Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim under Article 281 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the High Court of Kavala, which rejected the appellant's property ownership claim. The High Court found the appellant's exercise of rights abusive because he had previously acted to induce the respondent to believe ownership was transferred, yet later attempted to reclaim the property without paying the agreed sum. The Court upheld this decision, ruling that the appellant's conduct violated good faith and social purpose under Article 281 of the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticle 281 of the Civil Code; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: The exercise of a right is abusive if it clearly exceeds the limits imposed by good faith, social ethics, or the economic/social purpose of the right, requiring proof of prior conduct creating a legitimate expectation of non-exercise.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 263 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 263/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βλάχο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κοϊμτζίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 331/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 6-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (OλΑΠ 17/1995).
Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, καταχρηστική δε άσκηση του δικαιώματος υφίσταται όχι μόνο στην περίπτωση αδράνειας του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, η οποία, εάν συνοδεύεται και από άλλες περιστάσεις, μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστικότητας υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος (OλΑΠ 7/2002), αλλά και στην περίπτωση που η μεταβολή της προηγούμενης συμπεριφοράς του δικαιούχου, που είχε δημιουργήσει στον προσβολέα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει αυτός το δικαίωμά του και είχε συντελέσει στην ενέργεια πράξεων από εκείνον που αποκρούει το δικαίωμα και στη δημιουργία ορισμένης πραγματικής κατάστασης, είναι αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη, η λόγω δε της μεταβολής της συμπεριφοράς αυτής άσκηση του δικαιώματος, επιφέρει ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε, με επαχθείς, αν και όχι κατ' ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, να παρίσταται επιβεβλημένη η θυσία του.
Εξάλλου, σε περίπτωση που δικάστηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας.
Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20, που όμως δεν επιτρέπεται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας δέχτηκε, ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα σε αυτήν αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων είναι κύριος του περιγραφόμενου σε αυτήν ακινήτου, εμβαδού 335 τ.μέτρων, που βρίσκεται στο συνοικισμό ... , αποτελεί τμήμα οικοπεδικού κλήρου επιφάνειας 803 τ.μέτρων και ανατολικά συνορεύει με οικόπεδο του εναγομένου.
Με βάση την ... οικοδομική άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας Καβάλας, ο εναγόμενος προέβη στην ανέγερση διώροφης οικοδομής στο δικό του ακίνητο. Το καλοκαίρι του έτους 1998 και ενώ οι οικοδομικές εργασίες της εν λόγω οικοδομής είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, ζήτησε από τον ενάγοντα να του πωλήσει τμήμα του ως άνω οικοπέδου του.
Κατόπιν τούτων, έλαβε χώρα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση άτυπης πώλησης, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων μεταβίβασε στον εναγόμενο την επίδικη εδαφολωρίδα, που αποτελεί τμήμα του οικοπέδου του, επιφάνειας 22,72 τ.μέτρων, έναντι τιμήματος 1.250.000 δραχμών, μέρος του οποίου, ποσού 500.000 δραχμών, καταβλήθηκε από τον τελευταίο στις 16-8-1999 ως προκαταβολή.
Έκτοτε δε, ο εναγόμενος, έχοντας τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι έγινε κύριος του οικοπεδικού αυτού τμήματος, κατασκεύασε σε αυτό, σε πλάτος 0,50 μέτρων, τοιχίο από μπετόν ύψους 2 μέτρων και ακολούθως σε τμήμα αυτού τοποθέτησε μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος και ύδατος. Μάλιστα η ως άνω κατασκευή βρήκε σύμφωνο και τον ίδιο τον ενάγοντα, διότι με αυτόν τον τρόπο θα επιτυγχανόταν η αντιστήριξη και της δικής του οικίας, η οποία ήταν ετοιμόρροπη λόγω της παλαιότητάς της.
Μετά την αποπεράτωση, όμως, του ως άνω τοιχίου, και αφού είχε ήδη παρέλθει αρκετό χρονικό διάστημα, ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο να προβεί στην άρση της εν λόγω κατασκευής, διότι η μεταξύ τους σύμβαση δεν ήταν νόμιμη, καθώς θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη κατάτμηση του κλήρου. Ωστόσο, δεν απέδωσε στον τελευταίο την παραπάνω προκαταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος, παρά μόνο λίγες ημέρες μετά την κατάθεση του δικογράφου της έφεσής του (της από 22-7-2004 έφεσής του κατά της 331/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καβάλας, με την οποία είχε απορριφθεί η διεκδικητική της κυριότητας του επιδίκου αγωγή του, κατ' αποδοχή ως βάσιμης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του να διεκδικήσει το τμήμα αυτό ακινήτου).
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε, ότι η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος να διεκδικήσει το τμήμα αυτό του ακινήτου του, είναι καταχρηστική, ότι, δηλαδή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος του αυτού, διότι, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, α) ο εναγόμενος, ύστερα από την άτυπη πώληση του επιδίκου σε αυτόν από τον ενάγοντα, την καταβολή εκ μέρους του σημαντικού μέρους του τιμήματος, καθώς και τη σχετική έγκριση του τελευταίου, πίστευε δικαιολογημένα ότι είχε αποκτήσει, έστω και άτυπα, την κυριότητα του επιδίκου, με την έννοια προδήλως ότι ο ενάγων δεν θα ασκούσε εναντίον του τα από την κυριότητά του δικαιώματά του στο τμήμα αυτό ακινήτου και β) η μεταβολή της στάσης του ενάγοντος, μετά την πραγματοποίηση της ανωτέρω κατασκευής, χωρίς μάλιστα να προηγηθεί η απόδοση του προκαταβληθέντος ποσού των 500.000 δραχμών, επιχειρεί την ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης που διαμορφώθηκε κάτω από αυτές τις συνθήκες, η οποία επιφέρει δυσμενείς συνέπειες για τα συμφέροντα του εναγομένου.
Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η διεκδικητική της κυριότητας του επίδικου τμήματος ακινήτου αγωγή αυτού, διότι είχε κριθεί βάσιμη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του αυτού, την οποία είχε προβάλει πρωτοδίκως ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Ειδικότερα, με το να μην απαιτήσει πέραν από την προεκτιθέμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ενάγοντος και μακρά αυτού αδράνεια ως προς την άσκηση των από την κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο δικαιωμάτων του, δεν αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτεί η διάταξη αυτή για την εφαρμογή της και ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης της συναγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-4-2005 αίτηση του .... για αναίρεση της 54/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ