Legislator Case Law & Legislation
263/2019 AI generated

Supreme Court allows State's appeal against bankruptcy distribution plan regarding employee wage priority claims.

Case Number 263/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision on a bankruptcy distribution plan. The State argued that the lower court incorrectly ruled that employee wage claims were immune from challenge because they were accepted during the verification phase without objection from other creditors. The court held that the lower court failed to examine the substantive priority status of these claims, which are determined at the time of the distribution schedule, not merely their initial acceptance. Consequently, the appeal was granted, the contested decision was annulled, and the case was remitted to the same court for further trial with a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The priority of bankruptcy claims is determined at the time of the distribution schedule, and the acceptance of claims during verification without objection does not preclude a subsequent challenge regarding their privileged status.

Keywords

AI generated
bankruptcy distribution plan employee wage priority creditor verification phase substantive priority challenge Code of Civil Procedure remittal for retrial State appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 263 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 263/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από το Διευθυντή της ΔΟΥ …, που κατοικοεδρεύει στη …., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Στελιανή Κουστουμπάρδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Μ. Κ., 2) Κ. Σ., 3) Ζ. Σ., 4) Α. Μ., 5) Ε. Φ., 6) Σ. Μ., 7) Μ. Σ., 8) Ε. Μ., 9) Ε. Μ., 10) Β. Φ., 11) Ε. Σ., 12) Β. Χ., 13) Ε. Ρ., 14) Π. Π., που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 15) Π. Γ. Μ., κατοίκου ..., ως οριστικού συνδίκου της πτωχεύσεως της εταιρείας με την επωνυμία "...", ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.

Το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τις από 5-5-2009 (αριθ. έκθ. κατάθεσης …50/6-5-2009) αντιρρήσεις του κατά του από 11-3-2009 προσωρινού πίνακα διανομής που συνέταξε ο σύνδικος της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ενώπιον του Εισηγητή της πτώχευσης απευθυνόμενες, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτές και με την υπ' αριθμ. ….17/7-5-2009 έκθεσή του, ο Εισηγητής της πτώχευσης, τις παρέπεμψε προς εκδίκαση στο αρμόδιο δικαστήριο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 4217/2011 απόφασή του απέρριψε τις αντιρρήσεις και ακολούθως το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 315/2013 απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δεχόμενο αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, παρέπεμψε τις αντιρρήσεις προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ' ύλην Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1047/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 4193/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 16-7-2015 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 416/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 13-3-2017 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον και ο 15ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Φραγκάκη διάβασε την από 13-5-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία τότε Αρεοπαγίτη και μετέπειτα Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 16-7-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 4193/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο παραστάς αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου-10 Ιουλίου 1994 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του Ν. 4305/20214 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε ΝΠΔΔ κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στο δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα κατά τις κείμενες διατάξεις διεύθυνσή τους.

Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός αν ο διάδικος κατά περίπτωση γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του ΝΠΔΔ το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις" (ΑΠ 569/2018, ΑΠ 205/ 2017).

Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 § 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575 § 1 εδ. β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός, είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999, 12/2011, 716/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. …6/31.5.2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Φλώρινας Ν.

Ζ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του Παρέδρου του ΝΣΚ Κ. Β., που εκπροσώπησε ως δικαστικός πληρεξούσιος το ως άνω αναιρεσείον, ακριβές αντίγραφο της από 13.3.2017 κλήσης με την πράξη ορισμού δικασίμου προς συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, για τη δικάσιμο της 20.10.2017, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, για τους 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10η, 11η, 12η, 13η και 14η των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 6Α του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 "Περί Κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου", όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 46 του ν. 4305/2014, στον Π.

Μ. δικηγόρο …., τον οποίο είχαν διορίσει νομίμως σύμφωνα με το άρθρο 972 ΚΠολΔ ενώπιον του Γραμματέα των Πτωχεύσεων ως αντίκλητό τους, με την από 24.1.1999 αναγγελία τους προς τον Εισηγητή των Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών ως πιστωτές στην πτώχευση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε", ο οποίος και παρέλαβε την κλήση.

Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 580 του Ε.Ν. "τα υπό των συνδίκων ή παρ' άλλων διά λογαριασμόν της πτωχεύσεως κατατεθέντα χρήματα αναλαμβάνονται μόνο δι' αδείας του Εισηγητού. Εάν υπάρχωσι κατασχέσεις οι σύνδικοι οφείλουσι προηγουμένως να ζητήσωσι την άρσιν αυτών. Ο Εισηγητής δύναται να διατάξη ώστε τα χρήματα ν' αποδοθώσιν υπό του ταμείου απ' ευθείας προς τους πιστωτάς της πτωχεύσεως επί τη βάσει λογαριασμού διανομής, συνταχθέντος υπό των συνδίκων και κηρυχθέντος εκτελεστού".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο ως άνω λογαριασμός διανομής δεν συνιστά πίνακα κατατάξεως απαιτήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 974 ΚΠολΔ, αλλά αποτελεί απλώς λογιστική πράξη διανομής της πτωχευτικής περιουσίας μεταξύ των πιστωτών, των οποίων οι πιστώσεις έγιναν δεκτές κατά την καθοριζομένη τάξη (άρθρ. 975 και 976 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 579, 581, 648 επ.

και 660 Εμπ. Νόμου), εξελεγχθείσες προηγουμένως, κατά την διαδικασίαν της επαληθεύσεως, ή, επί απαιτήσεων του Δημοσίου, κατά τη διαδικασία του άρθρου 62 παρ. 1 του Κωδικά Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974). Περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 542, 555, 591 και 647 του Εμπ. Νόμου, οι οποίες έχουν εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου κηρύξεως της πτωχεύσεως (άρθρ. 180 ν. 3588/2007), προκύπτει ότι, εάν αναφύουν διενέξεις, πρέπει να υποβληθούν ενώπιον του Εισηγητού της πτωχεύσεως, ο οποίος αποφασίζει εντός τριών ημερών, συντασσόμενης εκθέσεως περί αυτών, η οποία αποτελεί την αναγκαία προδικασία διεξαγωγής της σχετικής δίκης.

Εν συνεχεία οι αντιρρήσεις αυτές φέρονται ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου προς κρίση και απόφαση με κλήση, καλουμένων με αυτή και των δανειστών των οποίων προσβάλλεται με τις αντιρρήσεις η κατάταξή των στον λογαριασμό διανομής. Οι αντιρρήσεις αυτές, εφ' όσον αφορούν απαιτήσεις που υπεβλήθησαν στη διαδικασία της επαληθεύσεως και μη αμφισβητηθείσες έγιναν δεκτές και εβεβαιώθηκαν με όρκο, ή, αμφισβητηθείσες, έγιναν οριστικώς δεκτές από το δικαστήριο, το οποίο έκρινε επί των κατ' αυτών αντιρρήσεων (άρθρ. 660 ΕΝ και 11 αν. 635/1937), αντικείμενο έχουν μόνον την σειρά κατατάξεως εις τον λογαριασμόν διανομής, ήτοι αφορούν μόνο το προνόμιο αυτών και όχι την ύπαρξή των (την γέννησή των και το μέγεθός των), διότι αυτή αποτέλεσε αντικείμενο της διαδικασίας της επαληθεύσεως των πιστώσεων και της δίκης επί των τυχόν υποβληθεισών αντιρρήσεων κατ' αυτών (ΑΠ 879/87).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά, είτε εξυπονοείται, σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση (ΑΠ 502/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Ελληνικό Δημόσιο με τις από 5-5-2009 αντιρρήσεις του, τις οποίες άσκησε ενώπιον του Εισηγητή της πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε." ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων, ότι οι απαιτήσεις για τις οποίες κατετάγησαν οι αναιρεσίβλητοι, εργατοϋπάλληλοι της εταιρείας αυτής, δεν προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν την κήρυξη της πτωχεύσεως και επομένως δεν απολαύουν του προνομίου του άρθρου 31 του ν. 1545/1985, με αποτέλεσμα να έχουν καταταγεί εσφαλμένα στον από 11-3-2009 προσωρινό πίνακα διανομής, που συνέταξε ο δέκατος πέμπτος αναιρεσίβλητος, οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως, και σε βάρος των δικών του απαιτήσεων από δάνεια "Ε.Τ.Ε.

Α.Ε." και "Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε." λόγω εγγυήσεως αυτού, εξοπλισμένες άλλες με γενικό προνόμιο (άρθρο 61 του ΚΕΔΕ) και άλλες με ειδικό προνόμιο (υποθήκη) (άρθρα 1007 και 976 παρ. 2 ΚΠολΔ). Το Εφετείο, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση (αριθμ. 1047/2013) και απέρριψε την από 22-10-2013 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 916/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 30-4-1998, κηρύχθηκε σε πτώχευση η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και οριστικός σύνδικος της πτώχευσης διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 1521/1998 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ο δέκατος πέμπτος των καθών οι ένδικες αντιρρήσεις και ήδη εφεσίβλητος, Π.

Μ., δικηγόρος …, στον οποίο αναγγέλθηκαν νομίμως, μεταξύ άλλων πιστωτών, και οι πρώτη έως δέκατη τέταρτη των καθών οι αντιρρήσεις και ήδη εφεσίβλητες εργαζόμενες, για απαιτήσεις τους απορρέουσες από τις μεταξύ αυτών και της πτωχής εταιρίας εργασιακές σχέσεις. Τις απαιτήσεις αυτές περιγράφουν στην από 24-1-1999 αναγγελία τους με την αναφορά του χρόνου πρόσληψης, του χρόνου καταγγελίας από την εργοδότιδα εταιρία της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας που τη συνέδεε με τις καθών ή επίσχεσης εργασίας από τις τελευταίες, ώστε να προκύπτει ο συνολικός χρόνος απασχόλησης αυτών, και δη:

από 7-1-1991 έως 10-1-1998 οπότε λύθηκε η σύμβαση με καταγγελία για την πρώτη καθής Μ. Κ., από 25-11-1991 έως 18-2-1998 οπότε λύθηκε η σύμβαση με καταγγελία για τη δεύτερη καθής Κ. Σ., από 7-7-1992 έως 10-1-1998 οπότε λύθηκε η σύμβαση με καταγγελία για την τρίτη καθής Ζ. Σ., από 20-1-1992 έως 10-1-1998 οπότε λύθηκε η σύμβαση με καταγγελία για την τέταρτη καθής Α.

Μ., από 2-1-1992 έως 16-1-1998 οπότε λύθηκε η σύμβαση με καταγγελία για την πέμπτη καθής Ε. Φ., από 4-9-1991 για την έκτη καθής Σ. Μ. μέχρι τον 2/1998 οπότε προέβη σε επίσχεση εργασίας, από 1-6-1994 για την έβδομη καθής Μ. Σ. μέχρι τον 2/1998 οπότε προέβη σε επίσχεση εργασίας, από 7-1-1993 έως 17-1-1998 οπότε λύθηκε η σύμβαση με καταγγελία για την όγδοη καθής Ε.

Μ., από 1-3-1995 για την ένατη καθής Ε. Μ. μέχρι τον 2/1998 οπότε προέβη σε επίσχεση εργασίας, από 1-9-1991 για την δέκατη καθής Β. Φ. μέχρι τον 2/1998 οπότε προέβη σε επίσχεση εργασίας, από 1-11-1993 για την ενδέκατη καθής Ε. Σ. μέχρι τον 2/1998 οπότε προέβη σε επίσχεση εργασίας, από 4-3-1992 έως 6-1-1998 οπότε λύθηκε η σύμβαση με καταγγελία για τη δωδέκατη καθής Β.

Χ., από 1-4-1992 έως 7-1-1998 οπότε λύθηκε η σύμβαση με καταγγελία για την δέκατη τρίτη καθής Ε. Ρ., από 1-11-1992 για την δέκατη τέταρτη καθής Π. Π. μέχρι τον 2/1998 οπότε προέβη σε επίσχεση εργασίας. Στην ίδια αναγγελία αναγράφεται η ειδικότητα καθεμίας των καθών οι αντιρρήσεις και αναφορικά με τις εξ αυτών: Μ. Κ., Κ. Σ., Ζ.

Σ., Α. Μ., Ε. Φ., Ε. Μ., Β. Χ. και Ε. Ρ., αναγράφεται το συνολικό ποσό που οφείλει η πτωχή εταιρία στην καθεμία εργαζόμενη για δεδουλευμένες αποδοχές, μισθούς υπερημερίας, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, αποζημίωση άδειας και επίδομα άδειας, αποζημιώσεις και εφάπαξ βοηθήματα, ύψους 12.001.208 δρχ., 12.744.111 δρχ., 11.688.983 δρχ., 14.961.524 δρχ., 11.798.461 δρχ., 11.211.841 δρχ., 11.866.062 δρχ., 11.946.787 δρχ., αντιστοίχως, όπως το ποσό αυτό αναλύεται και εξειδικεύονται με ακρίβεια τα επιμέρους χρηματικά κονδύλια στη συνημμένη στο επίδικο αναγγελτήριο από 13-4-1999 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης ..4/14-4-1999) κοινή αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας απευθυνόμενη, στην οποία παραπέμπουν οι καθών με την αναγγελία τους.

Αναφορικά εξάλλου με τις εκ των καθών οι αντιρρήσεις: Σ. Μ., Μ. Σ., Ε. Μ., Β. Φ., Ε. Σ., Π. Π., στην ανωτέρω αναγγελία εκτίθενται αναλυτικά τα επιμέρους χρηματικά κονδύλια που οφείλει η πτωχή εταιρία στην καθεμία εργαζόμενη και αφορούν μισθούς, υπερεργασία, παράνομη υπερωρία, αποζημιώσεις άδειας, επιδόματα άδειας, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, αποζημιώσεις και εφάπαξ βοηθήματα.

Ζητούσαν δε, με την αναγγελία τους να καταταγούν προνομιακά οι απαιτήσεις τους όπως "ο ΚΠολΔ και η σχετική νομοθεσία ορίζει", κατά την επί λέξει αναφορά στο αναγγελτήριο. Στη διαδικασία της επαλήθευσης των απαιτήσεων εξελέγχθηκαν και οι απαιτήσεις των άνω εργαζομένων και έγιναν αυτές δεκτές στα χρέη της πτώχευσης για τα αναφερόμενα στην έκθεση επαλήθευσης ποσά, καταχωρήθηκαν δε αυτές, όπως προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης", που λαμβάνεται ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας 1-5-1996 έως 30-4-1998, στον συνταγέντα από τον σύνδικο της ένωσης των πιστωτών της επίμαχης πτώχευσης δέκατο πέμπτο καθού, προσβαλλόμενο από 11-3-2009 λογαριασμό διανομής (Α' Προσωρινό Πίνακα Διανομής), που κηρύχθηκε εκτελεστός από τον Εισηγητή της πτώχευσης, με προς διανομή χρηματικό ποσό αυτό των 300.000,00 ευρώ, ως ακολούθως: 1) για την πρώτη καθής Μ.

Κ., το προνομιακό προς κατάταξη ποσό 29.104,94 ευρώ και το ποσό της τελικής προνομιακής κατάταξης 21.085,39 ευρώ, 2) για τη δεύτερη καθής Κ. Σ., το προνομιακό προς κατάταξη ποσό 32.497,27 ευρώ και το ποσό της τελικής προνομιακής κατάταξης 17.480,28 ευρώ, 3) για την τρίτη καθής Ζ. Σ. το προνομιακό προς κατάταξη ποσό 30.151,40 ευρώ και το ποσό της τελικής προνομιακής κατάταξης 18.632,01 ευρώ, 4) για την τέταρτη καθής Α.

Μ., το προνομιακό προς κατάταξη ποσό 24.861,53 ευρώ και το ποσό της τελικής προνομιακής κατάταξης 15.498,62 ευρώ, 5) για την πέμπτη καθής Ε. Φ., το προνομιακό προς κατάταξη ποσό 29.800.73 ευρώ και το ποσό της τελικής προνομιακής κατάταξης 16.843,16 ευρώ, 6) για την έκτη καθής Σ. Μ., το προνομιακό προς κατάταξη ποσό 30.184,42 ευρώ και το ποσό της τελικής προνομιακής κατάταξης 16.289,02 ευρώ, 7) για την έβδομη καθής Μ.

Σ., το προνομιακό προς κατάταξη ποσό 24.910,00 ευρώ και το ποσό της τελικής προνομιακής κατάταξης 17.458.74 ευρώ, 8) για την όγδοη καθής Ε. Μ., το προνομιακό προς κατάταξη ποσό 29.714,43 ευρώ και το ποσό της τελικής προνομιακής κατάταξης 17.760,27 ευρώ, 9) για την ένατη καθής Ε. Μ., το προνομιακό προς κατάταξη ποσό 20.712,13 ευρώ και το ποσό της τελικής προνομιακής κατάταξης 16.499,36 ευρώ, 10) για την δέκατη καθής Β.

Φ., το προνομιακό προς κατάταξη ποσό 31.034,48 ευρώ και το ποσό της τελικής προνομιακής κατάταξης 16.823,60 ευρώ, 11) για την ενδέκατη καθής Ε. Σ., το προνομιακό προς κατάταξη ποσό 25.362,82 ευρώ και το ποσό της τελικής προνομιακής κατάταξης 16.467,17 ευρώ, 12) για την δωδέκατη καθής Β. Χ., το προνομιακό προς κατάταξη ποσό 30.572,80 ευρώ και το ποσό της τελικής προνομιακής κατάταξης 17.642,54 ευρώ, 13) για την δέκατη τρίτη καθής Ε.

Ρ., το προνομιακό προς κατάταξη ποσό 30.866,04 ευρώ και το ποσό της τελικής προνομιακής κατάταξης 17.379,77 ευρώ, 14) για την δέκατη τέταρτη καθής Π. Π., το προνομιακό προς κατάταξη ποσό 28.649,16 ευρώ και το ποσό της τελικής προνομιακής κατάταξης 17.218,13 ευρώ. Η προεκτεθείσα αναγγελία των καθών οι αντιρρήσεις είναι πλήρως ορισμένη, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το αντιλέγον με τον δεύτερο λόγο των εξεταζομένων αντιρρήσεών του, εφόσον, σ' αυτήν περιγράφονται επαρκώς τα απαιτούμενα προσδιοριστικά στοιχεία, λαμβανομένου υπόψη ότι, το δικόγραφο της αναγγελίας είναι άκυρο λόγω αοριστίας της αναφερομένης σ' αυτό απαίτησης μόνον όταν η περιγραφή αυτής, καθώς και του τυχόν υφισταμένου προνομίου της είναι τόσον ελλιπής, ώστε να μη μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία, κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους, και να υφίστανται έτσι βλάβη.

Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση, στο βαθμό που απαιτείται επί αγωγής ή ανακοπής (άρθρα 216 παρ. 1 και 585 ΚΠολΔ), για τον αναγγελθέντα δικαιούχο της απαίτησης, ανεξαρτήτως της δικονομικής θέσης του στη σχετική δίκη, διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για δικαστική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 111 του ΚΠολΔ.

Για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης απαίτησης αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται με παραπομπή σε άλλο, συνυποβαλλόμενο έγγραφο. Ως απλή, λοιπόν, περιγραφή της αναγγελλόμενης απαίτησης, μπορεί επιτρεπτώς να γίνεται με την αναγγελία αναφορά σε ορισμένη δικαστική απόφαση ή άλλο δημόσιο έγγραφο προσδιοριζόμενο μόνο με τον αριθμό ή τη χρονολογία και τον εκδότη του, γιατί και αυτή η αναφορά καθιστά ευχερή τον έλεγχο της απαίτησης και αποκλείει τη βλάβη των άλλων δανειστών ή του οφειλέτη, υπό την αναγκαία βεβαίως προϋπόθεση ότι το αναφερόμενο έγγραφο κατατέθηκε εμπρόθεσμα...

Στην προκείμενη δε περίπτωση το επαρκώς ορισμένο της αναγγελίας αφορά τόσο στην περιγραφή των απαιτήσεων των αναγγελθεισών εργαζομένων, σε συνδυασμό με τη συνημμένη στο αναγγελτήριο από 13-4-999 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, όσο και στην αξιούμενη προνομιακή κατάταξη αυτών, ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιηθείσα φρασεολογία, αφού δεν απαιτείται πανηγυρικό αίτημα για προνομιακή κατάταξη, ώστε να μπορεί ο μεν σύνδικος της πτώχευσης να καταρτίσει τον προσβαλλόμενο από 11-3-2009 πρώτο προσωρινό πίνακα διανομής, η δε πτωχή εταιρία και οι λοιποί δανειστές, μεταξύ των οποίων και το αντιλέγον, να μην υποστούν βλάβη, αφού μπορούσαν ν' αποκρούσουν αποτελεσματικά τις αναγγελίες αυτές κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε οτι στην εν λόγω πτώχευση είχε αναγγελθεί και το Ελληνικό Δημόσιο για απαιτήσεις του, συνολικού ποσού 1.202.300.116 δραχμών, ωστόσο, κατά την εξέλεγξη, από τον σύνδικο, των άνω αναγγελθεισών πιστώσεων των εργαζομένων στη συνέλευση των προς τούτο καλουμένων πιστωτών, ενώπιον του Εισηγητή δικαστή, οπότε οι αναγγελθείσες εργαζόμενες απέδειξαν τις απαιτήσεις τους εις βάρος της πτωχεύσασας ανώνυμης εταιρίας, κανένας άλλος πιστωτής, ούτε ο σύνδικος ούτε η πτωχή αμφισβήτησαν αυτές, οι οποίες καταχωρήθηκαν στο λογαριασμό διανομής, συνεπώς, οι σχετικές πιστώσεις κατέστησαν απρόσβλητες και οριστικές.

Επομένως, ο πρώτος λόγος των αντιρρήσεων αναφορικά με τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεων των καθών, και ειδικότερα του αν αυτές γεννήθηκαν εντός της τελευταίας διετίας πριν από την κήρυξη της επίμαχης πτώχευσης, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το αντιλέγον δεν μπορούσε ν' αμφισβητήσει αυτές όχι μόνον από πλευράς ύπαρξής τους (γέννηση και μέγεθός τους) ως πτωχευτικών πιστωμάτων, αλλά και από άποψης βαθμού προτεραιότητας (προνομίου), δηλαδή το γεγονός ότι προέρχονται αυτές από τη λειτουργία των ανωτέρω συμβάσεων παροχής εξαρτημένης εργασίας κατά το χρονικό διάστημα της τελευταίας διετίας πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, και ως τέτοιες έγιναν δεκτές στα χρέη της πτώχευσης, χωρίς ν' αμφισβητήσει το αντιλέγον ούτε την ύπαρξη ούτε το προνόμιο αυτών".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με το να δεχθεί ότι το αναιρεσείον δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τον προνομιακό χαρακτήρα των ανωτέρω εργατικών απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων, επειδή αυτές έγιναν δεκτές και δεν αμφισβητήθηκαν από κανένα πιστωτή κατά το στάδιο επαληθεύσεως των πιστώσεων, ενώ γίνεται δεκτό ότι τα προνόμια κρίνονται κατά το χρόνο συντάξεως του πίνακα κατατάξεως ή του λογαριασμού διανομής του συνδίκου.

Έτσι, με την εσφαλμένη αυτή κρίση του δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν τον πρώτο λόγο των αντιρρήσεων αναφορικά με τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεων αυτών. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως. Μετά απ' αυτά η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή.

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους, στα όρια όμως του άρθρου 22 ν. 3693/1957, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4193/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ