Legislator Case Law & Legislation
263/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeals in civil liability case where defendant was acquitted criminally.

Case Number 263/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed both appeals filed by an individual and an insurance fund against a third-instance court ruling. The court found that the lower court's findings regarding the defendant's civil liability were based solely on civil law provisions and did not constitute a declaration of criminal guilt, despite the defendant's prior criminal acquittal. Consequently, the appeals were rejected as unfounded, and both appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 176 of the Code of Civil Procedure; A civil court's assessment of liability based on civil law provisions, without a declaration of criminal guilt, does not violate the principle of double jeopardy when the accused has been acquitted criminally.

Keywords

AI generated
civil liability criminal acquittal double jeopardy appeal dismissal legal costs civil procedure tort liability

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(b)(iv) of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Article 1 of Law 4335/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 263 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 263/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: H. B. του H., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Εξαρχουλάκου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ... και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Μιχοπούλου - Τσιμπούκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 2ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Β. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: H. B. του H., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Εξαρχουλάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-3-2006 αγωγή H. B. του H., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 26-5-2006 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της "...", στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει το "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" καθώς και με την από 2-8-2006 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση του Κ. Μ. του Σ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1746/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2360/2009 μη οριστική και 6146/2011 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο H. B. του H. με την από 30-11-2014 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 300/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση αναίρεσης ως προς την (εκεί) τρίτη αναιρεσίβλητη εταιρεία "... Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία", αναίρεσε δε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 6198/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο υπό στοιχ. Α αναιρεσείων με την από 30-9-2019 αίτησή του και το υπό στοιχ. Β αναιρεσείον με την από 27-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντος - υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσής του, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες: α) από 30-9-2019 (ειδικός αριθμός κατάθεσης 854/2019) αίτηση αναίρεσης του H. B. και β) από 27-9-2019 (ειδικός αριθμός κατάθεσης 858/2019) αίτηση αναίρεσης του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6198/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτές (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενες, ως στρεφόμενες κατά της ιδίας απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δικ., που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας.

Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 του Α.Κ., υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 408/2016, ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009). Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 13-3-2004 και περί ώρα 11.00 π.μ.

ο ενάγων της κυρίας αγωγής H. B., ηλικίας τότε 31 ετών, μετέβη στο χώρο του ανενεργού λατομείου ..., που βρίσκεται στην περιοχή των ..., μαζί με τη σύζυγό του και τον αδελφό του, προκειμένου να συλλέξουν παλαιά σίδερα, τα οποία μεταπωλούσαν για να εξοικονομήσουν τα απαραίτητα για τη συντήρησή τους χρήματα. Στον χώρο αυτό, στα πλαίσια των έργων που εκτελούνταν ενόψει της διεξαγωγής της Ολυμπιάδας του 2004 στην Αθήνα, η τεχνική εταιρεία ...

είχε αναλάβει την πρώτη φάση της ανάπλασης του ανάγλυφου και της αποκατάστασης του αργούντος λατομείου ... ή ... με βάση την ειδική μελέτη αποκατάστασης, ούτως ώστε εν συνεχεία, αφού εκτελούνταν τα αναγκαία έργα, να χρησιμοποιούταν αυτό ως χώρος υγειονομικής ταφής υπολειμμάτων ανακύκλωσης καθώς και να δημιουργούνταν πράσινη ζώνη περιμετρικά του χώρου παρέμβασης.

Η εν λόγω αποκατάσταση θα επιτυγχανόταν με επιχωμάτωση του συγκεκριμένου τμήματος του λατομείου με απόθεση υγιών υλικών εκσκαφής από διάφορα έργα, καθώς και από ιδιώτες ιδιοκτήτες φορτηγών αυτοκινήτων δημόσιας και ιδιωτικής χρήσης. Για την ανωτέρω απόθεση καθορίστηκε από τον Ενιαίο Σύνδεσμο Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Αττικής χρέωση ανά κυβικό μέτρο μεταφερόμενων υλικών, ενώ η καταβολή του τιμήματος επί αποδείξει (εισιτήριο απόρριψης) καθώς και η πιστοποίηση του όγκου των μεταφερόμενων υλικών γινόταν από το φυλάκιο ελέγχου που βρισκόταν στο δρόμο προς το νταμάρι, στο οποίο υπήρχαν υπάλληλοι της εταιρείας ....

Κατ' ακολουθίαν, στον χώρο του λατομείου μετέβαιναν ανατρεπόμενα οχήματα-φορτηγά φορτωμένα με υλικά εκσκαφής, τα οποία έριπταν σε συγκεκριμένο σημείο που είχε υποδειχθεί από την ανωτέρω εταιρεία στο πίσω μέρος του λατομείου. Κατά την ίδια παραπάνω ημερομηνία μετέβη στο εν λόγω λατομείο, προκειμένου να εναποθέσει στον συγκεκριμένο χώρο το φορτίο χωμάτων που μετέφερε, ο πρώτος εναγόμενος της κυρίας αγωγής και παρεμπιπτόντως εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αρ.

κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρεία, στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ως ειδικός διάδοχος, το Επικουρικό Κεφάλαιο, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της με την υπ' αρ. 156/ 21-9-2009 απόφαση της Ε.Π.Ε.Ι.Α.

Κατά τον ίδιο χρόνο ο ενάγων της κύριας αγωγής, που βρισκόταν, όπως προεκτέθηκε, στον χώρο του λατομείου, είχε ανεύρει ένα μεγάλο κομμάτι σίδερο το οποίο προσπαθούσε να δέσει με συρματόσχοινο στο πίσω μέρος του άνω αριθμού κυκλοφορίας παλαιού αγροτικού αυτοκινήτου. Ο πρώτος εναγόμενος, μετά την ρίψη των υλικών επιχωμάτωσης, που μετέφερε, στον προαναφερόμενο χώρο, πραγματοποίησε με το φορτηγό αυτ/το του ελιγμό οπισθοπορείας για να αλλάξει κατεύθυνση προσεγγίζοντας τον χώρο που βρισκόταν ο ενάγων.

Κατά την εκτέλεση του ελιγμού αυτού πάτησε με τους οπίσθιους τροχούς του οχήματος του στο συρματόσχοινο, που κρατούσε με το αριστερό χέρι του ο ενάγων, με συνέπεια να τεντωθεί αυτό απότομα και να αποκοπεί ακρωτηριάζοντας τα τέσσερα δάκτυλα (δείκτη, μέσο, παράμεσο και μικρό) του αριστερού χεριού του ενάγοντας.

Το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα και δη (μη συνειδητή) αμέλεια τόσο του πρώτου εναγομένου, όσο και του ενάγοντος, οι οποίοι δεν προείδαν το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς τους, εξαιτίας μη καταβολής της προσοχής και επιμέλειας, που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, υπό τις ίδιες περιστάσεις ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός αυτοκινήτου και πεζός, αντίστοιχα, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή λογική και πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες συνθήκες στον τόπο του ατυχήματος, την οποία (επιμέλεια) αν επιδείκνυαν, θα μπορούσαν να το προβλέψουν και να το αποφύγουν.

Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, αν και προτίθετο να εκτελέσει ελιγμό οπισθοπορείας και ως εκ τούτου όφειλε προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των κινούμενων πίσω του πεζών, ελέγχοντας από τους καθρέπτες του αυτοκινήτου του και τον όπισθεν τούτου χώρο, εν τούτοις ενήργησε τον ανωτέρω ελιγμό χωρίς κανένα προηγούμενο έλεγχο, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί τον ενάγοντα και το συρματόσχοινο που αυτός κρατούσε στο χέρι του απλωνόταν στο έδαφος, και να το πατήσει με τις πίσω ρόδες του αυτοκινήτου του έτσι, ώστε αυτό (συρματόσχοινο) να τεντωθεί απότομα, να κοπεί και ακρωτηριάσει τα δάκτυλα του ενάγοντος.

Η αμελής αυτή συμπεριφορά του συνδέεται αιτιωδώς με το ως άνω ζημιογόνο αποτέλεσμα, καθόσον, εάν αυτός, πριν πραγματοποιήσει τον ελιγμό οπισθοπορείας, ήλεγχε από τους καθρέπτες του αυτοκινήτου του τον όπισθεν τούτου χώρο, ως όφειλε να πράξει ο μέσος συνετός οδηγός, θα είχε μετά πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αντιληφθεί τόσο τον πεζό ενάγοντα και το αγροτικό αυτοκίνητό του, ο οποίος εκείνη την στιγμή προσπαθούσε να δέσει στο πίσω μέρος του το συρματόσχοινο και βρισκόταν σε απόσταση τριών (3) έως τεσσάρων (4) μέτρων όπισθεν του φορτηγού του (εναγομένου) ήτοι σε απόσταση που η όπισθεν ορατότητα του δεν περιοριζόταν εξ ουδενός φυσικού ή τεχνητού εμποδίου, όσο και το συρματόσχοινο, αν όχι κατά το μέρος που βρισκόταν στο έδαφος τουλάχιστον καθόσον μέρος το κρατούσε ο ενάγων στο χέρι του και μετά ταύτα, οφείλοντας και δυνάμενος να προβλέψει ότι το συρματόσχοινο εκτεινόταν στο έδαφος και ότι αν το πατούσε με τις ρόδες του αυ/του του αυτό θα τεντωνόταν και θα τραυμάτιζε τον ενάγοντα, είτε δε θα ενεργούσε τον ελιγμό οπισθοπορείας, είτε θα προειδοποιούσε τον ενάγοντα για την πρόθεσή του αυτή χρησιμοποιώντας το ηχητικό σήμα (κόρνα) του αυτ/του του ή δια ζώσης (με τη φωνή του) ώστε να απομακρυνθεί ο ίδιος και το συρματόσχοινο από την τροχιά του, προβλέποντας και αποφεύγοντας έτσι το ατύχημα.

Συνυπαίτιος όμως του τραυματισμού του τυγχάνει και ο ενάγων, διότι αυτός αν και εισήλθε με δική του γνώση, ευθύνη και κίνδυνο στον προαναφερόμενο χώρο του λατομείου, ήτοι σε χώρο κυκλοφορίας ογκωδών οχημάτων-φορτηγών και όφειλε ως εκ τούτου να μην προσεγγίζει το χώρο κίνησης και διενέργειας ελιγμών αυτών, αντίθετα αυτός μετέβη και βρισκόταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, στον χώρο, που τα ανωτέρω φορτηγά απέρριπταν τα προϊόντα εκσκαφής και επιπλέον παρότι αντιλήφθηκε το όχημα του πρώτου εναγομένου να προσεγγίζει το σημείο, που βρισκόταν, με οπισθοπορεία και όφειλε να υπολογίσει και να προβλέψει ότι ο οδηγός του μπορεί να μην είχε αντιληφθεί το συρματόσχοινο που κρατούσε στο χέρι του και εκτεινόταν σε απόσταση 3 έως 4 μέτρων στο έδαφος και ότι αν το πατούσε με τους τροχούς του αυτό θα τεντωνόταν και θα τον τραυμάτιζε στο χέρι του, εντούτοις, δεν απομακρύνθηκε από το σημείο παίρνοντας μαζί του και το συρματόσχοινο που κρατούσε, ούτε άφησε αυτό από το χέρι του να πέσει στο έδαφος, ενέργειες στις οποίες αν είχε προβεί θα είχε αποτρέψει ολοσχερώς το ζημιογόνο αποτέλεσμα, αλλά αντίθετα παρέμεινε στο σημείο συνεχίζοντας την προσπάθειά του να δέσει το συρματόσχοινο στο πίσω μέρος του αυτ/του του, συμβάλλοντας έτσι και αυτός, με την εν λόγω αμελή συμπεριφορά του, στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκάστου των ως άνω εμπλεκομένων στο ατύχημα, ανέρχεται σε 50%. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αποδυναμώνεται από το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος έχει αθωωθεί αμετάκλητα της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του ενάγοντος, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αρ. 2490/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, το οποίο ήχθη στην αθωωτική αυτή κρίση, (κατόπιν εφέσεως του πρώτου εναγομένου κατά της υπ' αρ. 71726/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία είχε κηρυχθεί ένοχος) και βάσει των αναγνωσθεισών καταθέσεων όλων των μαρτύρων κατηγορίας (μεταξύ των οποίων και του ενάγοντας) η κρίση του δε αυτή δεν αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, δεδικασμένο για την παρούσα πολιτική δίκη...".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνυπαιτιότητα του τραυματισθέντος πεζού και του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, την οποία επέδειξε ο τραυματισθείς ως άνω πεζός, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι: α) αυτός εισήλθε με δική του γνώση και ευθύνη σε χώρο κυκλοφορίας και διενέργειας ελιγμών φορτηγών και β) συνέχιζε την προσπάθειά του να δέσει στο πίσω μέρος του αυτ/του του το συρματόσχοινο, με το οποίο είχε προσδέσει μεγάλο τεμάχιο μετάλλου, και το οποίο κρατούσε στο χέρι του και εκτεινόταν σε απόσταση 3 έως 4 μέτρων επί του εδάφους, παρότι αντιλήφθηκε το όχημα του πρώτου εναγομένου να προσεγγίζει το σημείο, που βρισκόταν, με οπισθοπορεία και ενώ όφειλε να προβλέψει ότι, αν το όχημα το πατούσε με τους τροχούς του, αυτό θα τεντωνόταν και θα τον τραυμάτιζε στο χέρι του, εντούτοις, δεν απομακρύνθηκε, ούτε άφησε το συρματόσχοινο, ώστε να αποτρέψει το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Ακόμη, ως προς την συμπεριφορά του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου το Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με αμελή συμπεριφορά του του, δεχόμενο ότι : α) αυτός ενήργησε ελιγμό οπισθοπορείας χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί τον ενάγοντα και το συρματόσχοινο που αυτός κρατούσε στο χέρι του και απλωνόταν στο έδαφος, και να το πατήσει με τις πίσω ρόδες του αυτοκινήτου του έτσι, ώστε αυτό (συρματόσχοινο) να τεντωθεί απότομα, με αποτέλεσμα να κόψει και ακρωτηριάσει τα δάκτυλα του αριστερού χεριού του ενάγοντος, β) εάν αυτός, πριν πραγματοποιήσει τον ελιγμό οπισθοπορείας, ήλεγχε από τους καθρέπτες του αυτοκινήτου του τον όπισθεν τούτου χώρο, θα είχε αντιληφθεί τον ενάγοντα, ο οποίος προσπαθούσε να δέσει στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του το συρματόσχοινο και βρισκόταν σε απόσταση τριών έως τεσσάρων μέτρων όπισθεν του φορτηγού του (εναγομένου), ήτοι σε απόσταση που η όπισθεν ορατότητά του δεν περιοριζόταν εξ ουδενός φυσικού ή τεχνητού εμποδίου, όσο και το συρματόσχοινο, αν όχι κατά το μέρος που βρισκόταν στο έδαφος τουλάχιστον καθόσον μέρος το κρατούσε ο ενάγων στο χέρι του και μετά ταύτα, οφείλοντας και δυνάμενος να προβλέψει ότι το συρματόσχοινο εκτεινόταν στο έδαφος και ότι αν το πατούσε με τις ρόδες του αυ/του του αυτό θα τεντωνόταν και θα τραυμάτιζε τον ενάγοντα, είτε δεν θα ενεργούσε τον ελιγμό οπισθοπορείας, είτε θα προειδοποιούσε τον ενάγοντα για την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας το ηχητικό σήμα (κόρνα) του αυτ/του του ή δια ζώσης (με τη φωνή του), ώστε να απομακρυνθεί, αποφεύγοντας έτσι το ατύχημα.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από αμφοτέρους τους εκατέρωθεν αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή κατά μεν τον ενάγοντα "ουδόλως προσδιορίζει η απόφαση σε ποια απόσταση από τον πεζό άδειασε το φορτηγό αυτοκίνητο την καρότσα, αν ο χώρος αυτός ήταν εγγύς του τόπου που εργαζόταν ο αναιρεσείων, αν η διαδρομή που ακολουθούσε για την έξοδο ευρίσκετο και παρεμβάλλετο στο χώρο που ευρισκόταν και ο πεζός αναιρεσείων, αν από τον χώρο που άδειασε την καρότσα με τα ανενεργά υλικά προχώρησε προς το χώρο που εργαζόταν ο πεζός με την ευθεία πορεία και αν αυτή ήταν η πορεία προς την έξοδο και γιατί δεν τον είδε αφού είχε πλήρη κάτοψη του χώρου ώστε να τον αποφύγει, από ποια απόσταση σε σχέση με τον πεζό, έκανε μανούβρα, προκειμένου να ξεκινήσει οπισθοπορεία, γιατί κινήθηκε προς το μέρος του πεζού και όχι προς άλλο χώρο του γηπέδου, υπήρχαν τη δεδομένη χρονική στιγμή άλλα φορτηγά και σε ποια απόσταση από τον πεζό;

Τον εμπόδιζαν να τροποποιήσει την πορεία του και να αποφύγει τον πεζό; Αφού η απόφαση δέχεται ότι στον εν λόγω χώρο τα φορτηγά εναπόθεταν υγιή υλικά εσκαφής, (στα οποία δεν περιλαμβάνονται σίδερα και μεταλλικά γενικά αντικείμενα), γιατί από το χώρο που εναπέθεσε τα υγιή υλικά έκανε πορεία και εν συνεχεία μανούβρα και οπισθοπορεία στο χώρο που βρισκόταν ο πεζός, ο οποίος όπως προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό, (εξετάσεις μαρτύρων στο ακροατήριο, ένορκες βεβαιώσεις, σχεδιάγραμμα τροχαίας, φωτογραφίες, έγγραφοι ισχυρισμοί των διαδίκων), το οποίο έλαβε υπόψιν της η προσβαλλομένη, απείχε τουλάχιστον 150 μέτρα, από τον χώρο εναπόθεσης των υγιών υλικών;

Ουδόλως αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση την έκταση του γηπέδου στην οποία κινήθηκε το ζημιογόνο φορτηγό, ουδόλως προσδιορίζει το σημείο που εναπόθεσε τα αδρανή υλικά που μετέφερε, ουδόλως προσδιορίζει σε σχέση με το χώρο εναπόθεσης τη θέση του πεζού και εν κατακλείδι ουδόλως αναφέρει αν το φορτηγό καθ' όλη τη διάρκεια της κίνησής του στο γήπεδο είχε τη δυνατότητα να δει το πεζό και να τον αποφύγει, αφού όταν συνέβη το συμβάν είχε αδειάσει το περιεχόμενο της καρότσας και έφευγε.

Ουδόλως αναλύει γιατί προσέγγισε το χώρο που κινείτο ο πεζός και αν είχε την δυνατότητα να μην προσεγγίσει τον εν λόγω χώρο και ποια ακριβώς ανάγκη εξυπηρετούσε η προσέγγιση αυτή, η οποία δεν μπορούσε να γίνει σε άλλο σημείο του τεράστιου γηπέδου", κατά δε τον εναγόμενο η προσβαλλόμενη απόφαση: "α) δεν διευκρινίζει αν ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου είχε την δυνατότητα από τους καθρέπτες του αυτοκινήτου του να αντιληφθεί το μέρος του συρματόσχοινου που ακουμπούσε στο έδαφος, β) δεν αναφέρει σε πόση απόσταση από το φορτηγό αυτοκίνητο βρισκόταν το μέρος του συρματόσχοινου που ακουμπούσε στο έδαφος και πόσο ήταν το μήκος αυτού, γ) δεν διευκρινίζει γιατί η αμελής συμπεριφορά του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, που, όπως δέχθηκε, συνίσταται στο ότι ο οδηγός δεν έλεγξε από τους καθρέπτες του αυτοκινήτου του τον όπισθεν αυτού χώρο πριν ενεργήσει τον ελιγμό οπισθοπορείας, συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, αφού και στην περίπτωση, που ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου είχε ελέγξει και είχε αντιληφθεί τον πεζό να προσπαθεί να δέσει στο αυτοκίνητό του το συρματόσχοινο, δεν ήταν δυνατόν να αντιληφθεί ούτε να προβλέψει ότι το ένα μέρος του συρματόσχοινου εκτεινόταν στο έδαφος πίσω από τις ρόδες του αυτοκινήτου του και ότι αν το πατούσε θα τεντωνόταν και θα τραυμάτιζε τον αναιρεσίβλητο, που όπως δέχθηκε, βρισκόταν σε απόσταση τριών έως τεσσάρων μέτρων όπισθεν του φορτηγού, δ) δεν αναφέρει πως διαπίστωσε ότι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου δεν έλεγξε από τους καθρέπτες του αυτοκινήτου του τον όπισθεν τούτου χώρο πριν πραγματοποιήσει ελιγμό οπισθοπορείας".Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως άνω ανεπάρκειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Κατ' ακολουθίαν, οι συναφείς λόγοι των εκατέρωθεν ως άνω αιτήσεων αναιρέσεων (πρώτος της πρώτης και δεύτερος της δεύτερης), με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθούν, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Σημειώνεται ότι στο πρώτο λόγο της πρώτης εκ των ως άνω συνεκδικαζόμενων αιτήσεων αναιρέσεως εκτίθενται, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, τα αναγκαία προς θεμελίωση, του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, περιστατικά και όχι και εκείνα από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων και προβάλλει με τον ως άνω λόγο αναίρεσης.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία της αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται κατ' αρχήν, στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 944/2017).

Περαιτέρω, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, επιβάλλεται να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Τούτο διότι μία απόφαση με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται, ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι αυστηρότερη του "ευλόγου" και το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του.

Εν όψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύφος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 αναλόγως από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ) η αρχή της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο-αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε, με το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, στο ΘΡΙΑΣΕΙΟ νοσοκομείο και από εκεί, με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, στο νοσοκομείο ΚΑΤ Κηφισίας, όπου νοσηλεύτηκε στην κλινική χειρουργικής χεριού-μικροχειρουργικής από τις 13-3-2004 έως 7-4-2004.

Εκεί διαπιστώθηκε ότι, συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, είχε υποστεί αποσπαστικό συνθλιπτικού τύπου ακρωτηριασμό των 4 δακτύλων, δείκτου, μέσου, παράμεσου στο επίπεδο των μετακαρπιοφαλαγγικών αρθρώσεων και του μικρού στο επίπεδο της άπω φαλαγγοφαλαγγικής άρθρωσης. Λόγω της απόσπασης των γαστέρων από το ύψος του αγκώνος καθώς και των νεύρων και των αγγείων από τη μεσότητα του αντιβραχίου δεν ήταν δυνατή η συγκόλληση των δακτύλων, με αποτέλεσμα το τραύμα να καλυφθεί με βουβωνικό κρημνό, ο αποχωρισμός του οποίου έγινε την 4-4-2004.

Μέχρι σήμερα εμφανίζει επώδυνα νευρώματα στην αριστερή παλάμη του που σε συνδυασμό με την πτωχή συλληπτική δυνατότητα, λόγω του ύψους του ακρωτηριασμού, δεν επιτρέπουν τη χρήση του χεριού για καμμία επαγγελματική δραστηριότητα. Με την υπ'αρ. .../22-7-2004 απόφαση της πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν.

Ηρακλείου κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67% και ανίκανος για εργασία για δύο χρόνια. Συνεπεία του εν λόγω τραυματισμού του, ο ενάγων υπέστη τις ακόλουθες θετικές ζημίες: α) για χρονικό διάστημα τριών μηνών από της εξόδου του από το νοσοκομείο, ήτοι από 8-4-2004 έως 8-7-2004, κατά το οποίο αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, αναγκάστηκε να προσλάβει οικιακή βοηθό, την οποία απασχολούσε επί 10ωρο ημερησίως, ώρες κατά τις οποίες η σύζυγός του απουσίαζε στην εργασία της, δαπανώντας για την αιτία αυτή, το ποσό των 293,47 € μηνιαίως και συνολικά για το παραπάνω διάστημα, το ποσό των 880,41 €.

και β) κατά σύσταση των θεραπόντων ιατρών του και λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού του, ελάμβανε βελτιωμένη τροφή για χρονικό διάστημα πέντε μηνών από της εξόδου του από το νοσοκομείο, δαπανώντας για την αιτία αυτή το ποσό των 6 € ημερησίως επιπλέον του ποσού που θα δαπανούσε για την συνήθη διατροφή του και συνολικά για το παραπάνω διάστημα το ποσό των 900 € (150 ημέρες x 6 €)...

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων υπήκοος ..., διέμενε νόμιμα στην Ελλάδα μαζί με την σύζυγό του και τα τέσσερα ανήλικα τέκνα τους, έχοντας εφοδιαστεί με άδεια παραμονής και εργασίας, η οποία ανανεωνόταν κατ' έτος. Διέμενε με την οικογένειά του αρχικά στα ..., όπου ασχολείτο αποκλειστικά με γεωργικές εργασίες μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2003, και έκτοτε στον ....

Από τη μετεγκατάσταση του στον ... και μέχρι τον χρόνο του ατυχήματος απασχολούνταν αποκλειστικά με την συλλογή και πώληση σε χονδρέμπορους παλαιού σιδήρου, χαλκού, αλουμινίου, κ.λπ., αποκομίζοντας από την εργασία του αυτή το ποσό των 800 € μηνιαίως. Ένεκα του προαναφερόμενου τραυματισμού του ο ενάγων κατέστη ανίκανος να ασκήσει την ανωτέρω εργασία, με αποτέλεσμα να απωλέσει, κατά το χρονικό διάστημα από 13-3- 2004 έως 13-3-2006, το συνολικό ποσό των 9.600 € (800 x 50% χ 24 μήνες), το οποίο θα κέρδιζε, μετά πιθανότητας και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, από την εργασία του αυτή, αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του.

Ο ενάγων θα εργαζόταν στην συλλογή και πώληση παλαιών μετάλλων, εργασία η οποία αποδείχθηκε ότι ήταν περισσότερο επικερδής σε σχέση με τις γεωργικές εργασίες, κατά τη\ συνήθη πορεία των πραγμάτων, και κατά το χρονικό διάστημα από 13-4-2006 έως και 31-12-2020, (176 μήνες και 17 ημέρες) κατά το οποίο θα αποκόμιζε το συνολικό ποσό των 70.672 € [176 μήνες x 400 € = 70.400 + (17 ημ.

X 16 €) 272] και το οποίο θα απωλέσει ένεκα της προκληθείσης, εκ του ενδίκου τραυματισμού, ανικανότητάς του προς εργασία... Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη συνεπεία της σε βάρος του αδικοπραξίας, ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας πρέπει να καθορισθεί, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τελέσεως της ενδίκου αδικοπραξίας, της υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου, της συνυπαιτιότητος του ενάγοντος, του είδους και της εκτάσεως του τραυματισμού του, του χρόνου νοσηλείας του, του ποσοστού αναπηρίας του, της ανικανότητάς του προς εργασία, του είδους και της εκτάσεως των θετικών και αποθετικών ζημίων του, της στενοχώριας και - ταλαιπωρίας του, της ηλικίας του κατά τον χρόνο του ατυχήματος και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασής του, στο εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας ποσό των 30.044 €, περιοριζόμενο στο ποσό των 30.000 € εφόσον για το ποσό των 44 € επιφυλάχθηκε να αναζητήσει παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων στη ποινική δίκη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτή την (συνεκδικασθείσα) έφεση του δευτέρου των εναγομένων (Επικουρικού Κεφαλαίου, ήδη αναιρεσιβλήτου) κατά της υπ' αριθμ. 1746/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε επιδικάσει για την παραπάνω αιτία το ποσό των 100.000 ευρώ, και εξαφάνισε κατά το κεφάλαιό της αυτό την εκκαλουμένη απόφαση.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος-ενάγοντος λόγω ηθικής βλάβης στο παραπάνω ποσό των 30.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά τον προσδιορισμό του ποσού, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της πρώτης των ως άνω συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ενάγων, επικαλούμενος την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας σε αυτόν το προαναφερόμενο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντί του αιτουμένου μεγαλυτέρου ποσού, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 299 και 932 ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...... 2.

Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".

Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".

Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.

Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.

Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξεως και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας.

Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.

Αθωωτική δε ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.

Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.

Επομένως, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem .

To πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.

Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.

Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (Ολομ.

ΑΠ 4/2020). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ειδικότερα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής τούτων στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την, εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στη προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της δεύτερης εκ των ως άνω συνεκδικαζομένων αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ισχυρίζεται ότι ο πρώτος εναγόμενος με την υπ' αρ. 2490/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, αθωώθηκε αμετάκλητα για το ποινικό αδίκημα της σωματικής βλάβης σε βάρος του ενάγοντος και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αντί να σεβαστεί το τεκμήριο αθωότητάς του το παραβίασε, διότι με τις παραδοχές της δέχτηκε ότι διέπραξε αυτός το εν λόγω αδίκημα και εντεύθεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές του δεν παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας του εναγόμενου που προέκυπτε από την εν λόγω ποινική απόφαση, ούτε και τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Και τούτο διότι ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική απόφαση και να την θέσει ως βάση στην απόφαση του.

Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων, όμως η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την απόφαση αυτή. Ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ποινική απόφαση, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία, μετά την αμετάκλητη αθώωση του τότε κατηγορουμένου και ενάγοντος, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της ποινικής αποφάσεως, που κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο πρώτο εναγόμενο, παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας αυτού, για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε.

Οι περιεχόμενες δε στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές αναφορικά με την (συγκλίνουσα) υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα και τις εντεύθεν συνέπειές του, αφορούν την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της αγωγής σχετικά με την επικαλούμενη εκ μέρους του ενάγοντος τέλεση σε βάρος του από τον πρώτο εναγόμενο αδικοπραξία και δεν αποτελούν δήλωση σχετικά με την ποινική ενοχή αυτού-τότε κατηγορούμενου.

Ειδικότερα από το σύνολο των προεκτεθεισών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο, το μεν αξιολόγησε μόνον τα στοιχεία των σχετικών εκ του αστικού δικαίου διατάξεων, το δε περιορίστηκε ρητώς μόνον σ' αυτά, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον εναγόμενο- τότε κατηγορούμενο, που κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος.

Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης της δεύτερης εκ των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης εκ των εκατέρωθεν αιτήσεων αναιρέσεως προς έρευνα, αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι εκατέρωθεν αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αντιστοίχων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σημειωμένου ότι οι αναιρεσίβλητοι της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς πληρεξουσίους δικηγόρους. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους εκατέρωθεν αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 30-9-2019 (ειδικός αριθμός κατάθεσης 854/2019) αίτηση αναιρέσεως και την από 27-9-2019 (ειδικός αριθμός κατάθεσης 858/2019) αίτηση αναιρέσεως.

Απορρίπτει την από 30-9-2019 αίτηση για αναίρεση της 6198/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τον καθένα.

Απορρίπτει την από 27-9-2019 αίτηση για αναίρεση της προαναφερόμενης αποφάσεως (6198/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών).

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων από τους αναιρεσείοντες αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ