Supreme Court dismisses appeal on insurer's claim of insufficient reasoning regarding expert examination necessity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision ordering it to pay a 300,000 euro insurance sum. The insurer argued the lower court failed to justify why an expert examination was unnecessary to determine if the insured's injury resulted from fraud rather than self-harm. The court ruled that the lower court's refusal to appoint experts did not constitute a ground for appeal because the court did not find the issue required special scientific knowledge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 368 and 559 of the Code of Civil Procedure; The refusal to appoint experts does not constitute a ground for appeal unless the court of first instance finds the issue requires special scientific or artistic knowledge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 263 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 263/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ελληνικής Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουτσουράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3694/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 6041/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 23-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 6041/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η οποία, αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 3694/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο της που αφορούσε στο ζητούμενο ασφαλισμα ποσού 300.000 ευρώ. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το σωρευόμενο στην από 14.12.2010 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας αίτημα περί καταβολής του συμφωνηθέντος ασφαλίσματος ποσού 300.000 ευρώ, ενώ είχε γίνει δεκτό το δεύτερο αίτημα του να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία εξακολουθεί να υπέχει τις συμβατικές υποχρεώσεις της από την ένδικη ασφάλιση ζωής από τον κίνδυνο του θανάτου, καθώς και ότι ο ενάγων έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων για το μέλλον. Στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η αγωγή έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και ως προς το αίτημα της καταβολής του ασφαλίσματος ύψους 300.000 ευρώ και συγκεκριμένα υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο 50.000 ευρώ, ενώ για το υπόλοιπο αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση καταβολής του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ διότι, δεχόμενη ότι η ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως καταρτίσθηκε την 15.12.2005 που ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος υπέβαλε προς αυτήν την αίτησή του προς ασφάλιση, και όχι την 22.3.2006 που αυτή αποδέχθηκε την πρόταση του kκαι εξέδωσε το ασφαλιστήριο, παραβίασε τους ουσιαστικούς κανόνες των άρθρων 1 και 2 ν. 2496/1997, 185, 189 και 192 ΑΚ αναφορικά με το χρόνο καταρτίσεως της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως που είναι ο χρόνος αποδοχής (από τον ασφαλιστή) της προτάσεως του συμβαλλομένου.
Επί του ζητήματος του χρόνου καταρτίσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει σύμβασης ασφάλισης, που καταρτίστηκε στην Αθήνα τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 μεταξύ των διαδίκων, για την οποία εκδόθηκε το υπ’ αρ. .../22-3-2006 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η εναγομένη-εφεσίβλητη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... ..." πρώην "...", ανέλαβε, την έναντι καταβολής ασφαλίστρου, ασφαλιστική κάλυψη του ενάγοντος-εκκαλούντος-εφεσίβλητου για τον κίνδυνο της περιέλευσής του σε μόνιμη ολική ανικανότητα για κάθε εργασία, καθώς και για τον κίνδυνο του θανάτου του.
Ειδικότερα, ανέλαβε την συμβατική υποχρέωση να καταβάλει στον ίδιο, κατ’ αποκοπή, το ποσό των 300.000 ευρώ, ως ασφάλισμα, σε περίπτωση μόνιμης ολικής ανικανότητας του για κάθε εργασία και σε περίπτωση θανάτου αυτού να καταβάλει το ποσό των 300.000 ευρώ στη σύζυγο του, Μ. Σ. ή στον υιό του, Χ. Τ., ως υποκατάστατο δικαιούχο του ασφαλίσματος.
Η σύμβαση καταρτίστηκε με την υποβολή της με αριθμ. πρωτ. .../15.12.2005 γραπτής αίτησης του ασφαλιζόμενου ενάγοντος στην οποία μεταξύ άλλων περιλαμβανόταν ερώτηση με την οποία ο τελευταίος κλήθηκε να δηλώσει αν είχε συνάψει έτερη ασφάλιση ζωής ή σύμβαση ασφάλισης κατά του κινδύνου ατυχήματος και ασθενείας.
Στην ανωτέρω ερώτηση της παραγράφου υπό τον τίτλο "Α. Στοιχεία ασφαλισμένου" αυτός απάντησε θετικά , σημειώνοντας "Χ" στο πεδίο της αίτησης με τον προδιατυπωμενο τίτλο "ΝΑΙ" και τη λέξη "... στο πεδίο, όπου ερωτήθηκε αναφορικά με τον αριθμό του σχετικού συμβολαίου. Μετά ταύτα και δεδομένων των ανωτέρω προσυμβατικών δηλώσεων του ενάγοντος, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία απέστειλε στον ίδιο έντυπο ερωτηματολόγιο προκειμένου να δηλώσει και να εξειδικεύσει αν υπάρχουν και πόσες άλλες ασφαλιστικές συμβάσεις κάλυψης των ένδικων κινδύνων.
Απαντώντας στο ως άνω ερωτηματολόγιο και στην υπ’ αριθμ. 2 ερώτηση με περιεχόμενο "Ταυτόχρονες καλύψεις: Αναφέρετε εάν έχουν γίνει αιτήσεις ταυτόχρονα σε άλλες ασφαλιστικές εταιρίες και εάν ναι τότε συμπληρώστε τα παρακάτω", ο τελευταίος δεν ανέγραψε αν είχε υποβάλει αίτηση ασφάλισης σε άλλη ασφαλιστική εταιρία, ενώ στην υπ’ αριθμ. 3 ερώτηση με περιεχόμενο "Ήδη υπάρχουσες ασφαλιστικές καλύψεις:
Ενημερώστε μας λεπτομερώς εάν υπάρχει άλλη ασφαλιστική κάλυψη σε ισχύ, σε αυτή ή σε άλλη ασφαλιστική εταιρία", απάντησε ότι τυγχάνει ασφαλισμένος στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..., με σύμβαση ασφάλισης υγείας για κεφάλαιο ασφάλισης, ύψους 50.000 ευρώ. Το εν λόγω ερωτηματολόγιο, φέροντας την υπογραφή του ενάγοντος και αναγραφόμενη ημερομηνία την 22-12-2005 απεστάλη στις 10-1-2006 στην υπ’ αριθμ. 05 θυρίδα, που τηρεί η εναγομένη στην πόλη του ......
Ακολούθως, στις 4-1-2006 ο ενάγων, αφού υποβλήθηκε στις ενδεδειγμένες ιατρικές εξετάσεις, υπέβαλε στην ασφαλιστική εταιρία με την αυτή, ως άνω, ημερομηνία αίτηση του υπό τον τίτλο "ασφάλιση ζωή - μέρος 11 - ιατρικό ιστορικό" ... Επί τη βάσει των, ως άνω, αιτήσεων και σύμφωνα με τις απαντήσεις που δόθηκαν από μέρους του ενάγοντος, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία υπό την προγενέστερη επωνυμία της "...", προέβη στην ασφάλιση του, εκδίδοντας το προαναφερόμενο υπ’ αριθ. ...
με ημερομηνία 22-3-2006 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, με χρόνο έναρξης ασφάλισης την 20-2-2006. Η διάρκεια της προαναφερόμενης σύμβασης ασφάλισης ορίσθηκε δεκαετής, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 20-2-2006 έως 20-2-2016 και το ασφάλιστρο, συμπεριλαμβανομένων των νόμιμων επιβαρύνσεων φόρου και χαρτοσήμου, συμφωνήθηκε να είναι καταβλητέο σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, ποσού 638,55 ευρώ, η κάθε μία απ’ αυτές...." Επομένως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ευθέως προκύπτει ότι το Εφετείο, αν και στην αρχή, αδόκιμα εκφραζόμενο, αναφέρει ότι η σύμβαση καταρτίστηκε το Δεκέμβριο 2015 με την αποστολή από τον ενάγοντα της σχετικής αιτήσεως, εν τούτοις στο τελικό του συμπέρασμα θεωρεί την αίτηση αυτή ως μέρος του προσυμβατικού σταδίου και καταλήγει στην ορθή παραδοχή ότι η ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως καταρτίστηκε την 22.3.2016 οπότε η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την πρόταση και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εξέδωσε το ασφαλιστήριο, προσδιορίζοντας μάλιστα σαφώς ότι η έναρξη της ασφάλισης ήταν από 20.2.2016 και η διάρκεια της 10ετής λήγουσα την 20.2.2016.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως κατά τα προαναφερόμενα είναι διατυπωμένος, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο σχετικά με το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως δεν δέχθηκε ότι η ένδικη ασφάλιση καταρτίστηκε την 15.12.2005 με την υποβολή της αιτήσεως του αναιρεσίβλητου.
Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ποία ήταν η έννομη συνέπεια που, με βάση αυτή την ουσιαστική παραδοχή, διαγνώσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή, δεν προσδιορίζει αν η παραδοχή αυτή υπήρξε και για ποίο λόγο κρίσιμη για την κρίση του δικαστηρίου σχετικά με τη βασιμότητα ή μη της αγωγής στοιχείο αναγκαίο για το ορισμένο του εκ της ανωτέρω διατάξεως αναιρετικού λόγου.
Σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2496/1997, "Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία ή θάνατο η ανάγκη νοσηλείας" (παρ. 1). "Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή για την τυχόν ύπαρξη άλλης ασφάλισης κατά ατυχημάτων.
Παράβαση της υποχρεώσεως αυτής δίνει δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός αφότου έλαβε γνώση της ασφάλισης" (παρ. 2). Μπορεί να συμφωνηθεί η καταβολή ασφαλίσματος που αντιστοιχεί είτε στις συγκεκριμένες άμεσες ζημίες του ασφαλισμένου, είτε στα τυχόν κατ’ αποκοπή για κάθε περίπτωση συμφωνημένα ποσά εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές είτε στην παροχή ιατροφαρμακευτικών και χειρουργικών υπηρεσιών.
Αν συμφωνήθηκε η καταβολή των συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχουν εφαρμογή τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος νόμου" (παρ. 3). Περαιτέρω, στο άρθρο 15 του ίδιου νόμου, που είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο "Ασφάλιση Ζημιών" και στο οποίο η ανωτέρω διάταξη παραπέμπει, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου σε περισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος οφείλουν να γνωστοποιήσουν χωρίς καθυστέρηση σε κάθε ασφαλιστή την ασφάλιση και το ασφαλιστικό ποσό. 2.
Οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημιάς. 3. Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρο, μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασης τους. Επιτρέπεται να συμφωνηθεί ότι, σε περίπτωση μη γνωστοποίησης της ύπαρξης άλλων ασφαλίσεων κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, θα περιορίζεται το ασφάλισμα στο μέτρο που δεν καλύπτεται από προηγούμενη ασφάλιση.
Σε περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος παραλείψουν τη γνωστοποίηση με δόλο, εφαρμόζονται οι παρ. 6 και 7 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, όταν η ασφάλιση ατυχημάτων διαμορφώνεται με τη βούληση των μερών ως ασφάλιση ποσού, τότε η εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης παραβίαση της υποχρέωσης του να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή, κατά τη σύναψη της σύμβασης, την τυχόν ύπαρξη και άλλης ασφάλισης κατά ατυχημάτων, είτε σε δόλο είτε σε αμέλεια οφείλεται, μόνη κύρωση έχει το δικαίωμα του ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε ένα μήνα αφότου έμαθε γι’ αυτή.
Αντιθέτως, δεν έχει ως κύρωση, σε περίπτωση που η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε προτού ο ασφαλιστής μάθει για την παραβίαση και εφόσον αυτή οφείλεται σε δόλο του λήπτη, την απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος, διότι η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 εδαφ. β του ν. 2496/1997, που την προβλέπει, δεν έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή.
Τούτο, εκτός από την ως άνω διατύπωση της παρ. 2 εδαφ. β του άρθρου 31 του ίδιου νόμου, που κάνει λόγο μόνο για δικαίωμα καταγγελίας, προκύπτει και από την αιτιολογική του έκθεση, στην οποία αναφέρεται: "Με το άρθρο αυτό εισάγεται ελάχιστη νομοθετική ρύθμιση κυρίως για να αποκλειστεί και εδώ η περίπτωση απώλειας της κάλυψης όταν γίνουν ψευδείς δηλώσεις.
Οι κυρώσεις περιορίζονται μόνο (κατά τα διεθνή πρότυπα) στο δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης που χορηγείται στον ασφαλιστή, για τις περιπτώσεις αυτές". Αλλά και εξ αντιδιαστολής προς την παρ. 3 εδαφ. β του άρθρου 31 του ίδιου νόμου, η οποία, όταν η ασφάλιση ατυχημάτων διαμορφώνεται ως ασφάλιση ζημιών, παραπέμπει στο άρθρο 15 του νόμου αυτού, που ρυθμίζει την πολλαπλή ασφάλιση για την κατηγορία αυτή ασφαλίσεων, και δια της παραγράφου 3 εδαφ.
γ αυτού στην παράγραφο 6 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, χορηγώντας έτσι στον ασφαλιστή, κατ’ αντίθεση προς ό,τι ισχύει στις ασφαλίσεις ποσού, εκτός από το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, και εκείνο της απαλλαγής του από την καταβολή του ασφαλίσματος, αν ο λήπτης της είχε, κατά τη σύναψη της, με δόλο, αποκρύψει την ύπαρξη και άλλων ασφαλίσεων και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε προτού ο ασφαλιστής μάθει γι’ αυτές.
Η διαφορετική αυτή από το νόμο ρύθμιση του ίδιου ζητήματος της πολλαπλής ασφάλισης ατυχημάτων ανάλογα με το είδος αυτής ως ασφάλισης ποσού ή ασφάλισης κατά ζημιών και η ενίσχυση της νομικής θέσης του ασφαλιστή στις ασφαλίσεις της δεύτερης κατηγορίας δικαιολογείται από το ότι αυτές έχουν χαρακτήρα καθαρά αποζημιωτικό και διέπονται από τις αρχές της συγκεκριμένης ασφαλιστικής κάλυψης και της απαγόρευσης του πλουτισμού του ασφαλισμένου, ενώ εκείνες οικοδομούνται επί της αρχής της αφηρημένης ασφαλιστικής κάλυψης, στην οποία η απαγόρευση του πλουτισμού δεν έχει εφαρμογή.
Επομένως, αν η ασφάλιση κατά ατυχήματος έχει συμφωνηθεί ως ασφάλιση ποσού και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε, η (προς απόκρουση της αγωγής του ασφαλισμένου, που επιδιώκει να εισπράξει το ασφάλισμα) προβαλλόμενη εκ του άρθρου 3 παρ. 6 εδάφ. β του ν. 2496/1997 ένσταση του ασφαλιστή περί απαλλαγής του από την υποχρέωση του να καταβάλλει το ασφάλισμα για το λόγο ότι κατά τη σύναψη της ασφάλισης ο ασφαλισμένος του είχε αποκρύψει με δόλο την ύπαρξη και άλλων ασφαλίσεων κατά του ίδιου ατυχήματος, δεν είναι νόμιμη διότι τέτοιο δικαίωμα ο νόμος δεν του παρέχει (ΑΠ 1722/2013).
Εξάλλου, για τους ίδιους ως άνω λόγους, οι ρυθμίσεις του άρθρου 31 παρ. 2 εδάφ. β’ (όπως και του άρθρου 32 παρ. 2) ν.2496/1997 που αναφέρονται στο ειδικό ζήτημα της πολλαπλής ασφάλισης αφηρημένου ποσού κατά του ίδιου κινδύνου και της παράλειψης ειδοποιήσεως του ασφαλιστή περί αυτού, ως ειδικότερες, υπερισχύουν και γι’ αυτό αποκλείουν την εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 140, 141 και 147 ΑΚ περί ακυρώσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως λόγω πλάνης ή απάτης του ασφαλιστή.
Όπως προαναφέρθηκε, οι διατυπούμενες ευθέως στην εισηγητική έκθεση του ν. 2496/1997 τελολογικές και αξιολογικές σταθμίσεις του νομοθέτη για την ασφάλιση ποσού, ο οποίος δεν θέλει την "απώλεια της κάλυψης όταν γίνουν ψευδείς δηλώσεις", προσδιορίζουν αποκλειστικά και περιοριστικά τις συνέπειες της παραβάσεως του ασφαλιζομένου να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή για την ύπαρξη και άλλων ασφαλίσεων ποσού, με την έννοια ότι το μόνο δικαίωμα που παρέχεται στον ασφαλιστή (κατά τα διεθνή πρότυπα) είναι εκείνο της καταγγελίας της σύμβασης και άρα ο λήπτης μπορεί να εισπράξει σωρευτικά περισσότερα ασφαλίσματα από περισσότερες ασφαλίσεις.
Επομένως ο νόμος, δεν θεωρεί ουσιώδες περιστατικό σε μία ασφάλιση ποσού την παράλειψη δηλώσεως της ύπαρξης και άλλων ασφαλίσεων. Τούτο συνεπάγεται ότι επί πλάνης αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 140 ΑΚ, το οποίο αξιώνει πλάνη ως προς ουσιώδες σημείο της δικαιοπραξίας (άρθρο 141 ΑΚ), ενώ επί απάτης, αν η προκληθείσα πλάνη δεν είναι ουσιώδης, το άρθρο 148 ΑΚ επιδιώκοντας να αποκλείσει το ανεπιεικές αποτέλεσμα της ακυρώσεως της δικαιοπραξίας, παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να μην την ακυρώσει.
Συνεπώς, το ερμηνευτικό πόρισμα ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 31 παρ. 2 εδάφ. β’ (όπως και του άρθρου 32 παρ. 2 του ν. 2496/1997 ως ειδικότερες υπερισχύουν και γι’ αυτό αποκλείουν την εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 140, 141 και 147 ΑΚ συνάδει, εκτός από τον σκοπό του νομοθέτη, και με τον από το νόμο καθορισμό ως επουσιώδους του περιστατικού της παράλειψης γνωστοποίησης (ακόμη και με δόλο) της ύπαρξης και άλλων ασφαλίσεων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νομίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, εκτός από τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο αναιρέσεως σχετικά με την κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Η διάρκεια της προαναφερόμενης σύμβασης ασφάλισης ορίσθηκε δεκαετής, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 20-2-2006 έως 20-2- 2016 και το ασφάλιστρο, συμπεριλαμβανομένων των νόμιμων επιβαρύνσεων φόρου και χαρτοσήμου, συμφωνήθηκε να είναι καταβλητέο σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, ποσού 638,55 ευρώ, η κάθε μία απ’ αυτές.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της επίδικης σύμβασης ασφάλισης, ως μόνιμη ολική ανικανότητα ορίσθηκε η, συνεπεία ατυχήματος ή ασθενείας, απόλυτη, διαρκής και οριστική παρεμπόδιση του ασφαλισμένου από την άσκηση του επαγγέλματος του ή άλλης συναφούς βιοποριστικής απασχόλησης, για την οποία θα ήταν κατάλληλος λόγω των σπουδών, της εκπαίδευσης και της πείρας του.
Επίσης, ως περίπτωση ολικής ανικανότητας ορίσθηκε, μεταξύ άλλων ειδικώς κατονομαζόμενων περιπτώσεων βαριών σωματικών βλαβών και η απώλεια και λειτουργική ανικανότητα και των δύο κάτω άκρων του ασφαλισμένου λόγω αποκοπής ή απώλειας της χρήσης τους πάνω από τον αστράγαλο. Σε εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του ο ενάγων κατέβαλε στην ενάγουσα τα συμφωνηθέντα για κάθε ασφαλιστική περίοδο ασφάλιστρα και συγκεκριμένα τα ασφάλιστρα για τις ασφαλιστικές περιόδους από 20-02-2006 έως 20-11-2007, γεγονός που δεν αμφισβητείται από μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, κατά την διάρκεια ισχύος της προαναφερόμενης σύμβασης, επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση. Ειδικότερα, την 1-4-2007 και περί ώρα 21.00 περίπου, καθώς ο ενάγων, ηλικίας κατά τον χρόνο εκείνο σαράντα έξι (46) ετών, βρισκόταν στην πατρική οικία του στην κοινότητα ... του Δήμου ... του Νομού Ρεθύμνης Κρήτης, υπέστη αυτοτραυματισμό σε αμφότερα τα κάτω άκρα του, κατόπιν διπλής εκπυρσοκρότησης της κυνηγετικής καραμπίνας, ιδιοκτησίας του την οποία επιχειρούσε να καθαρίσει.
Συγκεκριμένα αυτός παρέλειψε, από αμέλεια του, να ελέγξει, πριν από την έναρξη του καθαρισμού, τη θαλάμη φυσιγγίων του όπλου του και να βεβαιωθεί ότι αυτή ήταν κενή, με αποτέλεσμα το όπλο, στο οποίο είχαν απομείνει δύο (2) φυσίγγια από την προηγούμενη χρήση του, κατά τη διαδικασία του καθαρισμού, και ενώ αυτός είχε, προς διευκόλυνση των κινήσεων του, στηρίξει την κάνη του πάνω στο δεξί του άκρο πόδι, από αδέξιο χειρισμό της σκανδάλης, να εκπυρσοκροτήσει δύο φορές και να τον τραυματίσει σοβαρά σε αμφότερα τα κάτω άκρα του.
Εν συνεχεία, ο ενάγων υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και ακρωτηριασμό αμφότερων των κάτω άκρων του από το άνω τριτημόριο των κνημών του, ενώ κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2007 τοποθετήθηκαν σ’ αυτά (αμφότερα κάτω άκρα του) πρόσθετα τεχνητά μέλη, τα οποία και έκτοτε φέρει. Ακολούθως, εξετάσθηκε από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Τριμελή Επιτροπή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., η οποία με την υπ’ αριθμ.
πρωτ. ...22.05.2007 ομόφωνη απόφαση της έκρινε ότι φέρει φυσική αναπηρία, σε ποσοστό 80% συνεπεία του ακρωτηριασμού του από το άνω τριτημόριο κνήμης και στα δύο άκρα. Μετά ταύτα, με τις υπ’ αριθμ. .../6-9-2007, ...18-2-2008 και .../26-9-2011 αποφάσεις του Ο.Α.Ε.Ε. απονεμήθηκε στον τελευταίο σύνταξη λόγω αναπηρίας - μόνιμης ολικής ανικανότητας για οποιαδήποτε εργασία, ενώ δυνάμει των υπ αριθμ. ...30-1-2008, ...19-8-2009 και ...16-8-2011 αποφάσεων του Ο.Α.Ε.Ε.
χορηγήθηκε στον ίδιο και εξωϊδρυματικό επίδομα. Ακολούθως, ο ενάγων ενημέρωσε με σχετική επιστολή την εναγομένη για την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου στο πρόσωπο του και αιτήθηκε την καταβολή του συμβατικώς ορισθέντος ασφαλίσματος, ύψους 300.000 ευρώ, λόγω της περιέλευσής του σε κατάσταση μόνιμης ολικής ανικανότητας για εργασία...
Σε απάντηση του σχετικού αιτήματος η εναγομένη αρνήθηκε την καταβολή του, ως άνω, ασφαλίσματος, επικαλούμενη ότι, κατά την σύναψη της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, αυτός απέκρυψε με δόλο ουσιώδη περιστατικά για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου και συγκεκριμένα ότι είχε ερωτηθεί επ’ αυτού με τη σχετική αίτηση του και το προαναφερόμενο συνοδό ερωτηματολόγιο, δολίως δεν δήλωσε και απέκρυψε ότι είχε υποβάλει αιτήσεις ασφάλισης και ότι είχε ασφαλιστεί κατά των ίδιων κινδύνων σε περισσότερες ασφαλιστικές εταιρίες.
Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, αποδίδοντας στον τελευταίο δόλο, ως προς την απόκρυψη της ύπαρξης με άλλους ασφαλιστές, συνολικά δέκα τεσσάρων (14) συμβάσεων ασφάλισης ατυχημάτων, με συνολικό ασφάλισμα 3.090.000 ευρώ, προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της συζήτησης στον πρώτο βαθμό την εκ του άρθρου 3 παρ. 6 εδαφ.
β’ του ν. 2496/1997 ένσταση της απαλλαγής της από την υποχρέωση προς καταβολή του ασφαλίσματος. Η ένσταση όμως αυτή, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθούν αληθή τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν, είναι νομικά αβάσιμη, όπως ήδη προαναφέρθηκε, διότι, εφόσον η επίδικη σύμβαση ασφάλισης κατά ατυχημάτων διαμορφώθηκε με τη βούληση των μερών, ως ασφάλιση ποσού και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε, δεν παρέχεται στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία από το νόμο δικαίωμα απαλλαγής της από την καταβολή του ασφαλίσματος, ακριβώς επειδή ο νομοθέτης, στην ασφάλιση ποσού, δεν θεωρεί την ύπαρξη πολλαπλής ασφάλισης τόσο σημαντική, ώστε η ψευδής, περί αυτήν, δήλωση του ασφαλισμένου να επιφέρει, ως κύρωση, την απώλεια του ασφαλίσματος, αλλά περιορίζει τον ασφαλιστή σε μόνο το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, αν κρίνει ότι αυτή δεν είναι πλέον συμφέρουσα γι’ αυτόν και με την προϋπόθεση βεβαίως ότι η ασφαλιστική περίπτωση δεν έχει ακόμη επέλθει, διότι μετά απ’ αυτήν η καταγγελία στερείται πλέον αντικειμένου...
Σύμφωνα λοιπόν, με όλα τα ανωτέρω και ενόψει του ότι...η επίδικη σύμβαση ασφάλισης ατυχημάτων διαμορφώθηκε με τη βούληση των μερών, ως ασφάλιση ποσού, για την περίπτωση τυχόν απόκρυψης από τον ασφαλισμένο της πολλαπλής ασφάλισης του κατά του ιδίου κινδύνου, εφαρμόζεται μόνο η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του ν. 2496/1997, ως ειδικότερη, αφενός μεν της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 6 του ιδίου νόμου, η οποία αφορά τη γενική υποχρέωση του λήπτη της ασφάλισης να ενημερώσει τον ασφαλιστή για κάθε στοιχείο ή περιστατικό, που γνωρίζει και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλισμένου κινδύνου, αφετέρου δε των γενικότερων διατάξεων των άρθρων 140, 141 και 147 του ΑΚ, οι οποίες αφορούν την περίπτωση ακύρωσης δικαιοπραξίας, λόγω πλάνης και απάτης, για τον λόγο ότι ο πλανηθείς ή εξαπατηθείς δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία, αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη-εφεσίβλητη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία επικαλέστηκε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι η επίδικη σύμβαση ασφάλισης σε κάθε περίπτωση είναι άκυρη, άλλως ακυρώσιμη, καθόσον, κατά το στάδιο σύναψης της, αυτή πλανήθηκε από τις ψευδείς δηλώσεις του αντισυμβαλλομένου της ασφαλισμένου, σχετικά με την κάλυψη του και από άλλες ασφαλιστικές εταιρίες για τον ίδιο κίνδυνο και ότι η πλάνη αυτή, που προκλήθηκε από την εξαπάτηση της, είναι τόσο ουσιώδης, ώστε αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση δεν θα επιχειρούσε την δικαιοπραξία και, ως εκ τούτου, απαλλάσσεται απ’ όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε με την κατάρτιση της.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός, είναι μη νόμιμος και σαν τέτοιος απορριπτέος, καθόσον, στην ένδικη σύμβαση ασφάλισης ατυχημάτων, η οποία διαμορφώθηκε ελεύθερα από τα μέρη ως σύμβαση ποσού, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμογή έχει μόνο η προαναφερόμενη ειδικότερη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του ν. 2496/1997 και όχι οι γενικότερες διατάξεις των άρθρων 140,141 και 147 του AK.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα με τo να απορρίψει τις προαναφερθείσες ενστάσεις της αναιρεσείουσας: α) περί απαλλαγής της από την υποχρέωση προς καταβολή του ασφαλίσματος και β) ακυρώσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως λόγω πλάνης και απάτης ως νόμω αβάσιμες, δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία την ως άνω διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του ν. 2496/1997 και με εσφαλμένη μη εφαρμογή της τόσο τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 εδάφ.
β’ του ίδιου νόμου, όσο και τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 147 ΑΚ. Τούτο γιατί, σύμφωνα με τις προκτεθείσες νομικές σκέψεις, αν η ασφάλιση κατά ατυχήματος έχει συμφωνηθεί ως ασφάλιση ποσού, όπως εν προκειμένω, και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε, η, προς απόκρουση της αγωγής του ασφαλισμένου, που επιδιώκει να εισπράξει το ασφάλισμα, προβαλλόμενη εκ του άρθρου 3 παρ.6 εδάφ.
β του ν. 2496/1997 ένσταση του ασφαλιστή περί απαλλαγής του από την υποχρέωση του αυτή για το λόγο ότι κατά τη σύναψη της ασφάλισης εκείνος του είχε, με δόλο, αποκρύψει την ύπαρξη και άλλων ασφαλίσεων κατά του ίδιου ατυχήματος, είναι νόμω αβάσιμη, αφού τέτοιο δικαίωμα ο νόμος δεν του παρέχει. Για τους ίδιους ως άνω λόγους, οι ρυθμίσεις του άρθρου 31 παρ. 2 εδάφ.
β’ ν. 2496/1997 που αναφέρονται στο ειδικό ζήτημα της πολλαπλής ασφάλισης αφηρημένου ποσού κατά του ίδιου κινδύνου και της παράλειψης ειδοποιήσεως του ασφαλιστή περί αυτού, ως ειδικότερες, υπερισχύουν και γι’ αυτό αποκλείουν την εφαρμογή των (γενικών) διατάξεων των άρθρων 140, 141 και 147 ΑΚ περί ακυρώσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως λόγω πλάνης ή απάτης του ασφαλιστή.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος αντίστοιχα λόγοι της αίτησης αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Έγγραφα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432-465 ΚΠολΔ χρησιμοποιούμενα ως αποδεικτικά μέσα έγγραφα, όχι δε και τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδια δίκης, όπως είναι οι προτάσεις των διαδίκων.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με τη συναχθείσα από τις προτάσεις της έμμεση ομολογία της για τη δυνατότητα του ενάγοντος-ασφαλισμένου να πληρώνει ενόψει των εισοδημάτων του τα ασφάλιστρα των πολλαπλών ασφαλίσεων που συνήψε, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεων της, ως εγγράφων, είναι απαράδεκτος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου - στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί του χρόνου καταρτίσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως-, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες για περιστατικά που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε αναφορικά με το χρόνο καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως ασφαλίσεως τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου προκύπτουν επαρκώς και χωρίς αντίφαση όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την κατάρτιση μίας συμβάσεως ασφαλίσεως σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 ν. 2496/1997, 185, 189 και 192 ΑΚ.
Συγκεκριμένα, αν και στην αρχή η προσβαλλόμενη απόφαση, αδόκιμα εκφραζόμενη, αναφέρει ότι η σύμβαση καταρτίστηκε το Δεκέμβριο 2015 με την αποστολή από τον ενάγοντα της σχετικής αιτήσεως, εν τούτοις στο τελικό της συμπέρασμα θεωρεί την αίτηση αυτή ως μέρος του προσυμβατικού σταδίου και καταλήγει στην ορθή παραδοχή, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα αιτιολογιών, ότι η ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως καταρτίστηκε την 22.3.2016 οπότε η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την πρόταση και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εξέδωσε το ασφαλιστήριο, προσδιορίζοντας μάλιστα σαφώς ότι η έναρξη της ασφάλισης ήταν από 20.2.2016 και η διάρκεια της 10ετής λήγουσα την 20.2.2016.
Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το ζήτημα του ακριβούς χρόνου καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως ασφαλίσεως (δεδομένου ότι η σύναψη της δεν αμφισβητείται) δεν έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της προκείμενης δίκης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αφού είτε γίνει δεκτό ότι καταρτίσθηκε το Δεκέμβριο 2015 οπότε προηγήθηκε η σύναψη από τον ενάγοντα άλλων δύο συμβάσεων ασφαλίσεως κατά του ίδιου ατυχήματος είτε την 22.3.2006 οπότε προηγήθηκε η σύναψη συνολικά 14 άλλων τέτοιων συμβάσεων, η έστω από δόλο απόκρυψη τους από τον ασφαλισμένο καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί στο κρίσιμο για την αγωγή ζήτημα της καταβολής του ασφαλίσματος, αφού δεν παρέχεται στον ασφαλιστή, σύμφωνα και με τις παρατιθέμενες στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως αιτιολογίες, ένσταση περί απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος ούτε περί ακυρώσεως της συμβάσεως λόγω πλάνης ή απάτης.
Επομένως, ο πέμπτος (κατά το πρώτο του σκέλος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, ως προς το ζήτημα του ακριβούς χρόνου καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως ασφαλίσεως (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις αμέσως πιο πάνω παρατιθέμενες διατάξεις του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. Επομένως αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος του δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο πέμπτος (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο κατ’ εκτίμηση αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ (και όχι αριθ. 19) για το λόγο ότι απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα της αναιρεσείουσας για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διακριβωθεί αν ο τραυματισμός και η αναπηρία του ενάγοντος προκλήθηκε (όχι από αυτοτραυματισμό λόγω αμέλειας αλλά) από δόλο με τη συνεργεία τρίτου προσώπου, είναι απαράδεκτος, ενόψει και του ότι δεν γίνεται επίκληση ούτε προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως παραδοχή ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης για την αντίληψη του ανωτέρω ζητήματος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (ο οποίος κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Φεβρουαρίου 2015 αίτηση της Ανώνυμης Ελληνικής Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΑΕ" για αναίρεση της 6041/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ