Legislator Case Law & Legislation
263/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on issuing uncashed checks and factoring contract disputes.

Case Number 263/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting the factoring company's claim. The appellant argued that the court erred in finding liability for issuing uncashed checks and in handling the factoring contract dispute. The court ruled that the lower court correctly applied civil liability principles and that the appeal arguments were unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 of the Civil Code; Article 79 of Law 5960/1933: Issuing an uncashed check constitutes a wrongful act creating civil liability, and the right to claim damages for this tort is independent of the right to enforce the check itself.

Keywords

AI generated
uncashed check liability civil tort damages factoring contracts appeal dismissal civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Article 79 of Law 5960/1933
Law 1325/1972
Articles 297, 298 of the Civil Code
Articles 281 of the Civil Code
Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 249 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 23/2007
Supreme Court 21167/2005
Supreme Court 2123/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 263 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 263/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδ0α, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ FACTORING ΑΕ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ" και διακριτικό τίτλο "ΠΕΙΡΑΙΩΣ FACTORING ΑΕ", με προηγούμενη επωνυμία MULTIFACTORING ΑΕ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ" η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παππά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21167/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2123/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-9-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 29-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής.

Από τη ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του ν. 5960/1933 και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει (Ολ.ΑΠ 23/2007). Για την θεμελίωση αυτή της αγωγής από αδικοπραξία αρκεί ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης - εναγόμενος εξέδωσε την επιταγή αυτή δόλια, δηλαδή ενώ εγνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα με την αξία της διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά τον χρόνο εκδόσεως και πληρωμής και ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπροθέσμως εντός προθεσμίας οκτώ ημερών.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 28, 29 εδ. α' και δ' και 79 του ν.5960/1933 προκύπτει ότι η επιταγή που φέρει μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως μπορεί να εμφανισθεί για πληρωμή οποτεδήποτε, μέσα στο χρονικό διάστημα που αρχίζει από την επομένη της ημέρας, κατά την οποία πράγματι εξεδόθη και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου, το οποίο αρχίζει από την επομένη της ημέρας που σημειώνεται επ' αυτής ως χρονολογία εκδόσεως της (ΑΠ 213/2003).

Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή είναι ευρύτερα τα χρονικά όρια μέσα στα οποία η επιταγή μπορεί να υπάρξει ως ακάλυπτη, ενώ έχει τη μεταχείριση της επιταγής ενόψει. Εξ άλλου, από το άρθρο 71 του ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση.

Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 218/2003, ΑΠ 29/2006). Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρία οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη τους προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τούτων.

Έτσι επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από το νόμιμο εκπρόσωπο της ΑΕ στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει τόσο τον νόμιμο εκπρόσωπο π9ου υπέγραψε την επιταγή εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρύσματος κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, όσο και το ίδιο το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 29/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση στην αγωγή της, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής προκύπτει, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΑΪΜ ΦΑΣΙΟΝ Ανώνυμη Εταιρία - Βιοτεχνία Ενδυμάτων" και εντός των πλαισίων των ανατιθεμένων σ' αυτόν καθηκόντων, εξέδωσε στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας, στη Θεσσαλονίκη, δύο μεταχρονολογημένες επιταγές και συγκεκριμένα την υπ'αριθμ. "......." της Τράπεζας Πειραιώς, με ημερομηνία εκδόσεως 30.4.2003, ποσού 95.000 ευρώ και την υπ'αριθμ. "......." επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, με ημερομηνία 31.12.2003, ποσού 146.735 ευρώ, σε διαταγή της και σε χρέωση του αναφερομένου λογαριασμού.

Ότι οι επιταγές εμφανίστηκαν από αυτήν εμπροθέσμως προς πληρωμή, την 6.5.2003, πλην όμως δεν πληρώθηκαν από την πληρώτρια Τράπεζα διότι δεν υπήρχαν σ' αυτήν διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή τους, ότι η έλλειψη αυτή βεβαιώθηκε από την Τράπεζα στα σώματα των επιταγών και ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος γνώριζε ότι δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή τους, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως των επιταγών όσο και κατά το χρόνο πληρωμής τους, προκάλεσε σ' αυτήν, με την έκδοση των ακαλύπτων επιταγών, ζημία ίση με το ποσό των 241.735 ευρώ (95.000 + 146.735).

Επομένως το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας αυτής λόγο έφεσης δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αγωγή αυτή και η προβαλλόμενη με τον πρώτο υπό στοιχ. α' και β' λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολ.Δικ. αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Δεν καθίσταται δε αόριστη η ένδικη αγωγή από το ότι ως εκ περισσού, χωρίς να αποτελεί στοιχείο για το νόμιμο και ορισμένο αυτής (αγωγής), αναγράφεται σε αυτή, καθ' υποφοράν προς απόκρουση ενδεχομένων ισχυρισμών του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ότι οι ένδικες τραπεζικές επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και δόθηκαν σε εγγύηση μέρους των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης κατά της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΑΪΜ ΦΑΣΙΟΝ ΑΕ", της οποίας ο αναιρεσείων ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, χωρίς να αναφέρεται και πότε, κατά ποία συμφωνία και υπό ποίες προϋποθέσεις - αιρέσεις θα μπορούσαν να εμφανισθούν προς πληρωμή.

Από το λόγο δε αυτό της εκ περισσού αναφοράς στην ένδικη αγωγή ότι οι επίδικες επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και δόθηκαν σε εγγύηση, δεν απαιτείτο για το νόμιμο και ορισμένο της ένδικης αγωγής η αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής της συμφωνίας παροχής εγγύησης, της τήρησης του τύπου που απαιτεί ο νόμος για τη σύσταση αυτής και των τυχόν προϋποθέσεων υπό τις οποίες τελούσε, κατά τη συμφωνία παροχής της εγγυήσεως, η εμφάνιση των επιταγών προς πληρωμή.

Όπως προεκτέθηκε, όταν στοιχειοθετείται το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, στοιχειοθετείται παράλληλα και η αναγκαία για την αστική ευθύνη από αδικοπραξία παράνομη και υπαίτια πράξη εκείνου που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή και έτσι γεννιέται η ευθύνη του για αποζημίωση του νόμιμου κομιστή της επιταγής με ποσό ίσο εκείνου της επιταγής.

Ωστόσο δεν αποκλείεται η απαλλαγή εκείνου που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή από την προαναφερόμενη αστική ευθύνη του έναντι του λήπτη και νόμιμου κομιστή της επιταγής, που ατελέσφορα την εμφάνισε προς πληρωμή, ή ο περιορισμός της εκτάσεως αυτής της ευθύνης με βάση τη μεταξύ τους υποκείμενη σχέση και κατόπιν συνδρομής του άρθρου 288 ΑΚ, περί υποχρεώσεως του δανειστή να απαιτήσει από τον οφειλέτη εκπλήρωση της παροχής όπως απαιτεί η συναλλακτική καλή πίστη, ή του άρθρου 281 ΑΚ, περί απαγορεύσεως της καταχρηστικής εκ μέρους του δανειστή ασκήσεως της απαιτήσεως του (ΑΠ 281/2003).

Εξάλλου, με τον όρο καταπιστευτική συναλλαγματική ή καταπιστευτική τραπεζική επιταγή εννοούνται οι περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες προσδιορίζεται μεν η νομική θέση του δικαιούχου του πιο πάνω πιστωτικού τίτλου, συγχρόνως όμως συνομολογείται ένα είδος pactum fiduciale, εξαιτίας του οποίου ο δικαιούχος αυτού, κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα ενασκήσει το από του τίτλου δικαίωμα του.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, παρέχεται ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία ο οφειλέτης, ως ενιστάμενος, οφείλει να αποκαλύψει. Στην κατηγορία της πιο πάνω ενστάσεως υπάγονται εκτός των άλλων και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση, ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ως πράκτορα, και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΑΙΜ ΦΑΣΙΟΝ Ανώνυμη Εταιρία - Βιοτεχνία Ενδυμάτων" και το διακριτικό τίτλο "ΤΙΜΕ FΑSΗΙΟΝ SΑ", που εδρεύει στη ΒΙ.ΠΕ.

Ν. Ραιδεστού Θέρμης, ως προμηθευτή, νομίμως εκπροσωπούμενης από τον αναιρεσείοντα ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής καταρτίστηκε: α) στις 20-10-1999 η υπ' αριθμ..... σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, χωρίς δικαίωμα αναγωγής και στις 29-11-1999 υπεγράφη μεταξύ των ιδίων η πρόσθετη πράξη της ως άνω συμβάσεως.

Η σύμβαση αυτή λύθηκε στις 27-10-2000 και την 3-4-2000 υπεγράφη μεταξύ των προαναφερομένων η υπ' αριθμ. .... σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, χωρίς δικαίωμα αναγωγής, ακολούθως δε στις 27-10-2000 υπεγράφη η πρώτη πρόσθετη πράξη, ενώ στις 25-1-2002 η δεύτερη υπ' αριθμ....... πρόσθετη πράξη αυτής. β) στις 29-11-1999 υπεγράφη μεταξύ των ιδίων η υπ' αριθμ. ...

σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, με δικαίωμα αναγωγής, ακολούθως στις 29-11-1999 υπεγράφη η πρόσθετη πράξη αυτής. Οι συμβάσεις αυτές λύθηκαν στις 27-10-2000 και στις 3-4-2000 υπεγράφη μεταξύ τους η υπ' αριθμ. ... σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, με δικαίωμα αναγωγής, ακολούθως δε στις 25-1-2002 υπεγράφη η υπ' αριθμ. ....

πρώτη πρόσθετη πράξη και στις 7-11-2002 η δεύτερη υπ' αριθμ. ..... πρόσθετη πράξη αυτής. Ο αναιρεσείων ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος, ήτοι ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ως άνω εταιρίας και εντός των πλαισίων των ανατιθεμένων σ' αυτόν καθηκόντων του, εξέδωσε στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας αυτής, στη ...., δυο μεταχρονολογημένες επιταγές.

Συγκεκριμένα, την υπ' αριθμ. ...... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, με ημερομηνία εκδόσεως 30-4-2003, ποσού 95.000 ευρώ και την υπ' αριθμ. ...... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, με ημερομηνία 31-12-2003, ποσού 146.735 ευρώ, σε διαταγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης (και οι δύο) και σε χρέωση του υπ' αριθμ. ..... λογαριασμού της εν λόγω εταιρίας, που τηρούσε στην πληρώτρια τράπεζα.

Πραγματικός χρόνος εκδόσεως των επιταγών ήταν ο Σεπτέμβριος του 2002. Οι επιταγές αυτές, κατά τη συμφωνία των μερών, δόθηκαν ως εγγύηση για την εκτέλεση των όρων των ως άνω συμβάσεων πρακτορείας, που καταρτίστηκαν μεταξύ των ως άνω εταιριών. Ειδικότερα, η πρώτη (υπ' αριθμ. ..... ) δόθηκε ως εγγύηση της υπ' αριθμ. .......

συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, χωρίς δικαίωμα αναγωγής και των πρόσθετων πράξεων αυτής και η δεύτερη (υπ' αριθμ. ....) δόθηκε ως εγγύηση της υπ' αριθμ. ...... συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, με δικαίωμα αναγωγής και των πρόσθετων πράξεων αυτής. Η αναιρεσίβλητη με τις από 30-6-2003 εξώδικες δηλώσεις της, που επιδόθηκαν νόμιμα στην ως άνω εταιρία στις 4-7-2003, επικαλούμενη σπουδαίους λόγους, κατήγγειλε τις ως άνω συμβάσεις πρακτορείας και τις πρόσθετες αυτών πράξεις.

Επίσης, στις 6-5-2003 εμφάνισε εμπροθέσμως τις ως άνω επιταγές στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως αυτές δεν πληρώθηκαν διότι δεν υπήρχαν σ' αυτήν διαθέσιμα κεφάλαια, για την πληρωμή τους, η έλλειψη δε αυτή βεβαιώθηκε από· την :τράπεζα στα σώματα των επιταγών. Ο αναιρεσείων προέβαλε τον ισχυρισμό (ένσταση) ότι ουδέποτε εκπληρώθηκε ο ειδικότερος πρόσθετος όρος της συμφωνίας των μερών προκειμένου να ενεργοποιηθεί η σύμβαση εγγυήσεως της καλής και εμπρόθεσμης εκτελέσεως των ως άνω συμβάσεων πρακτορείας, δηλαδή ότι ουδέποτε πραγματοποιήθηκε κάποιος κίνδυνος, όπως ότι προέκυψε πρόβλημα ταμειακής ρευστότητας της εταιρίας "ΤΙΜΕ FASHIΟΝ ΑΕ", καθώς και ότι οι συμβάσεις δεν εξελίσσονταν ομαλά και συνεπώς, η αναιρεσίβλητη δεν είχε δικαίωμα να προχωρήσει στην εμφάνιση και σφράγιση των επιταγών.

Όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα της ενστάσεως του και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, ο αναιρεσείων γνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο ως άνω λογαριασμό, τόσο κατά το χρόνο της πραγματικής εκδόσεως των ως άνω επιταγών, όσο και κατά το χρόνο της εμφανίσεως αυτών προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα.

Αποτέλεσμα της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντα ήταν να υποστεί η αναιρεσίβλητη ισόποση με το ποσό των επιταγών περιουσιακή ζημία, την οποία ο αναιρεσείων είναι υπόχρεος να αποκαταστήσει. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι ελλείπει το στοιχείο της υπαιτιότητας, για το λόγο ότι έπρεπε να προηγηθεί η ενημέρωση του από την αναιρεσίβλητη για το επικείμενο κλείσιμο των λογαριασμών και στη συνέχεια να προχωρήσει αυτή στη σφράγιση των επιταγών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η τελευταία, σύμφωνα με τις ως άνω συμβάσεις, δεν είχε τέτοια υποχρέωση.

Ούτε εξάλλου το γεγονός ότι η υπ' αριθμ....... πρώτη σύμβαση, λειτούργησε χωρίς δικαίωμα αναγωγής, καθιστά καταχρηστική την άσκηση του ως άνω δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να προχωρήσει στην εμφάνιση και σφράγιση της πρώτης επιταγής. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 79 Ν.5960/1933, αφού συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφού προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων. Δεν αναφέρονται δε σε τέτοια αναγκαία περιστατικά οι προβαλλόμενες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ως ελλείψεις σχετικές α) με το ποιες είναι οι συνέπειες των όρων "χωρίς δικαίωμα αναγωγής" και "με δικαίωμα αναγωγής", αφού οι ρήτρες αυτές αναφέρονται στις επίδικες συμβάσεις Factoring και ισχύουν μόνο για τις συμβάσεις αυτές και όχι για την ένδικη αγωγή, η οποία έχει στήριγμα τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 79 Ν.5960/1933, με συνέπεια να μην έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 487 ΑΚ, αφού δεν συντρέχει περίπτωση πλειόνων συνοφειλετών, καταβολής ολοκλήρου του χρέους από έναν από αυτούς και αδυναμία του να εισπράξει από κάποιον άλλο συνοφειλέτη το πέραν της αναλογίας του στο καταβληθέν ποσό, β) ποιές πρόσθετες πράξεις των συμβάσεων Factoring υπογράφηκαν μετά την έκδοση των επίδικων επιταγών, αφού οι πρόσθετες αυτές πράξεις δεν ασκούν καμιά έννομη επιρροή στην ευθύνη του αναιρεσείοντα από αδικοπραξία, γ) τη μη αναφορά του σπουδαίου λόγου καταγγελίας των συμβάσεων Factoring, αφού δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της καταγγελίας των συμβάσεων αυτών και της από αδικοπραξία ευθύνης του αναιρεσείοντα, δ) το ασυμβίβαστο της ιδιότητας των επίδικων επιταγών ως καταπιστωτικών και μεταχρονολογημένων με την εμπρόθεσμη εμφάνιση αυτών προς πληρωμή και τη μεταγενέστερη του χρόνου εμφάνισης αυτών προς πληρωμή καταγγελία των επίδικων συμβάσεων, αφού για το εμπρόθεσμο της εμφάνισης αυτών προς πληρωμή, αρκεί κατ' άρθρο 29 παρ. 1 και 4 Ν.5960/1933, η εμφάνιση τούτων εντός οκτώ ημερών από την ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτές (επιταγές) ως ημέρα έκδοσής τους, ε) για την μη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του σπουδαίου λόγου καταγγελίας των επιδίκων συμβάσεων πρακτορείας, αφού η ένδικη αγωγή δεν έχει βάση τις συμβάσεις αυτές, αλλά την αδικαιοπραξία και στ) για την έλλειψη υπαιτιότητας του αναιρεσείοντα από το λόγο ότι δεν προηγήθηκε ενημέρωσή του για το επικείμενο κλείσιμο των λογαριασμών του, αφού δεν προβλέπεται από το νόμο, ούτε αποδείχθηκε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου τέτοια συμφωνία με την αναιρεσίβλητη.

Δεν απαιτείτο δε ιδιαίτερη συμφωνία με τις συμβάσεις αυτές ότι η αναιρεσίβλητη θα μπορούσε ανά πάντα χρόνο να εμφανίσει τις επίδικες επιταγές προς πληρωμή, αφού τούτο ορίζεται από τα άρθρα 28 επ. Ν.5960/1933. Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολ.Δικ. δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ενώ εξ άλλου δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ το Εφετείο με την απόρριψη της ένστασης του αναιρεσείοντα για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης α) λόγω λειτουργίας των επίδικων συμβάσεων Factoring χωρίς δικαίωμα αναγωγής, β) έλλειψη υπαιτιότητάς του για τη μη ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων κατά την εμφάνιση των επίδικων επιταγών προς πληρωμή και γ) μη ενημέρωσης του αναιρεσείοντα για το ότι επρόκειτο η αναιρεσίβλητη να προβεί στην καταγγελία των προαναφερομένων συμβάσεων Factoring και να απαιτήσει την πληρωμή των ένδικων επιταγών, εν όψει μάλιστα της έλλειψης νόμιμης επιρροής της ρήτρας, χωρίς δικαίωμα αναγωγής, στην κρινόμενη υπόθεση και των παραδοχών του Εφετείου για μη ύπαρξη υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης για τέτοια ενημέρωση και υπαιτιότητα του αναιρεσείοντα για τη μη ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων.

Επομένως οι προβαλλόμενες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολ.Δικ. αιτιάσεις α) για παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ με την απόρριψη από το Εφετείο ως αβάσιμης της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης με βάση τα προαναφερόμενα περιστατικά και β) για αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της ενστάσεως αυτής, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.

Η κατ' άρθρο 249 ΚΠολ.Δικ. αναστολή της δίκης για το λόγο ότι η διάγνωση της διαφοράς, ολικά ή εν μέρει εξαρτάται από την ύπαρξη μιας έννομης σχέσης, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς, αφήνεται εις την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται εις τον αναιρετικό έλεγχο. Ενώ εξ άλλου το περί αναστολής αίτημα και τα προς υποστήριξή του επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν "ζήτημα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολ.Δικ..

Επομένως η προβαλλόμενη με τον τρίτο υπό στοιχ. β' από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολ.Δικ. λόγο αναίρεσης αιτίαση για απόρριψη χωρίς επαρκή αιτιολογία του αιτήματος του αναιρεσείοντα για αναστολή της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί των αγωγών που ασκήθηκαν από την αναιρεσίβλητη κατά της εταιρίας "ΤΑΪΜ ΦΑΣΙΟΝ Α.Ε." για καταβολή 173.554,70 και 140.169,83 ευρώ ως τελικό χρεωστικό υπόλοιπο των αντίστοιχων αλληλόχρεων λογαριασμών που τηρήθηκαν με βάση τις με αριθ. ...

και ..... συμβάσεις πρακτορείας εμπορικών απαιτήσεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού ο από την παραπάνω διάταξη ΚΠολ.Δικ. λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται κατά τα προεκτιθέμενα, στις περιπτώσεις επουσιωδών ισχυρισμών και αιτημάτων, όπως είναι και το παραπάνω αίτημα αναστολής της δίκης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 25 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση του Χ1 για την αναίρεση της υπ' αριθ. 2123/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ