Supreme Court dismisses appeal as untimely; defendant failed to file within 10 days of publication.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment, ruling it procedurally inadmissible due to untimeliness. The appellant filed the appeal on April 2, 2008, exceeding the statutory ten-day limit that began upon the judgment's entry into the official register on March 18, 2008. Although the appellant claimed his lawyer was absent during the relevant period, the court found no valid force majeure or insurmountable obstacle to justify the delay.
Legislator headnote
AI generatedArticles 462 and 473 of the Penal Code; Article 476 of the Code of Civil Procedure: An appeal filed after the expiration of the statutory period is inadmissible unless excused by force majeure or insurmountable obstacle, which must be proven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2648 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2648/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6117/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 710/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 381/17.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθ. 48/2-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Ράπτη του Κωνσταντίνου, δυνάμει της από 19-3-2008 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά της υπ'αριθ. 6117/25-1-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η υπ'αριθ. 1755/7-2-2007 έφεσή του κατά της υπ'αριθ. 125785/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 παρ. 18 Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά αποφάσεως, όταν αυτή ασκείται με δήλωση στον Γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε, είναι δεκαήμερη και, αν η δημοσίευσή της έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται για τον σκοπό αυτό από τη Γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο (αρχίζει) από τότε που θα επιδοθεί η καταχωρημένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικη απόφαση. Παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος που εκπροσωπήθηκε στη δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο, τον οποίο διόρισε ο ίδιος για να τον εκπροσωπήσει με έγγραφη δήλωσή του (ΑΠ 2022/2006).
Περαιτέρω κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 465, 473 και 474 παρ. 2 ΚΠΔ και τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, αν από λόγους ανώτερης βίας ή από άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα είναι αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου που του ανήκει, συγχωρείται να γίνει αργότερα, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Τα περιστατικά αυτά που συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ταυτοχρόνως να γίνεται επίκληση των αποδεικτικών στοιχείων που αποδεικνύουν τους σχετικούς ισχυρισμούς. Αν δεν διαλάβει τέτοια περιστατικά ή αν τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 6117/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εξεδόθη με εκπροσωπηθέντα τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ράπτη, τον οποίο είχε προς τούτο διορίσει με την από 24-1-2008 έγγραφη εξουσιοδότησή του. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο την 18-3-2008, όπως αυτό προκύπτει από την οικεία υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών στο σώμα της.
Παρά ταύτα όμως ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αριθ. 48/2-4-2008 έκθεση, εκπροθέσμως και συγκεκριμένα την 2-4-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 ΚΠΔ δεκαήμερης προθεσμίας. Επικαλείται βέβαια στη σχετική αίτηση αναιρέσεως ότι αυτή πρέπει να θεωρηθεί εμπρόθεσμη διότι ο δικηγόρος του απείχε από τα καθήκοντά του την 19-3-2008, την 20-3-2008, την 21-3-2008, την 31-3-2008 και την 1-4-2008.
Όμως και αληθούς υποτιθεμένου του ισχυρισμού αυτού του αναιρεσείοντα, πρέπει να σημειωθεί ότι η τελευταία ημέρα της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών ήταν η 28η Μαρτίου 2008, ημέρα Παρασκευή, κατά την οποία δεν απείχαν οι δικηγόροι από τα καθήκοντά τους και συνεπώς δεν συνέτρεχε κανένας λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος.
Κατά την ημέρα δε εκείνη ο αναιρεσείων είχε όλη την ευχέρεια και δυνατότητα να ασκήσει δια του συνηγόρου του την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Με τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ προθεσμίας των δέκα ημερών και επομένως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω:
Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθ. 48/2-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά της υπ'αριθ. 6117/25-1-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 14 Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Στέλιος Κ. Γκρόζος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 473 παρ.1 ΚΠΔ όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης.
Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι, στην περίπτωση που ο εκκαλών κατηγορούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θεωρείται δε ως παρών όταν νομίμως εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως είναι δεκαήμερη και αρχίζει από τότε που η απόφαση αυτή θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου.
Σύμφωνα δε με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου, που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο.
Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, , το ένδικο μέσο εναντίον απόφασης ή βουλεύματος απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα, της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για να κριθεί το παραδεκτό της αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 6.117/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών το οποίο δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, εκπροσωπηθείς στη δίκη εκείνη από τον Δικηγόρο Δημήτριο Ράπτη και η έφεσή του απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως.
Η απόφαση αυτή, δημοσιεύτηκε στις 25-1-2008, καταχωρίστηκε δε στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο στις 18-3-2008 όπως προκύπτει από τη σχετική υπηρεσιακή επισημείωση επί της αποφάσεως του Γραμματέως του ποινικού τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Ωστόσο ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση με δήλωση ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών την 2-4-2008 ημέρα Τετάρτη, δηλονότι μετά την παρέλευση της οριζόμενης στο νόμο δεκαήμερης προθεσμίας, η οποία έληγε την 28-3-2008 ημέρα της εβδομάδος Παρασκευή. 'Ετσι όμως η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της πιο πάνω προθεσμίας από την καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο και για το λόγο αυτόν είναι εκπρόθεσμη.
Ο αναιρεσείων, για να δικαιολογήσει τη μη εμπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δικόγραφο της αίτησης αυτής, ισχυρίζεται ότι ο άνω πληρεξούσιος δικηγόρος του την 19-3-2008, την 20-3-2008 και την 21-3-2008 απείχε των καθηκόντων του σύμμορφούμενος σε σχετική περί αποχής απόφαση του Δ.Σ.Α. Όμως από την 22-3-2008 και μέχρι την 28-3-2008, που κατά τα ανωτέρω ήταν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας για την άσκηση της αναιρέσεως, δεν είχε κώλυμα και ουδείς λόγος ανωτέρας βίας συνέτρεξε που τον εμπόδισε στην άσκηση εμπρόθεσμης αιτήσεως.
Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα κατά τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Απριλίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6.117/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ