυτών καταρτίσθηκε στις 24 5.1999 η αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακών συναλλαγών, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε έναντι της νόμιμης αμοιβής (προμήθεια) να συνάπτει για λογαριασμό του εναγομένου συμβάσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών μετά από εντολή του, τις οποίες η ενάγουσα θα εκτελούσε δια του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών.
Στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής η ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα από 24.5.1999 μέχρι 9.1.2003, ύστερα από εντολές του εναγομένου που διαβιβάσθηκαν αρχικά και μέχρι την 9.1.2003 μέσω της ανώνυμης εταιρείας "ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.Π.Ε.ΕΥ.", προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή χρηματιστηριακές συναλλαγές για τις οποίες εκδόθηκαν αντίστοιχα πινακίδια και έγιναν, επίσης αντίστοιχα, εγγραφές χρέωσης και πίστωσης στον τηρούμενο χρηματιστηριακό λογαριασμό (χρηματιστηριακή καρτέλα) στο όνομα του εναγομένου.
Από τον λογαριασμό αυτόν υφίστανται χρεώσεις από αγορές μετοχών, τόκους κ.λ.π., πιστώσεις από πωλήσεις μετοχών, καταβολές μετρητών, μερίσματα κ.λ.π. Ο λογαριασμός αυτός, με πιστώσεις και χρεώσεις ύψους πολλών εκατομμυρίων δραχμών, στις 31.12.2000 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 1.142.115 δρχ., προερχόμενο από τόκους, ενώ στις 31.12.2001 το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού ανέρχεται σε 757.547 ευρώ, που προέρχεται, κατά κύριο λόγο, από αγορές μετοχών των εταιριών "UNISYSTERM Α.Ε." και "SINGULAR Α.
Ε." κατά το διάστημα μεταξύ 28.2.2001 και 12.3.2001, ύψους 657.314,14 ευρώ. Δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό αυτό. Ακολούθως παραθέτει τα χρεωστικά και πιστωτικά κονδύλια και μετά από αφαίρεση αξιώσεως που υπέκυψε στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928, δέχεται ότι παραμένει χρεωστικό υπόλοιπο, εις βάρος του εναγομένου, ύψους 184.809,40 ευρώ.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν επιδίκασε στην ενάγουσα πλέον του αιτηθέντος, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε στέρησε νόμιμης βάσεως την απόφαση του, αφού διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες και με βάση αυτές ήχθη στο αποδεικτικό πόρισμα του, ώστε δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8, 9 και 19 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς οι αντίθετοi πρώτος, τρίτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή, κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 τουάρθρου 352 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία που παρέχει απόδειξη είναι μόνον εκείνη που γίνεταιγραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή. Κάθε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελευθέρως, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία γίνεται επίκληση της ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 11/2004). Η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ υπάρχει αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία. Επομένως δεν ιδρύεται σχετικός λόγος αναιρέσεως από την εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, ώστε ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη διότι δεν έλαβε υπόψη "δικαστική ομολογία" προκύπτουσα από τη χρηματιστηριακή καρτέλλα του αναιρεσείοντος που τηρούσε για τις συναλλαγές τους η αναιρεσίβλητη, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, δηλαδή όταν υπήρξε λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου (Ολομ. ΑΠ 1/19999). Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου (ΑΠ 446/2006, 484/1997) και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις (ΑΠ 442/1993). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, μόρφωσε τη γνώμη του από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σε αυτή, μαζί με τα οποία συνεκτίμησε και τη "χρηματιστηριακή καρτέλλα" του αναιρεσείοντος. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις αναιρέσεις.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ