Supreme Court dismisses appeal claiming violation of common sense teachings regarding bank loan contract terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final first-instance judgment regarding bank loan contracts. The appellant argued that the lower court violated common sense teachings by ignoring the role of credit institutions in protecting depositors. The court ruled that such teachings only ground for appeal if they concern legal interpretation or the application of proven facts, not the evaluation of evidence like fraud.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 73, 35 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: Violation of common sense teachings constitutes a ground for appeal only when they concern the interpretation of legal rules or the subsumption of proven facts, not the evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 263 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 263/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Δ. του Κ., χας Γ. Α., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου του Γ. Α. του Ε., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μελέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Εurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", 4) μονοπρόσωπης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "VIVA BANK Μονοπρόσωπη ΑΤΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Praxia Bank AE", ούσας διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Credicom Consumer Finance Τράπεζα ΑΕ" και 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ειδικού εκκαθαριστή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4159/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 967/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-3-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 62 του ΚΠολΔ, ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρ. 73 του ΚΠολΔ), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρ. 35 του ΑΚ). Κατά την ΑΚ 1901 ο κληρονόμος ευθύνεται και με τη δική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομιάς. Για να μη συμβεί αυτό, πρέπει ο κληρονόμος είτε να αποποιηθεί την κληρονομιά (ΑΚ 1847), είτε να την αποδεχτεί με το ευεργέτημα της απογραφής (ΑΚ 1902). Εξάλλου, σύμφωνα με την ΑΚ 1710, κατά τον θάνατο ενός προσώπου, η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομιά) περιέρχεται από τον νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ν. 3869/2010 συνάγεται ότι η δυνατότητα του οφειλέτη να επιδιώξει να υπαχθεί στις ρυθμίσεις του ανωτέρω νόμου έχει αυστηρά προσωποπαγή χαρακτηριστικά. Με την αίτηση υπαγωγής στην ως άνω ρύθμιση δημιουργείται μια σχέση κυρίως περιουσιακού, αλλά και προσωποπαγούς χαρακτήρα.
Η σχέση αυτή συνδέεται μόνο με το πρόσωπο του οφειλέτη και με την οικονομική κατάσταση στην οποία αυτός βρίσκεται. Αντικείμενο της δίκης δεν αποτελεί, δηλαδή, κάποιο δικαίωμα δυνάμενο να μεταβιβασθεί στους κληρονόμους του με τον θάνατό του. Η προσωποπαγής διαδικασία ρύθμισης των χρεών μπορεί να ακολουθηθεί από τους κληρονόμους, αλλά στο όνομά τους και για λογαριασμό τους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής στο πρόσωπό τους.
Συνδέεται με το πρόσωπό του (οφειλέτη) και όχι με τα χρέη του. Αν, επομένως, συμβεί θάνατος του υπερχρεωμένου οφειλέτη πριν από την έναρξη της διαδικασίας για τη ρύθμιση των χρεών, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι τέτοια δυνατότητα έχουν πλέον οι κληρονόμοι του, στους οποίους περιέρχεται η περιουσία του κατά την ΑΚ 1710 και, επομένως, και τα χρέη του, που αποτελούν την παθητική πλευρά της περιουσίας.
Ο σκοπός του νόμου κατά την αιτιολογική του έκθεση κατευθύνεται στην επανένταξη του υπέρχρεου οφειλέτη στη κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα. Με το θάνατό του ο σκοπός αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί. Τυχόν έναρξη ή συνέχιση της διαδικασίας δεν έχει πλέον αντικείμενο. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 4 του νόμου για την έναρξη της διαδικασίας ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στον γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου.
Η αίτηση αυτή πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται στην άνω διάταξη. Εν συνεχεία, εφόσον αντίγραφο της αίτησης αυτής κοινοποιηθεί στους πιστωτές και στον τυχόν υπάρχοντα εγγυητή κατά το άρθρου 5 του νόμου, επέρχεται η εκκρεμοδικία της κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 221 επ. του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας κατά το άρθρ. 741 του ΚΠολΔ.
Αν μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας αποβιώσει ο οφειλέτης, τότε, εφόσον το επίδικο δικαίωμα είναι προσωποπαγές, η δίκη δεν διακόπτεται (άρθρ. 286 περ. α' του ΚΠολΔ), αλλά καταργείται ως προς το κύριο αντικείμενό της (ΑΠ 1437/2021, ΑΠ 1731/2017), αφού με τη διαδικασία του νόμου επιδιώκεται η επανένταξη, υπό την παραπάνω έννοια, του συγκεκριμένου οφειλέτη.
Τέτοια, όμως, θέση του οφειλέτη, λόγω αυτών των χαρακτηριστικών με τον θάνατό του δεν μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του, ως στοιχείο της περιουσίας. Αυτό σημαίνει ότι οι κληρονόμοι δεν μπορούν να ωφεληθούν και να συνεχίσουν αυτοί τη δίκη με το διαληφθέν αντικείμενο. Ο προσωποπαγής χαρακτήρας της ρύθμισης καλύπτει τόσο τη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2, όσο και τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του ως άνω νόμου (ρευστοποίηση περιουσίας-προστασία κύριας κατοικίας) αφού δεν φαίνεται να δικαιολογείται μεταξύ τους οποιαδήποτε διαφοροποίηση.
Με βάση τη διαπίστωση αυτή θα έπρεπε να καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου η ρύθμιση με το θάνατο του οφειλέτη ιδία στη περίπτωση που ο θάνατος επέρχεται στην αρχή της περιόδου ρύθμισης των οφειλών. Αυτό για το λόγο ότι εξαιτίας του προσωποπαγούς χαρακτήρα της ρύθμισης δεν επιτρέπεται να επωφελούνται οι κληρονόμοι του, έστω και αν αυτοί είναι μέλη της οικογενείας του.
Τα ως άνω προβλήματα προσπάθησε να αντιμετωπίσει ο ν. 4549/2018 (ΦΕΚ Α 105/14.6.2018), με το άρθρο 65 του οποίου προστέθηκε στο ν. 3869/2010 το άρθρο 12Α σύμφωνα με το οποίο "1. Αν ο οφειλέτης αποβιώσει όσο η αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 είναι εκκρεμής, η δίκη καταργείται. 2. Αν ο οφειλέτης αποβιώσει πριν την απαλλαγή του κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 11, οι απαιτήσεις των πιστωτών επανέρχονται στο ύψος, στο οποίο θα βρίσκονταν αν δεν είχε υποβληθεί η αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, μειωμένο κατά τα ποσά που καταβλήθηκαν από τον κληρονομούμενο.
Η παύση ή ο περιορισμός της τοκογονίας κατά τα πρώτα δύο εδάφια της παραγράφου 3 του άρθρου 6 δεν ανατρέπονται για το χρονικό διάστημα μέχρι το θάνατο του οφειλέτη. 3. Αν το δικαστήριο είχε διατάξει την εξαίρεση της πρώτης κατοικίας του κληρονομούμενου από τη ρευστοποίηση και ο κληρονόμος χρησιμοποιεί το ίδιο ακίνητο ως δική του κύρια κατοικία, μπορεί, εφόσον ασκήσει την αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις παραδοχής της, να ζητήσει την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 9 χωρίς το χρονικό περιορισμό του πρώτου εδαφίου αυτής...".
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με την υπό κρίση, από 31-3-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 37425/58/2023, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 967/2021 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των ανώνυμων τραπεζικών εταιριών με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, "Άλφα Τράπεζας ΑΕ" και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, "Credicom Comsumer Finance Τράπεζα AE" στη θέση της οποίας, λόγω καθολικής διαδοχής, υπεισήλθε η τέταρτη αναιρεσίβλητη και "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ-Υπό ειδική εκκαθάριση" στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως εκκαθαριστής η πέμπτη αναιρεσίβλητη. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024).
Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (7/11/2020 - 5/4/2021), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού covid-19, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ενώ και οι προθεσμίες, που ανεστάλησαν δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από τη προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1913/2024, ΑΠ 210/2023, ΑΠ 987/2022).
Επομένως, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των πρώτου, δεύτερου και τρίτου αναιρετικών λόγων που αφορούν την αιτούσα της με αριθ. 4988/18-7-2013 αίτησης - αναιρεσείουσας (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ενώ κατά το μέρος (τέταρτο και πέμπτο αναιρετικούς λόγους) που αφορά τον σύζυγό της Γ. Α. (αιτούντα της με αριθ. 4990/18-7-2013 αίτησης), ο οποίος απεβίωσε, όπως εμφαίνεται από την ...
ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Γλυφάδας, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η αιτούσα δεν νομιμοποιείται στην άσκησή της, καθόσον σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η ανοιγμένη στο πλαίσιο της ρύθμισης του ν. 3869/2010 διαδικασία, με την υποβολή προς το δικαστήριο σχετικής αίτησης από μέρους του υπέρχρεου οφειλέτη είναι έντονα προσωποπαγής, αφού με αυτήν επιδιώκεται η επανένταξη του συγκεκριμένου οφειλέτη στη κοινωνική και οικονομική ζωή και δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του, το οποίο μπορεί να μεταβιβασθεί αιτία θανάτου στους κληρονόμους του, συνδέεται, δηλαδή, με το πρόσωπο του οφειλέτη και όχι με τα χρέη του, μετά δε την έναρξη της σχετικής διαδικασίας κατά τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 του ν. 3869/2010 και διαρκούσης αυτής, όπως εν προκειμένω, θεωρείται καταργημένη η δίκη ως προς αυτόν, χωρίς να τίθεται ζήτημα διακοπής της κατ' άρθρο 286 του ΚΠολΔ και συνέχισής της από τους κληρονόμους του, όπως ισχυρίζεται και η πρώτη αναιρεσίβλητη με τις από 9-12-2024 προτάσεις της (ΑΠ 1437/2021).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από την αναιρεσείουσα με αριθ. ...-2023, ...-2023, ...-2023 και ...-2023, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Ι. Μ.-Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων.
Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 18-7-2013 της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1508/2022).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 79/2025, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ. με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1512/2022). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1061/2023). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 79/2025, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 163/2022).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 79/2025, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 806/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 805/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 163/2022), έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή του, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 554/2020, ΑΠ 677/2015).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, η αναιρεσείουσα-αιτούσα την υπαγωγή της στο ν. 3869/2010, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 εδ. α' και 5 εδ. β'του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου: Α] ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να δεχθεί ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσής της (αιτούσας) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις πιστώτριες, την οποία πρότεινε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η παριστάμενη πρώτη πιστώτρια και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία (επαναφέρθηκε με την από 18-7-2018 έφεσή της), παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη, καθώς και Β] δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι "αναφορικά με την ύπαρξη ή μη δόλου στο πρόσωπό της, δεν έλαβε υπόψη την οικονομική της κατάσταση, ούτε το γεγονός της εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών της επί μακρόν, παρά μόνο τον αριθμό των δανειακών της συμβάσεων και το εμφανιζόμενο μετά από επιβαρύνσεις με τόκους σύνολο των οφειλών της".
Το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: ''..... ο αιτών, ήδη εφεσίβλητος, Γ. Α. του Ε., που γεννήθηκε το έτος 1962 και είναι επαγγελματίας αυτοκινητιστής και η αιτούσα, ήδη εφεσίβλητη, Κ.
Δ. του Κ., που γεννήθηκε το έτος ... και είναι ήδη άνεργη, είναι σύζυγοι από του έτους ... Από τον γάμο τους απέκτησαν δύο ήδη ενήλικα κατά τον χρόνο κατάθεσης των ένδικων αιτήσεων τους (18-07-2013) τέκνα, την Ε. - Α., που γεννήθηκε στις ... και εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος από του έτους ..., και τον Γ.-Φ., που γεννήθηκε στις ...
και από του έτους ... έως και το έτος ... (ακαδ. έτος 2016-2017) είναι σπουδαστής της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του Τ.Ε.Ι Πειραιά(...). Κατοικούν, όπως δηλώνουν και ισχυρίζονται με τις ένδικες αιτήσεις τους, όλοι μαζί στη Γλυφάδα Αττικής, σε ιδιόκτητο ενιαίο διαμέρισμα, δεύτερου - τρίτου ορόφου, επιφανείας 118 τ.μ, επί της οδού ...
Κατά το χρόνο κατάθεσης των αιτήσεών τους, οι αιτούντες είχαν οφειλές, που είχαν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης τους, προς τις καθ' ων οι αιτήσεις τους πιστώτριες ως εξής: Α] Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του εφεσίβλητου-αιτούντος Γ. Α. ανέρχονται, σύμφωνα με τις σχετικές βεβαιώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αίτησής του, που δεν αμφισβητήθηκαν, στο συνολικό ποσό των 45.714,87 € και αναλύονται ως εξής: 1ον) Προς την, ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK-ERGASIAS ΑΕ, ήδη εκκαλούσα - καθ' ης πιστώτρια, από το υπ' αριθ. ...
καταναλωτικό δάνειο, στο συνολικό ποσό των 21.238,37 €, ήτοι ποσό των 20.579,87 € για κεφάλαιο, 650,50 € για τόκους (έως 10-05-2013), πλέον 8 € για έξοδα, με ποσό τελευταίας ενήμερης δόσης 160,52 € (...), 2ον) Προς την ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ, από το ... καταναλωτικό δάνειο, στο συνολικό ποσό των 5.473,10 €, ήτοι 5.204,88 € για κεφάλαιο, 240,43 € για τόκους (έως 10-05-2013), πλέον εξόδων 27,79 €, με ληξιπρόθεσμες οφειλές ήδη στις 10-05-2013 συνολικού ποσού 1.345,19 € (....), χωρίς να προκύπτει ποσό τελευταίας ενήμερης δόσης με αύξηση του, οφειλόμενου κεφαλαίου στο ποσό των 5.565,58 € (...), 3ον) Προς την ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε από πιστωτικές κάρτες το συνολικό ποσό των 3.702,97 ευρώ και δη ι) από την ... (αριθ, λογ/σμου ...) πιστωτική κάρτα συνολικό ποσό 2.047,11 €, ήτοι 1.629,12 € για κεφάλαιο, 373,35 € για τόκους (έως 10-05-2013), πλέον εξόδων 44,64 €, που βρίσκεται σε καθυστέρηση ολόκληρο ήδη στις 10-05-2013, και υ) από την ... (αριθ.
λογ/σμου ...) πιστωτική κάρτα συνολικό ποσό 1.655,86 €, ήτοι 1.309,29 € για κεφάλαιο, 310,74 € για τόκους (έως 10-05-2013), πλέον εξόδων 35,83 €, που βρίσκεται σε καθυστέρηση ολόκληρο ήδη στις 10-05-2013 (.... ) και 4ον) Προς την Credicom Consumer Flance ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, από το ... δάνειο πώλησης αυτοκινήτου, με παρακράτηση κυριότητας οχήματος ποσό 15.300,43 €.
Όπως, δε, προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τον αιτούντα έγγραφα, το τελευταίο δάνειο ελήφθη το έτος 2009 (09-07- 2009), με σκοπό την χρηματοδότηση της αγοράς από τον αιτούντα και τον Α. Δ. του Κ., κατοίκου ... (οδός ...), ενός αυτοκινήτου μάρκας SKODA OCTAVIA, με αριθμό κυκλοφορίας ..., του οποίου η κυριότητα παρακρατήθηκε, αυτό δε το δάνειο, ποσού 23,760,00 ευρώ, ήταν αποπληρωτέο σε ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις 316,39 € και εμφάνιζε στις 29-01-2013 ληξιπρόθεσμες οφειλές συνολικού ποσού 1107,86 ευρώ........
Β] Οι οφειλές της εφεσίβλητης-αιτούσας Κ. Δ. ανέρχονται, σύμφωνα με τις σχετικές βεβαιώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αίτησής της που δεν αμφισβητήθηκαν, στο συνολικό ποσό των 245.993,17 € και αναλύονται ως εξής: 1ον) Προς την EUROBANK-ERGASIAS ΑΕ, ήδη εκκαλούσα-καθ'ης πιστώτρια, από την ...
σύμβαση επαγγελματικού δανείου, στο συνολικό ποσό των 241.454,20 €, ήτοι 239.084,59 € για κεφάλαιο, 1999,48 € για τόκους (έως 10/5/2013), πλέον 370,13 € για έξοδα, με μηδενικό ποσό τελευταίας ενήμερης δόσης (...), ενώ για την εξασφάλιση των απαιτήσεων από το δάνειο αυτό έχει προσημειωθεί ακίνητο ιδιοκτησίας της αιτούσας. Η αποπληρωμή των οφειλών από την εν λόγω σύμβαση δανείου, ποσού 250.000 €, είχε ήδη προηγουμένως ρυθμισθεί με το από 12/04/2010 ιδιωτικό συμφωνητικό και παρουσίαζε ήδη από 12-06-2012 ληξιπρόθεσμες οφειλές δύο δόσεων (845,96 €), συνολικού ποσού 1.691,92€ (....), 2ον) Προς την Citibank Int PLC, από δάνειο αναχρηματοδότησης (με αριθ.
σύμβασης-λογ/σμου ...), συνολικό ποσό 2.602,76 €, ήτοι 2.447,79€ για κεφάλαιο, 70,10 € για τόκους, πλέον 84,87€ για έξοδα (...), και με ποσό τελευταίας ενήμερης δόσης 70,61 € (...) και 3ον) Προς την ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ- ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ, από την με αριθμό ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το συνολικό ποσό των 1.963,21 €, ήτοι 1.586,80 € για κεφάλαιο, 374,35 € για τόκους (έως 13/5/2013), πλέον 2,06 € για έξοδα, που ήταν ήδη όλο ληξιπρόθεσμο στις 13-05-2013 (...) και με ποσό τελευταίας ενήμερης δόσης 50,14 (...), το οποίο, ωστόσο, κατά τα διδάγματα, της κοινής πείρας αντιστοιχεί στο ελάχιστο απαιτούμενο από την πιστώτρια ποσό δόσης.
Περαιτέρω, κατά τον χρόνο κατάθεσης των ένδικων αιτήσεών τους (18-07-2013), οι εφεσίβλητοι-αιτούντες σύζυγοι, οι οποίοι εμφανίζουν τα κατωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα εισοδήματα, δηλώνουν μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ως άνω οφειλών τους κατά τα εκτιθέμενα στα δικόγραφά τους, επικαλούμενοι ο μεν αιτών πενιχρά εισοδήματα, η δε αιτούσα εμφανίζεται άνεργη εγγεγραμμένη στα μητρώα του Ο.Α.Ε.Δ (...).
Διαθέτουν, δε, ακίνητη περιουσία και δη ως ακολούθως: Α] Ο αιτών διαθέτει κατά δικαίωμα ψιλής κυριότητας: 1ον) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, μία κατοικία-διαμέρισμα, επιφανείας 56,78 τ.μ, κτισμένης στον 1ο όροφο πολυκατοικίας, επί της οδού ..., άνευ αριθμού, στο Δήμο Γλυφάδας Αττικής, έτους κατασκευής 1963, 2ον) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου μία αποθήκη, επιφανείας 32,42 τ.μ, κτισμένης στο ισόγειο πολυκατοικίας, επί της οδού ..., άνευ αριθμού, στο Δήμο Γλυφάδας Αττικής, έτους κατασκευής 1963, 3ον) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, μία θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, επιφανείας 12,55 τ.μ, κτισμένες στο ισόγειο πολυκατοικίας, επί της οδού ..., άνευ αριθμού, στο Δήμο Γλυφάδας Αττικής, έτους κατασκευής 1963, όπως δηλώνει στην ένδικη αίτησή του.
Όπως, δε, συνάγεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα οι ανωτέρω ιδιοκτησίες βρίσκονται επί γηπέδου, επιφανείας 307 τ.μ, που δηλώνεται ως αγροτεμάχιο, η δε ως άνω ακίνητη περιουσία, συνολικής αντικειμενικής αξίας κατά το έτος 2017 ποσού 6155,29 € (...), έχει δηλωθεί, από κοινού από όλους τους συνδικαιούχους των κατά περίπτωση εμπραγμάτων δικαιωμάτων και κατά την διαδικασία της κτηματογράφησης της περιοχής, με την σημείωση ότι σε αντίθεση με τις προσκομιζόμενες δηλώσεις ακίνητης περιουσίας (Ε9) έχουν δηλωθεί δύο όροφοι συνολικής επιφάνειας 104,75 τ.μ, πλην όμως έχει υποβληθεί η από 17-12-2015 ένσταση από το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς, ωστόσο, να προκύπτει το αποτέλεσμα της σχετικής διαδικασίας.
Επίσης, ο αιτών διαθέτει κατά πλήρη κυριότητα το με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο, μάρκας ΒΜW, 1596 cc, μοντέλο 2003, εκτιμώμενης από τον αιτούντα αξίας 3000 €, ως και το με αριθμό κυκλοφορίας ... δημοσίας χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο (ταξί), μάρκας ΤΟΥΟΤΑ AVENSIS, όπως ο ίδιος δηλώνει το πρώτον στις από 4-10-2017 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Ειρηνοδικείου, με την σχετική άδεια δημόσιας χρήσης, το οποίο απέκτησε από την σύζυγο του το έτος 2007, που με την σειρά της το είχε προηγουμένως αποκτήσει το έτος 2006, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, σημειουμένου συναφώς ότι το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο δεν είχε δηλωθεί αυτοτελώς ούτε στις αιτήσεις προς τις πιστώτριες για εξωδικαστικό συμβιβασμό (από το άρθρο 2 του Ν. 3869/2010), στις οποίες γινόταν συναφώς κάποια γενικόλογη αναφορά στο κεφάλαιο προσωπική και εργασιακή κατάσταση.
Ο αιτών δεν διαθέτει άλλη ακίνητη περιουσία, ούτε, προκύπτει να διαθέτει άλλα κινητά πράγματα αξίας, διατηρούσε δε την ως άνω περιουσία και κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησής του, αλλά και της εναντίον του έφεσης, εφ' όσον δεν δηλώνεται ούτε προκύπτει άλλο τι. Β] Η αιτούσα διαθέτει κατά δικαίωμα πλήρους κυριότητας ένα διαμέρισμα επιφανείας 118,00 τ.μ που βρίσκεται στην Γλυφάδα Αττικής (...), όπως δηλώνεται στη Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης (Ε9) [..], με αντικειμενική αξία που ανέρχεται στο ποσό των 110.735,63 ευρώ(...).
Δεν αποδεικνύεται να διαθέτει άλλη ακίνητη ή κινητή περιουσία, διατηρούσε δε την ως άνω περιουσία και κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης της, αλλά και της εναντίον του έφεσης, εφ' όσον δεν δηλώνεται ούτε προκύπτει άλλο τι. Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι το διαμέρισμα αυτό αποτελεί την κύρια κατοικία της οικογένειάς τους και ότι πρόκειται για ενιαίο διαμέρισμα-δύο ορόφων (δεύτερου και τρίτου με διαρρύθμιση μεζονέτας), μέρος, μάλιστα του οποίου,, εκμίσθωναν σε τρίτο πρόσωπο.
Σύμφωνα, δε, με τα προσκομιζόμενα συμβόλαια της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας,, επί της οικοδομής που βρίσκεται στην Γλυφάδα, Αττικής επί της οδού ..., και μεταβίβασης λόγω γονικής παροχής στην αιτούσα (...-1989 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ε. Γ. - Λ.), συνεστήθη και μεταβιβάστηκε στην αιτούσα ως μία ενιαία οριζόντια ιδιοκτησία, καταλαμβάνουσα τους μελλοντικά ανεγερθησόμενους δεύτερο και τρίτο ορόφους πάνω από το υφιστάμενο ισόγειο (οροφοδιαμέρισμα επιφανείας 118,70 τ.μ), οι οποίοι θα κτισθούν πάνω από τον ανεγερθησόμενο πρώτο όροφο (οροφοδιαμέρισμα επιφανείας 118,70 τ.μ) και θα αποτελούν ένα ενιαίο διαμέρισμα αποτελούμενο στο δεύτερο όροφο, σε επιφάνεια 63,30 τ.μ, από χώρο υποδοχής, τραπεζαρία, κουζίνα και χώρο εσωτερικής σκάλας, για την επικοινωνία με τον τρίτο όροφο και στο τρίτο όροφο, σε επιφάνεια 55,61 τ.μ, από τρία υπνοδωμάτια, διάδρομο, λουτρό, αποθήκη με χώρο εσωτερικής σκάλας, για την επικοινωνία με τον δεύτερο όροφο, ενώ παρά ταύτα ορίστηκαν ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου αυτοτελώς για καθένα από τους δεύτερο και τρίτο ορόφους, η καλυμμένη δε επιφάνεια των οποίων δεν εξαντλεί την καλυμμένη επιφάνεια του ισογείου και του πρώτου ορόφου.
Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι εκμίσθωσαν μέρος της ως άνω κατοικίας τους και συγκεκριμένα τον τρίτο όροφο , επιφανείας 64 τ.μ, αποτελούμενο από σαλόνι, κουζίνα, δύο υπνοδωμάτια και λουτρό στον Ν. Κ. αντί μηνιαίου μισθώματος 500 €, για χρονικό διάστημα από 7-2-2009 έως 7-2-2011 και αντί μηνιαίου μισθώματος 280 € για χρονικό διάστημα από 1-6-2013 έως 1-6-2015, έχει δε η αιτούσα δηλώσει τα ως άνω μισθώματα κατά τις χρήσεις 2009, 2010, 2011, 2012, 2014, 2015, με την σημείωση ότι στις προσκομιζόμενες αναλυτικές καταστάσεις μισθωμάτων δηλώνεται μέχρι το 2011, ως τρίτου ορόφου επιφανείας 64,00τ.μ και από το 2012 έως 2015 ως τρίτου ορόφου 54,40τ.μ.
Ωστόσο, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες φορολογικές δηλώσεις και εκκαθαριστικά σημειώματα, το εν λόγω διαμέρισμα, μοναδική ιδιοκτησία της αιτούσας, εκμισθωνόταν και στο παρελθόν κατά τα έτη 2008, 2007 και 2006. Με βάση τα ανωτέρω, δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός ότι οι αιτούντες χρησιμοποιούν ως κύρια κατοικία της οικογένειάς τους το παραπάνω ενιαίο δεύτερου και τρίτου ορόφου διαμέρισμα (μεζονέτα), εκμισθώνοντας μάλιστα μέρος του τρίτου ορόφου.
Τούτο, δε, διότι η αιτούσα εκμίσθωσε διαμέρισμα τρίτου ορόφου αποτελούμενο από σαλόνι, κουζίνα, δύο υπνοδωμάτια και λουτρό (όπως περιγράφεται στα προσκομιζόμενα δύο μισθωτήρια, χωρίς αναφορά επιφανείας), ενώ ο τρίτος όροφος περιγράφεται άλλως στα ως άνω συμβόλαια, οι δε δύο όροφοι, όπως περιγράφονται στα ως άνω συμβόλαια, δεν έχουν τέτοια διαρρύθμιση ούτε λειτουργική αυτονομία και ανεξαρτησία, ώστε να επιτρέπουν την αυτοτελή και ανεξάρτητη διαμονή στον καθένα από τους ορόφους.
Επομένως, συνάγεται ότι οι αιτούντες έχουν εκμισθώσει ολόκληρο το διαμέρισμα, το οποίο, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται, δεν χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία τους, χρησιμοποιώντας προς τούτο άλλο ακίνητο, δοθέντος ότι ο αιτών έχει και ο ίδιος κατά ψιλή κυριότητα διαμέρισμα, που θά μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία τους.
Άλλως, εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι πράγματι έχουν εκμισθώσει μόνο τον τρίτο όροφο, με τους περιγραφόμενους στο μισθωτήριο χώρους, νομική και πραγματική κατάσταση των δύο ορόφων είναι σήμερα τελείως διάφορη της περιγραφόμενης στα ανωτέρω συμβόλαια, την οποία οι αιτούντες, ιδίως δε η αιτούσα κυρία του διαμερίσματος (που αιτείται την εξαίρεση από την εκποίηση της ιδιοκτησίας της αυτής ως κύριας κατοικίας της), όφειλαν να έχουν περιγράψει σε κάθε περίπτωση αληθώς με την αίτησή τους, παράλειψη που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει παραβίαση του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης, που απορρέει από το άρθρο 10 Ν.3869/2010, επισύροντας τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή έννομες συνέπειες.
Δοθέντος, δε, ότι με σχετικό λόγο έφεσης (τέταρτος λόγος έφεσης κατά της 4159/2018 απόφασης) ηγέρθη ζήτημα αναφορικά με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που έχουν συσταθεί επί των δύο αυτών ορόφων, οι εφεσίβλητοι - αιτούντες, χωρίς να προσκομίζουν άλλες αποδείξεις από τις οποίες να προκύπτει ότι τα προαναφερόμενα συμβόλαια, που, συντάχθηκαν για μελλοντικώς ανεγερθησομένους ορόφους, επιφανείας μάλιστα υπολειπόμενης των λοιπών ορόφων επί των οποίων θα ανεγείρονταν, εξακολουθούν να αποτυπώνουν την ισχύουσα σήμερα νομική και πραγματική κατάσταση του ακινήτου, εμμένουν στην ισχύ των παραπάνω συμβολαίων, ισχυριζόμενη μάλιστα η εφεσίβλητη - αιτούσα ότι αρχικώς είχαν συσταθεί δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες, που ενοποιήθηκαν στην συνέχεια (...).
Ισχυρισμός, ωστόσο, που δεν επιβεβαιώνεται από τα ως άνω προσκομιζόμενα συμβόλαια, από τα οποία συνάγεται δήλωση σύστασης εξαρχής ενιαίας ιδιοκτησίας επί των δύο ορόφων, που θα συνιστούσαν ένα ενιαίο διαμέρισμα (..) και μεταβίβαση της ενιαίας αυτής ιδιοκτησίας (....), και θα μπορούσε εντεύθεν να εγερθούν και αμφιβολίες ως προς την ισχύουσα σήμερα νομική και πραγματική κατάσταση του ακινήτου, του οποίου την εξαίρεση από την εκποίηση διώκει η εφεσίβλητη-αιτούσα με την ένδικη αίτησή της.
Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται, περί τα τέλη του έτους 2006, με την ως άνω αναφερόμενη από ... σύμβαση επαγγελματικού δανείου η εφεσίβλητη-αιτούσα έλαβε από την εκκαλούσα - καθ'ης η αίτηση πιστώτρια Τράπεζα επαγγελματικό δάνειο ποσού 250.000 €, με το οποίο απέκτησε στο όνομα της το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δημοσίας χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο (ΤΑΞΙ), με την επ' αυτού δημόσιας χρήσης άδεια κυκλοφορίας, εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ AVENSIS καθ'ο χρόνο η ίδια εργαζόταν ως εμποροϋπάλληλος.
Η εκμετάλλευση αυτού του δημοσίας χρήσης αυτοκινήτου έγινε από κοινού από τους αιτούντες συζύγους, ο δε αιτών ανέλαβε ως οδηγός την κυκλοφορία του. Το έτος 2007, η αιτούσα μεταβίβασε στον αιτούντα σύζυγο της το ως άνω δημόσιας χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο (ΤΑΞΙ), με την επ' αυτού δημόσιας χρήσης άδεια κυκλοφορίας, δυνάμει του ...-2007 συμβολαίου πώλησης αυτοκινήτου της συμβ/φου Αθηνών Μ.
Δ. Έκτοτε, ο αιτών, ο οποίος το οδηγούσε, συνέχισε να το εκμεταλλεύεται και ως ιδιοκτήτης. Το έτος, δε, 2009, προέβη, όπως συνάγεται από τις αποδείξεις, σε αντικατάσταση του ως άνω κυκλοφορίας δημόσιας χρήσης, κυκλοφορούσε έκτοτε, με τον αυτό αριθμό κυκλοφορίας ..., αυτοκίνητο μάρκας SKODA OCTAVIA (..). Για την αντικατάσταση αυτή έλαβε, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, από την Credicom Consumer Finance ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ το ως άνω αναφερόμενο ...
δάνειο, ποσού 23.760,00 ευρώ, για την αγορά του νέου αυτοκινήτου μάρκας SKODA OCTAVIA. Ο αιτών εξακολουθεί να διαθέτει και εκμεταλλεύεται, ως ιδιοκτήτης, το εν λόγω δημόσιας χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο. Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες φορολογικές δηλώσεις και τα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών-φορολογικών ετών 2004-2016 (που αφορούν στις χρήσεις 2003-2016, στα οποία σημειωτέον δεν περιλαμβάνονται του οικ.
έτους 2014 [φορολ.έτος-χρήση 2013], γιατί δεν προσκομίστηκαν για την χρήση αυτή σχετικά έγγραφα), των οποίων η ακρίβεια και η ειλικρίνεια δεν αποδεικνύεται ότι έχει ελεγχθεί αρμοδίως, προκύπτουν, κατά δήλωση των εφεσίβλητων αιτούντων συζύγων, τα εξής εισοδήματά τους: 1ον) Κατά το οικ. έτος 2004 (χρήση 2003), ο μεν αιτών εμφάνιζε εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ποσού 51.137,07 €, επί ακαθαρίστων εσόδων ατομικής επιχείρησης 636.861,00 €, από το οποίο εξέπεσε ποσό 3758,80 € (εισφορές σε ασφαλιστικά ταμεία και ασφάλιστρα ζωής), η δε αιτούσα εμφάνιζε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 2.873,37 €, από το οποίο εξέπεσε ποσό 1557,11€ (τόκοι δανείων 1503,91 € ασφάλιστρα ζωής 53,20 €), αμφότεροι δε φορολογητέο εισόδημα 47.378,27 € και 1.316,26 € αντίστοιχα. 2ον) Κατά το οικ.
έτος 2005 (χρήση 2004), ο μεν αιτών εμφάνιζε εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ποσού 29618,72€€, επί ακαθαρίστων εσόδων ατομικής επιχείρησης 558.496,75€, από το οποίο εξέπεσε ποσό 4.969,07€ (εισφορές σε ασφαλιστικά ταμεία και ασφάλιστρα ζωής), η δε αιτούσα εμφάνιζε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 3.658,17 €, από το οποίο εξέπεσε ποσό 109,93€ (ασφάλιστρα ζωής) αμφότεροι δε φορολογητέο εισόδημα 24.649,65 € και 3548,24 € αντίστοιχα. 3ον) Κατά το οικ.
έτος 2006 (χρήση 2005), ο μεν αιτών εμφάνιζε εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ποσού 6.666,67 € επί ακαθαρίστων εσόδων ατομικής επιχείρησης 6.666,67 €, ως και από μισθωτές υπηρεσίες ποσού,2.599,43 €, ήτοι συνολικά 9.266,10€, από το οποίο εξέπεσε ποσό 1.573,40 € (εισφορές σε ασφαλιστικά ταμεία), η δε αιτούσα εμφάνιζε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 3.259,89 €, αμφότεροι δε φορολογητέο εισόδημα 7.692,70 € και 3.259,89 € αντίστοιχα και συνολικά 10.952,59 €. 4ον) Κατά το οικ.
έτος 2007 (χρήση 2006), ο μεν αιτών εμφάνιζε μηδενικά εισοδήματα, η δε αιτούσα εμφάνιζε εισόδημα από ακίνητα 5.400,00 €, από εμπορικές επιχειρήσεις 1.333,33 €, επί ακαθαρίστων εσόδων 1.333,33€, ως και από μισθωτές υπηρεσίες 4.558,36 €, ήτοι συνολικά.11.291,69 €, από το οποίο εξέπεσε ποσό 1.100 € (ασφάλιστρα, ζωής), αμφότεροι δε φορολογητέο εισόδημα 10.191,69 €.
Περί τα τέλη του έτους 2006, όπως ήδη έχει ανωτέρω αναφερθεί, η εφεσίβλητη - αιτούσα έλαβε από την εκκαλούσα - καθ'ης πιστώτρια το ως άνω αναφερόμενο επαγγελματικό δάνειο ποσού 250.000 €, με το οποίο απέκτησε στο όνομά της το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δημοσίας χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο (ΤΑΞΙ). Το δε δηλούμενο από εμπορικές επιχειρήσεις εισόδημα προέρχεται από την εκμετάλλευση αυτού του δημοσίας χρήσης επιβατικού αυτοκινήτου. 5ον) Κατά το οικ.
έτος 2008 (χρήση 2007), ο μεν αιτών εμφάνιζε εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ποσού 8.000,00 €, επί ακαθαρίστων εσόδων ατομικής επιχείρησης 8.000,00 €, από το οποίο εξέπεσε ποσό 330,51€ (ασφάλιστρα ζωής κ.λπ), η δε αιτούσα εμφάνιζε εισόδημα, από ακίνητα 5.700,00 €, από εμπορικές επιχειρήσεις 8.000,00 €, επί ακαθαρίστων εσόδων 8.000,00 €, ως και από μισθωτές υπηρεσίες 3.088,83 €, ήτοι συνολικά 16.788 €, από το οποίο εξέπεσε ποσό 693,58 € (ασφάλιστρα ζωής κ.λπ), αμφότεροι δε φορολογητέο εισόδημα 7.669,49 € και 16.095,25 € αντίστοιχα και συνολικά 23.764,74 €.
Το δε δηλούμενο από εμπορικές επιχειρήσεις εισόδημα αμφοτέρων προέρχεται από την εκμετάλλευση του ως άνω δημοσίας χρήσης επιβατικού αυτοκινήτου, το οποίο η αιτούσα μεταβίβασε στον αιτούντα σύζυγο της περί τα μέσα του έτους 2007 (28-06-2007). 6ον) Κατά το οικ. έτος 2009 (χρήση 2008), ο μεν αιτών εμφάνιζε εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ποσού 16.000,00 €, επί ακαθαρίστων εσόδων ατομικής επιχείρησης 16.000,00 €, από το οποίο εξέπεσε ποσό 5.036,10 € (εισφορές σε ασφαλιστικά ταμεία 4.068,40 €, ασφάλιστρα ζωής 969,70), η δε αιτούσα εμφάνιζε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 3.800,00 €, από το οποίο εξέπεσε ποσό 230,30€ (ασφάλιστρα ζωής), αμφότεροι δε φορολογητέο εισόδημα 10.961,90 € και 3.569,70 € αντίστοιχα και συνολικά 14.531,6 €. 7ον) Κατά το οικ.
έτος 2010 (χρήση 2009), ό μεν αιτών εμφάνιζε εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ποσού 16.000,00 €, επί ακαθαρίστων εσόδων ατομικής επιχείρησης 16.000,00 € από το οποίο εξέπεσε ποσό 4.619,61 € (εισφορές σε ασφαλιστικά ταμεία 3.494,82 €, ασφάλιστρα ζωής 884,79 €, ιατρική περίθαλψη 240,00 €), η δε αιτούσα εμφάνιζε εισόδημα από ακίνητα 5.700,00 €, από το οποίο εξέπεσε ποσό 315,21 € (ασφάλιστρα ζωής), αμφότεροι δε φορολογητέο εισόδημα 11.380,39 € και 5.384,79 € αντίστοιχα και συνολικά 16.765/18 €. 8ον) Κατά το οικ.
έτος 2011 (χρήση 2010), ο μεν αιτών εμφάνιζε εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ποσού 14.014,69 €, επί ακαθαρίστων εσόδων ατομικής επιχείρησης 21.593,75 €, από το οποίο εξέπεσε ποσό 6.433.98 € (εισφορές σε ασφαλιστικά ταμεία 5.233,98 €, ιατρική περίθαλψη 1.200,00 €), η δε αιτούσα εμφάνιζε εισόδημα από ακίνητα 5.700,00 €, αμφότεροι δε φορολογητέο εισόδημα 7.580,71 € και 5.700,00 € αντίστοιχα και συνολικά 13.280,71 €. 9ον) Κατά το οικ.
έτος 2012 (χρήση 2011), ο μεν αιτών εμφάνιζε εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ποσού 2.957,71€, επί ακαθαρίστων εσόδων ατομικής επιχείρησης 14.084,35 €, η δε αιτούσα εμφάνιζε εισόδημα από ακίνητα 5.700,00 €, αμφότεροι δε φορολογητέο εισόδημα 6.440,00 € και 5.700,00 € αντίστοιχα και συνολικά 12.140 €. 10ον) Κατά το οικ. έτος 2013 (χρήση 2012) ο μεν αιτών εμφάνιζε εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ποσού 2.643,70 €, επί ακαθαρίστων εσόδων ατομικής επιχείρησης 12.589,70 €, η δε αιτούσα εμφάνιζε εισόδημα από ακίνητα 5.700,00 €, αμφότεροι δε φορολογητέο εισόδημα 6.300,00 € και 5.700,00 € αντίστοιχα και συνολικά 12.000 €. 11ον) Κατά το οικ.
έτος 2014 (χρήση 2013), δεν προσκομίζονται έγγραφα και δεν προκύπτουν στοιχεία. Πλην όμως, από όλα τα προσκομιζόμενα έγγραφα συνάγεται ότι η οικονομική κατάσταση των αιτούντων δεν είναι σημαντικά διάφορη με εκείνη των προηγουμένων και επομένων ετών. 12ον) Κατά το φορολογικό έτος 2014 (χρήση 2014), ο μεν αιτών εμφάνιζε μηδενικό εισόδημα, αντιθέτως εμφάνιζε ζημία από επιχειρήσεις 3.297,79 € ιδίου έτους επί ακαθαρίστων εσόδων ατομικής επιχείρησης 12.589,49 €, και 3.938,52 € προηγουμένου έτους, η δε αιτούσα εμφάνιζε εισόδημα από ακίνητα 3.192,00 €, αμφότεροι δε φορολογητέο εισόδημα 3.192,00 €. 13ον) Κατά το φορολογικό έτος 2015 (χρήση 2015), ο μεν αιτών εμφάνιζε μηδενικό εισόδημα, αντιθέτως εμφάνιζε ζημία από επιχειρήσεις 3.169,80 € ιδίου έτους, επί ακαθαρίστων εσόδων ατομικής επιχείρησης 12.388,67 € και 7.236,41 € προηγουμένων ετών, η δε αιτούσα εμφάνιζε εισόδημα από ακίνητα 3.192,00 €, αμφότεροι δε φορολογητέο εισόδημα 3.192,00 €.
Και 14ον) Κατά το φορολογικό έτος 2016 (χρήση 2016), ο μεν αιτών εμφάνιζε μηδενικό εισόδημα, αντιθέτως εμφάνιζε ζημία από επιχειρήσεις 2.437,18 € ιδίου έτους, επί ακαθαρίστων εσόδων ατομικής επιχείρησης 11.227,09 €, και 10.406,21 € προηγουμένων ετών, η δε αιτούσα εμφάνιζε επίσης μηδενικό εισόδημα, αμφότεροι δε μηδενικό φορολογητέο εισόδημα.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, αποδεικνύονται, περαιτέρω, και τα εξής:
Ο εφεσίβλητος - αιτών είναι επαγγελματίας αυτοκινητιστής. Διαθέτει κατ' αποκλειστική κυριότητα και εκμεταλλεύεται ένα επιβατικό αυτοκίνητο δημοσίας χρήσεως (ΤΑΞΙ) με το οποίο πραγματοποιεί οδικές μεταφορές επιβατών και των αποσκευών τους εντός Λεκανοπεδίου Αττικής έναντι κομίστρου. Ασκεί τη δραστηριότητα αυτή από του έτους 2006 έως και την κατάθεση της ένδικης από το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3869/2010 αίτησής του στις 18-07-2013 και τη συζήτησή της στις 04-10-2017, δηλώνοντας μάλιστα, καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα εισοδήματα από την εκμετάλλευση του ως άνω αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως, που συνιστούν τα μοναδικά εισοδήματά του.
Με την απόκτηση του ως αυτοκινήτου δημοσίας χρήσης, για εκμετάλλευση από τον ίδιο με την κατ' επάγγελμα επιχείρηση εμπορικών πράξεων μεταφοράς επιβατών με τις αποσκευές τους, ο αιτών προέβη σε οργάνωση αφ' ενός πάγιου κεφαλαίου, μετά από επένδυση υψηλού χρηματικού κεφαλαίου και αφ' ετέρου εργασίας, έστω της δικής του (εφ' όσον δεν αποδείχθηκε η απασχόληση ετέρου οδηγού), διαμεσολαβώντας στη κυκλοφορία των οικονομικών αγαθών, με την προσδοκία ότι από την εκμετάλλευση του δημοσίας χρήσεως αυτού αυτοκινήτου, δραστηριότητα με σύμφυτα στοιχεία της αβεβαιότητας και του κινδύνου, να αποκομίσει κέρδη τέτοια που θα του επιτρέπουν τόσο την απόσβεση της επένδυσής του, την αμοιβή της εργασίας του και την αποκόμιση και επιχειρηματικού κέρδους, αναλαμβάνοντας βεβαίως/ εντεύθεν και τον επιχειρηματικό κίνδυνο της αβεβαιότητας και του κινδύνου της μη απόδοσης της επιχείρησης ένεκα των οποίων εξωγενών και αστάθμητων παραγόντων ή και εσφαλμένων επιλογών.
Για δε την απόκτηση του πάγιου αυτού κεφαλαίου απαιτήθηκε η επένδυση χρηματικού κεφαλαίου σημαντικής κλίμακας, για το οποίο χρειάσθηκε τόσο η σύζυγος του όσο και ο ίδιος να προβούν σε υψηλό δανεισμό (ποσών 250.000 € και 23.760 € αντίστοιχα), αναλαμβάνοντας εντεύθεν και υψηλό τραπεζικό κίνδυνο, με προσδοκία προφανώς σημαντικών κερδών, συμπεριφορά που συνηγορεί στην ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου.............
Περαιτέρω, με βάση τα ανωτέρω εισοδήματα, τόσο τα ατομικά της αιτούσας, που κατά τον κρίσιμο χρόνο της αδυναμίας πληρωμής προέρχονται από μισθωτές υπηρεσίες και εκμίσθωση ακινήτων, όσο και τα οικογενειακά εισοδήματα, σε συνδυασμό με τις ατομικές και οικογενειακές βιοτικές της ανάγκες, η εφεσίβλητη - αιτούσα δεν διέθετε ικανά εισοδήματα, τα οποία, αφαιρουμένων των δαπανών για την στοιχειώδη διαβίωση αυτής και της οικογένειάς της, τούτων εκτιμωμένων κατ' ελάχιστο στο ποσό των 1.000 ευρώ, όπως η ίδια αποτιμά τις ανάγκες διαβίωσης της οικογένειάς της στην ένδικη αίτησή της και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ανταποκρίνονται στις ανάγκες διαβίωσης μίας τετραμελούς οικογένειας με την σύνθεση αυτής των διαδίκων, να επαρκούν για την αποπληρωμή των υψηλών δανείων της, όπως αυτό μπορούσε βασίμως να εκτιμηθεί ήδη από τον χρόνο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων.
Συνεκτιμώντας δε προς τούτο ότι η αιτούσα, όπως και ο αιτών, βαρύνονταν και με την διατροφή των δύο τέκνων τους, και δη της από 24-11-2006 ενήλικης θυγατέρας τους μέχρι το έτος 2014, οπότε ανεύρε το πρώτον μισθωτή εργασία και έκτοτε συνδράμει στις οικογενειακές δαπάνες με το μισθό της (το έτος 2014 ποσού 8.669 €, το έτος 2015 ποσού 7978 € και το έτος 2016 ποσού 8.221 €) και τον από 8-7-2012 ενήλικοι υιό τους, σπουδαστή μέχρι και το έτος 2017.
Ειδικότερα, κατά το έτος 2005, αμφότεροι (αιτών και αιτούσα) είχαν φορολογητέο εισόδημα 7.692,70 € και 3.259,89 € αντίστοιχα και συνολικά 10.952,59 € (μετά από εκπτώσεις των ως άνω αναφερομένων δαπανών), ήτοι διαθέσιμο μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα 912 €, όπως, άλλωστε και οι ίδιοι οι διάδικοι στις ένδικες αιτήσεις τους υπολογίζουν το διαθέσιμο εισόδημά τους, το επόμενο δε έτος 2006, οπότε η αιτούσα έλαβε από την εκκαλούσα το υψηλό επαγγελματικό δάνειο ποσού 250.000 €, ο μεν αιτών δεν εμφάνιζε εισόδημα, η δε αιτούσα εμφάνιζε φορολογητέο εισόδημα μόνο 10.191,69 €, από το οποίο αναλογούσε μόλις 849 € μηνιαίως.
Με τέτοια ατομικά και οικογενειακά εισοδήματα και αυξημένες οικογενειακές δαπάνες, εφ' όσον επιβαρύνονταν και με τις δαπάνες διατροφής των μη εργαζόμενων ανηλίκων τότε δύο τέκνων τους (ηλικίας 17 και 12 ετών), η αιτούσα, που εμφάνιζε περιορισμένα εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες και εκμίσθωση ακινήτων, ανέλαβε μία εξ αντικειμένου υπέρογκη δανειακή υποχρέωση, υπερβαίνοντας δε τοιουτοτρόπως καταφανώς τον συνήθως αναλαμβανόμενο από τον μέσο συνετό άνθρωπο κίνδυνο της μελλοντικής εξυπηρέτησης δανειακών υποχρεώσεων.
Προέβλεψε, δε, κατά την ανάληψη της υπέρογκης αυτής δανειακής υποχρέωσης, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, όπως αυτές προδιαγράφονταν ήδη κατά το χρόνο ανάληψης της υποχρέωσης (2006) και χωρίς να υφίστανται οι πραγματικές εκείνες συνθήκες που να επιτρέπουν ευλόγως την προσδοκία σοβαρής και ανάλογης του χρέους αύξησης των εισοδημάτων της, δοθέντος μάλιστα ότι η επένδυση των χρημάτων έγινε σε μία εξ αντικειμένου επισφαλή επιχείρηση μεταφοράς προσώπων με δημόσιας χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο, σε συνδυασμό με τις εν γένει ανάγκες της ότι, είναι εξαιρετικά αμφίβολη έως αδύνατη η εξυπηρέτηση του επαγγελματικού αυτού δανείου και οδηγείται αντικειμενικά σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, και, παρά ταύτα, προχώρησε στην κατάρτιση της δανειακής αυτής σύμβασης, αποδεχόμενη εντεύθεν το σχεδόν μετά βεβαιότητας επερχόμενο ενδεχόμενο αδυναμίας αποπληρωμής της.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι οι αιτούντες το δεύτερο και τρίτο έτος πριν τη λήψη του ως άνω δανείου (2003, 2004) εμφάνιζαν ικανά οικογενειακά εισοδήματα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, τα οποία προέρχονταν από εμπορική δραστηριότητα του αιτούντος, καθ' όσον, όπως ο ίδιος ο αιτών εκθέτει στην ένδικη αίτησή του, το έτος 2005 αναγκάστηκε να διακόψει την εμπορική επιχείρηση, που έως τότε διατηρούσε, λόγω κακής οικονομικής πορείας της και, δοθέντος ότι, κατά το έτος 2005 και 2006 οι αιτούντες εμφανίζουν περιορισμένα εισοδήματα, και αυξημένες δαπάνες κατά ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται η μη ανάλωσή τους μέχρι την ανάληψη των ως άνω υπέρογκων δανειακών υποχρεώσεων περί τα τέλη 2006.
Η προδιαγεγραμμένη, άλλωστε, αρνητική εξέλιξη της μη εξυπηρέτησης του δανείου οδήγησε στη ρύθμισή του το έτος 2010 ως και στη λήψη από την αιτούσα πρόσθετου δανείου, αναχρηματοδότησης, όπως η ίδια το χαρακτηρίζει στην ένδικη αίτησή της, από την πιστώτρια Citibank Int. PLC. Κατά δε τα επόμενα έτη επήλθε αρχικώς μία κάποια βελτίωση των οικονομικών της αιτούσας, αλλά και του αιτούντος συζύγου του, πλην όμως όχι δραστική και χωρίς διάρκεια, που έστω και ως προοπτική, κατά το χρόνο ανάληψη του επαγγελματικού δανείου, δεν θα μπορούσε να στηρίξει βάσιμες ελπίδες για αποπληρωμή του.
Έτσι, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, κατά το έτος 2007, αμφότεροι ο αιτών και η αιτούσα εμφάνιζαν φορολογητέο εισόδημα 7.669,49 € και 16.095,25 € αντίστοιχα και συνολικά 23.764,74€, (μετά από εκπτώσεις των ως άνω αναφερομένων δαπανών), ήτοι μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα 1.980 €, ενώ η αιτούσα μεταβίβασε τότε στον αιτούντα σύζυγό της το ως άνω δημόσιας χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο (ΤΑΞΙ)( και απώλεσε εντεύθεν η ίδια ένα περιουσιακό στοιχείο, μειώνοντας έτσι το ενεργητικό της ατομικής περιουσίας της.
Στην συνέχεια, επήλθε κάμψη των εισοδημάτων, των οποίων η μείωση διευρυνόταν με την πάροδο του χρόνου, αλλά και αύξηση των δανειακών υποχρεώσεων με ανάληψη νέων. Έτσι, κατά το έτος 2008, αμφότεροι εμφάνιζαν φορολογητέο εισόδημα 10.961,90 € και 3.569,70 € αντίστοιχα και συνολικά 14.531,6 € (μετά από εκπτώσεις των ως άνω αναφερομένων δαπανών), ήτοι μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα 1.211 €.
Ωστόσο, κατά το έτος 2009, αμφότεροι οι αιτούντες εμφάνιζαν φορολογητέο εισόδημα 11.380,39 € και 5.384,79 € αντίστοιχα και συνολικά 16.765,18 € (μετά από εκπτώσεις των ως άνω αναφερομένων δαπανών), ήτοι μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα 1.397 €, ενώ τον ίδιο χρόνο ο αιτών ανέλαβε πρόσθετες δανειακές υποχρεώσεις, ποσού 23.760 €, αντί μηνιαίας δόσης 316,39€ που επίσης προστέθηκε στην δόση του ως άνω επαγγελματικού δανείου και των λοιπών δανειακών υποχρεώσεων, επιβαρύνοντας έτι περαιτέρω το παθητικό της οικογενειακής περιουσίας, μειώνοντας δε εντεύθεν έτι περαιτέρω τη δυνατότητα ανταπόκρισης στις δανειακές υποχρεώσεις καθίστατο βεβαία ή αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει η αιτούσα, αλλά και ο ίδιος ο αιτών.
Κατά το έτος 2010, αμφότεροι οι διάδικοι σύζυγοι εμφάνιζαν φορολογητέο εισόδημα 7.580,71 € και 5.700,00 € αντίστοιχα και συνολικά 13.280,71 € (μετά από εκπτώσεις των ως άνω αναφερομένων δαπανών), ήτοι μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα 1.106 €, ενώ, λόγω προφανώς δυσκολιών στην αποπληρωμή του, έγινε ρύθμιση του επαγγελματικού δανείου (στις 12/04/2010) με δόσεις να φθάνουν και στο ποσό των 845 €, καταδεικνύοντας τοιουτοτρόπως την εξ αρχής υφιστάμενη δυσκολία τους στην ανταπόκρισή τους στις υποχρεώσεις εξυπηρέτησης του επαγγελματικού δανείου, που ανέλαβε να αποπληρώσει η αιτούσα.
Κατά το έτος 2011, οι διάδικοι σύζυγοι εμφάνιζαν φορολογητέο εισόδημα 6.440,00 € και 5.700,00 € αντίστοιχα και συνολικά 12.140 € (μετά από εκπτώσεις των ως άνω αναφερομένων δαπανών), ήτοι μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα 1011 €, κατά το έτος 2012, αμφότεροι εμφάνιζαν φορολογητέο εισόδημα 6.300,00 € και 5.700,00 € αντίστοιχα και συνολικά 12.000 € (μετά από εκπτώσεις των ως άνω αναφερομένων δαπανών), ήτοι μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα 1.000 €, ενώ κατά το έτος 2014 εμφάνιζε φορολογητέο εισόδημα μόνο η αιτούσα 3.192,00 € (μετά από εκπτώσεις των ως άνω αναφερομένων δαπανών), που παρίσταται και ως το οικογενειακό εισόδημα του έτους.
Καθ' όλο δε αυτό το χρονικό διάστημα (2006 - 2013) η αιτούσα, αλλά και ο αιτών, εν όψει και της δυσκολίας τους να ανταποκριθούν με τα εισοδήματά τους στις βιοτικές ανάγκες και τις ως άνω δανειακές υποχρεώσεις τους, ανελάμβαναν και πρόσθετες δανειακές υποχρεώσεις από πιστωτικές κάρτες και καταναλωτικά δάνεια, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα, επιβαρύνοντας τοιουτοτρόπως έτι περαιτέρω το παθητικό της περιουσίας τους, τόσο ατομικής όσο και οικογενειακής, χωρίς να δύνανται, με βάση τα ως άνω ατομικά και οικογενειακά εισοδήματά τους, να ευελπιστούν βάσιμα στην αποπληρωμή τους.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, προκύπτει ότι η εφεσίβλητη - αιτούσα, που διέθετε τις ως άνω περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες και αυξημένες βιοτικές ανάγκες, προβλέποντας ως σχεδόν βέβαιο το ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με τις ανάγκες της και το ύψος των οφειλών της, θα την οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, παρά ταύτα, προκρίνοντας ότι η σκοπούμενη γι' αυτήν ωφέλεια, από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου αδυναμίας αποπληρωμής, ανέλαβε υπέρογκες υποχρεώσεις, τις οποίες με την πάροδο του χρόνου διεύρυνε, καρπούμενη βεβαίως το κεφάλαιο των δανείων και πιστώσεων, γνωρίζοντας και αποδεχόμενη ότι δεν θα μπορούσε να αποπληρώσει τις οφειλές της.
Αποτέλεσμα, δε, της συμπεριφοράς της αυτής ήταν πράγματι η αναμενόμενη μετά βεβαιότητας σώρευση και διόγκωση ληξιπρόθεσμων χρεών της, που ανήλθαν έτσι στο εξ αρχής υπέρογκο για τις οικονομικές της δυνατότητες ποσό των 246.020,17 ευρώ, και η μετά βεβαιότητας αναμενόμενη εντεύθεν αναπόφευκτη αδυναμία της να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις, αποτέλεσμα που, είχε προβλέψει ότι θα επέλθει, αποδεχόμενο, ωστόσο, τούτο, εφ' όσον συνέχιζε και δεν σταμάτησε τον δανεισμό.
Σημειώνεται ότι η αδυναμία πληρωμής επήλθε λόγω των εξ αρχής περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων των αιτούντων (ατομικών και οικογενειακών) και όχι σε άλλους αστάθμητους ή έκτακτους παράγοντες, όπως προβλήματα υγείας (που εμφάνισε ο αιτών το έτος 2011). Επομένως, η εφεσίβλητη αιτούσα, που κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτιθέμενα πράγματι έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, έχει περιέλθει στην κατάσταση αυτή με δόλο, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.1 Ν. 3869/2010, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην οικεία μείζονα νομική σκέψη, με αποτέλεσμα να μην υπάγεται στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010.
Συνακόλουθα, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, βασίμως η εκκαλούσα - καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται κατ' ένσταση ότι η αιτούσα έχει με δόλο περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, όπως ο ισχυρισμός της αυτός προβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο και επαναφέρεται με τον δεύτερο λόγο έφεσης κατά της εκκαλουμένης 4159/2018 απόφασης, όπου επαρκώς διαλαμβάνεται κατά την δέουσα εκτίμησή του, ότι η αιτούσα γνωρίζοντας τα περιορισμένα εισοδήματα αυτής και του συζύγου της προέβη στην ανάληψη δυσανάλογων δανειακών υποχρεώσεων, τόσο προς αυτήν (πιστώτρια) όσο και προς άλλες (νέες) πιστώτριες, αποδεχόμενη το ενδεχόμενο της αδυναμίας της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της αυτές και χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται άλλα στοιχεία (π.χ.
η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη), εφ' όσον κατά την έννοια του Νόμου, όπως διαλαμβάνεται και στην ανωτέρω νομική σκέψη, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, που μπορεί να είναι και αρχικός και επιγενόμενος, περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο (....).
Κατόπιν των ανωτέρω η ένδικη αίτηση της εφεσίβλητης - αιτούσας απορριπτέα τυγχάνει, διότι αυτή περιήλθε με δόλο σε αδυναμία πληρωμής και επομένως, δεν συντρέχει η προϋπόθεση για την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010.....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω, δικάσαν, ως Εφετείο, δικαστήριο, δέχθηκε ως και κατ' ουσία βάσιμο τον ισχυρισμό της εκκαλούσας-πιστώτριας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ότι η αιτούσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, περιήλθε εκ δόλου (ενδεχόμενου) σε αδυναμία πληρωμών και δέχθηκε και κατ' ουσία την, από 18-7-2018(αριθ.
έκθ. κατάθ. 66104/2654/2018), έφεση αυτής κατά της με αριθ. 4160/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη, από 15-7-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4988/2013), αίτηση της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της σχετικής, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένστασης της εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης.
Tο Εφετείο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1εδ. α', β' του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, τόσο ως προς το ότι το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής (όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας), καθώς και ότι για την παραδοχή της σχετικής ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, τέτοια δε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία πληρωμών ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, πλην όμως ουδόλως αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα.
Αυτό δε, διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών και εν προκειμένω της αναιρεσείουσας περιορίζεται στη πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η παράλειψη από τη πλευρά των πιστωτών (τραπεζών) να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1942/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024).
Πιο συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των, από τις τρείς συμβάσεις, δανειακών υποχρεώσεων (επαγγελματικό δάνειο, δάνειο αναχρηματοδότησης, σύμβαση πιστωτικής κάρτας) που ανέλαβε η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, από τρία τραπεζικά ιδρύματα, οι οποίες ανέρχονται, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, στο ποσό των 246.020,17 ευρώ, β) το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά τους (της ιδίας και του συζύγου της Γ.
Α.) αναλυτικά, κατά τα οικονομικά έτη 2004 - 2016, από εμπορικές και μισθωτές επιχειρήσεις, γ) την ηλικία της (γεννηθείσα το έτος 1965), όπως και του συζύγου της, καθώς και την οικογενειακή τους κατάσταση, δ) ότι, περί τα τέλη του έτους 2006, με την ... σύμβαση επαγγελματικού δανείου έλαβε (η αιτούσα) από την πρώτη αναιρεσίβλητη-πιστώτρια το επαγγελματικό δάνειο ποσού 250.000 ευρώ, με το οποίο απέκτησε στο όνομα της το με αριθ.
κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο (ΤΑΞΙ), με την επ' αυτού δημόσιας χρήσης άδεια κυκλοφορίας, ενώ δεν είχαν με τον σύζυγό της βάσιμες ελπίδες για αποπληρωμή του, καθόσον το εισόδημά τους, το έτος 2006, κατά τη λήψη του δανείου, ανέρχονταν της μεν αιτούσας στο ποσό των 10.191,69 ευρώ, ο δε σύζυγός της δεν εμφάνιζε εισόδημα, λόγω δε δυσκολιών στην αποπληρωμή του, έγινε ρύθμισή του στις 12-4-2010, με δόσεις να φθάνουν στο ποσό των 845,00 ευρώ, καταδεικνύοντας έτσι την εξ αρχής υφιστάμενη δυσκολία τους στην ανταπόκρισή τους στις υποχρεώσεις εξυπηρέτησής του (επαγγελματικού δανείου), που ανέλαβε να αποπληρώσει η αιτούσα, ενώ και οι κατά μήνα δαπάνες διαβίωσής τους ανέρχονταν στο ποσό των 1.000 ευρώ, ε) ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα των ετών 2006-2013 (χρόνος κατάθεσης της ένδικης αίτησης) η αιτούσα (αλλά και ο σύζυγός της) παρά τη δυσκολία τους να ανταποκριθούν με τα εισοδήματά τους, τα οποία αναλυτικά κατά έτος αναφέρονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, στις βιοτικές ανάγκες και στις δανειακές τους υποχρεώσεις, ανελάμβαναν και πρόσθετες δανειακές υποχρεώσεις από πιστωτικές κάρτες και καταναλωτικά δάνεια, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο το παθητικό της περιουσίας τους, τόσο ατομικής όσο και οικογενειακής, χωρίς να μπορούν με βάση τα ατομικά και οικογενειακά εισοδήματά τους, να ευελπιστούν βάσιμα στην αποπληρωμή τους δηλ.
προέβαιναν σε δανεισμό υπερβαίνοντας τις δυνατότητές τους, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν, εν γνώσει τους ότι το εισόδημά τους δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής τους θέσης ή προσωπικής τους κατάστασης. Τα περιστατικά αυτά που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και του άρθρου 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο η αναιρεσείουσα, μπορούσε να προβλέψει ότι ο ως άνω δανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές της δυνατότητες, θα την οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε τη συμπεριφορά αυτή δηλ.
η αναιρεσείουσα, έχουσα πάντα ελάχιστα έως μηδενικά εισοδήματα και γνωρίζοντας την πρόδηλη αναντιστοιχία των εισοδημάτων της προς τις οφειλές της, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία ανέλαβε, προέβλεψε την αδυναμία της να ανταποκριθεί στη πληρωμή των χρεών της και παρά ταύτα αποδέχτηκε το ως άνω αποτέλεσμα.
Στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε ανέλεγκτα, εξειδικεύονται αναλυτικά, τις δανειακές συμβάσεις, το οικογενειακό εισόδημα της αναιρεσείουσας κατά τα αναλυτικά αναφερθέντα χρονικά διαστήματα των ετών κυρίως 2006-2014, όπως και την οικογενειακή της κατάσταση και την περιουσία της, όπως και του συζύγου της, καθώς και ότι η υπαιτιότητά της είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτή συμφώνησε με τις πιστώτριες την απόλαυση τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.
Η εμπεριεχόμενη στον πρώτο αναιρετικό λόγο, αιτίαση περί αοριστίας της ένστασης δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον από τη παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (έφεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias AE" και προτάσεων αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), προκύπτει ότι η ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, υποβλήθηκε παραδεκτά από την ως άνω πιστώτρια-πρώτη καθής η αίτηση-εκκαλούσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών υποστηρίζοντας, με τις από 4-10-2017 προτάσεις της, εκτός των άλλων, ότι: "η μόνιμη αδυναμία πληρωμής δε πρέπει να οφείλεται σε δόλο του οφειλέτη.
Εν προκειμένω η αντίδικος ουδόλως αναφέρει την υπαιτιότητά της ως προς την περιέλευσή της σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής. Επίσης σε κανένα σημείο η αντίδικος δεν εξηγεί ποιο είναι το γεγονός που μεσολάβησε ώστε να περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής, διότι φυσικά το γεγονός ότι, απλώς υπερχρεωνόταν χωρίς σημαντικό λόγο είναι απλώς απόδειξη της βαριάς υπαιτιότητάς της.
Επίσης σε κανένα σημείο η αντίδικος δεν αναφέρει τις ενέργειες στις οποίες προέβη προκειμένου να περιορίσει τα έξοδά της και να αυξήσει τα εισοδήματά της και να εξοικονομήσει χρήματα για την αποπληρωμή των οφειλών της. Ουδαμού αναφέρεται στο γεγονός ότι ενώ γνώριζε με βεβαιότητα τα εισοδήματά της, δημιουργούσε συνεχώς νέες οφειλές, ενώ γνώριζε επίσης ότι δεν είχε και δεν θα είχε ούτε στο μέλλον τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στις οφειλές αυτές", επαναφέρθηκε δε παραδεκτά, με την, από 18-7-2018, έφεσή της, δεδομένου ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος συλλογής των αποδείξεων και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, επιτρέπεται η προβολή κρίσιμων περιστατικών και ισχυρισμών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ' έφεση δίκης (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 636/2017), υποστηρίζοντας επιπρόσθετα ότι " η αντίδικος εάν περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής περιήλθε δολίως καθόσον γνώριζε τα εισοδήματά της και παρά ταύτα συνήπτε συνεχώς νέες συμβάσεις δανείων, ενώ γνώριζε ότι δεν θα ήταν σε θέση να ανταποκριθεί σε αυτές και αυτό αποδεικνύεται εξ εγγράφων και ιδίως από τις ανωτέρω προσκομιζόμενες κινήσεις των δανειακών λογαριασμών της.
Επιπρόσθετα, ο δόλος που επικαλούμαι δεν αφορά μόνο τη σύναψη των συμβάσεων εκ μέρους της αντιδίκου, αλλά συνίσταται και στη χρήση της πιστώσεως στην οποία προέβη η αντίδικος καθώς και στην εν γένει συμπεριφορά της μετά τη λήψη των δανείων δηλαδή αναφέρεται και στο μετά την ανάληψη των χρεών του διάστημα.
Επίσης σε κανένα σημείο η αντίδικος δεν αναφέρει τις ενέργειες στις οποίες προέβη προκειμένου να περιορίσει τα έξοδά της, να αυξήσει τα εισοδήματά της και να εξοικονομήσει χρήματα για την αποπληρωμή των οφειλών της. Επιπλέον, εφόσον, όπως η ίδια ισχυρίζεται, η οικονομική της κατάσταση έχει επιδεινωθεί αρκετά τα τελευταία έτη, είναι απορίας άξιο γιατί μεταβίβασε χαριστικώς το 2009 την άδεια του ταξί προς βλάβη των πιστωτών της.
Συνεπώς η αντίδικος περιήλθε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής δολίως, καθόσον δημιούργησε νέα χρέη, ενώ γνώριζε ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε αυτά. Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται δόλια περιέλευσή της σε αδυναμία πληρωμής, καθόσον γνώριζε με ακρίβεια τα εισοδήματά της και του συζύγου της και παρ' όλα αυτά αναλάμβανε νέες υποχρεώσεις, ενώ επίσης γνώριζε ότι δεν θα ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και έκανε χρήση αυτών όχι για ικανοποίηση άμεσων βιοτικών αναγκών".
Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη καθόσον περιέχει, κατά τα προαναφερόμενα και κατά τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα ότι η αιτούσα συμφώνησε αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση, με τα ως άνω πιστωτικά ιδρύματα την απόλαυση τραπεζικών προϊόντων ύψους 246.020,17 ευρώ, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, καθώς και του συζύγου της, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Συνακόλουθα το, ως Εφετείοδικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.
Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης καθό μέρος αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την παραδοχή της πιο πάνω ένστασης ως ουσιαστικά βάσιμης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις προαναφερόμενες διατάξεις πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.
Σημειώνεται ότι, αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο της αιτούσας κατά την ανάληψη των χρεών της, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτής με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής της κατάστασης και της πρόθεσής της να μην αποπληρώσει τα δάνεια, ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής της ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης περί δόλου (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 991/2023).
Συνακόλουθα, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατά εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, δέχθηκε ως ορισμένη και συνακόλουθα ως και κατ' ουσία βάσιμη την προβληθείσα, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από την παριστάμενη πρώτη των καθών η αίτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρία-πιστώτρια και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως και με την έφεσή της, ένσταση δόλιας περιέλευσής της (αιτούσας) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις πιστώτριες, καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Απορριπτέος κρίνεται και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίο όπως προαναφέρθηκε, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθ. 5 εδ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, την οικονομική κατάσταση της αιτούσας, ούτε το γεγονός της εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών της επί μακρόν, παρά μόνο τον αριθμό των δανειακών της συμβάσεων και το εμφανιζόμενο μετά από επιβαρύνσεις με τόκους σύνολο των οφειλών της, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω αιτίαση δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό-πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 5 του ΚΠολΔ, πλέον και της ουσιαστικής αβασιμότητάς του καθόσον το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, ερεύνησε τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο απέρριψε κατ` ουσία καταλήγοντας σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που αυτή θεωρούσε ορθό, με το να δεχθεί ότι δολίως περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών και συνεπώς δεν δικαιούται να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου 3869/2010 (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1942/2024, ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 163/2022).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, δηλ.
για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1033/2024). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του περ.
β` του αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στο κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2025, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1493/2022).
Συνεπώς, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 79/2025, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 909/2022). Με το τρίτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 1 περ.
β`του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, περιοριζόμενο αποκλειστικά και μόνο στον αριθμό των δανειακών συμβάσεων στις οποίες συμβλήθηκε η αιτούσα και στο συνολικό ύψος των οφειλών της κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, παρέβλεψε τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν τον τρόπο και τα κριτήρια σύναψης των δανειακών συμβάσεων παραβλέποντας τον ουσιώδη ρόλο των πιστωτικών ιδρυμάτων στη γενικότερη υποχρέωση προστασίας των συμφερόντων των καταθετών τους ως προμηθευτών και καταναλωτών και του οικονομικού συστήματος.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παραβιάστηκαν, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όπως έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αλλά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, ως προς τη συνδρομή της δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.
β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 597/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 31-3-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 37425/58/2023), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 967/2021 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ