Legislator Case Law & Legislation
263/2006 AI generated

Supreme Court dismisses vague appeal arguments while allowing abuse of right claim for remand.

Case Number 263/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the first part of the appeal regarding the employer's claim of excessive financial burden as it was too vague to be substantiated. While the employer argued that paying the employee's child allowance would bankrupt the company, the court found this assertion lacked specific factual details required by law. Consequently, the court rejected the vagueness argument but accepted the separate claim of abuse of right, ordering a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) & Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument based on excessive financial burden is inadmissible if vague, whereas a claim of abuse of right based on multiple distinct factual circumstances constitutes a valid ground for remand.

Keywords

AI generated
vague appeal argument abuse of right excessive financial burden remand for retrial Code of Civil Procedure labor dispute child allowance

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 216(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 263 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 263/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης : Θ. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Ιουνίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1304/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 2061/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Σεπτεμβρίου 2003 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος Περίδης διάβασε την από 10 Μαΐου 2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Δημητρίου Λοβέρδου, ο οποίος κωλύεται να μετάσχει στη σημερινή συνεδρίαση, σύμφωνα με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του και να απορριφθεί ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης στο σύνολό της, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, ο οποίος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου, προϋποθέτει διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφαση που α) απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή β) δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση κατ' ουσίαν.

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν η αγωγή ή η ένσταση απορρίπτεται ως αόριστη κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔικ λόγω ασαφούς έκθεσης των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο. Εξάλλου, όταν η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔικ.

Στην προκείμενη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι: α) με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη, που απασχολείτο στην αναιρεσείουσα ως διοικητική υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αξίωσε να της καταβληθεί το επίδομα για τα δύο ανήλικα τέκνα της, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-94 μέχρι 30-4-99, το οποίο η αναιρεσείουσα δεν της κατέβαλε ως εκ του ότι τούτο κατεβάλλετο στον εργαζόμενο σύζυγό της.

β) η αναιρεσείουσα προέβαλε παραδεκτά την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, ισχυρισθείσα ειδικότερα: 1) ότι το επίδομα τέκνων λάμβανε ο σύζυγος της αναιρεσίβλητης, μετά από έγγραφη δήλωση που εκείνος υπέβαλε από κοινού μ' αυτή. 2) ότι η αναιρεσίβλητη επί σειρά ετών δεν διαμαρτυρήθηκε για τη μη λήψη και από την ίδια του εν λόγω επιδόματος. 3) ότι η αδράνεια της αναιρεσίβλητης προκάλεσε στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι αυτή δεν διατηρεί καμιά αξίωση για επίδομα τέκνων και 4) ότι με την παραδοχή της ένδικης αγωγής και πολλών άλλων όμοιων που ασκήθηκαν ή πρόκειται να ασκηθούν στο μέλλον από το προσωπικό της, θα προκληθεί σ' αυτή δυσβάστακτη οικονομική επιβάρυνση και σοβαρός κλονισμός του προϋπολογισμού της, ενόψει του ότι διέρχεται περίοδο εξυγίανσης, μετά τους νόμους 2271/1994 και 2602/1998, με προφανείς τις εντεύθεν καταστροφικές συνέπειες και την πλήρη αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβίωσης της εταιρείας.

Ειδικότερα, μέχρι 31-12-1998 υφίστατο συσσωρευμένο έλλειμμα 65.154675048 δρχ., η μηνιαία επιβάρυνση εκ της τυχόν αμετάκλητης επιδίκασης της επίδικης παροχής, με βάση τις εκκρεμείς αγωγές και αυτές που πρόκειται να ασκηθούν στο μέλλον από το προσωπικό της, που έχει τις αντίστοιχες προϋποθέσεις, ανέρχεται σε 11.500.000δρχ., η ετήσια σε 161.000.000 δρχ.

και η συνολική, με επίδικη περίοδο επτά (7) ετών από το έτος 1994, σε 1.127.000.000 δρχ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση αυτή ως αόριστη, διότι δεν αναφέρονται ο αριθμός των αγωγών που έχουν ασκηθεί, η αναμενόμενη επιβάρυνση από την ευδοκίμηση αυτών ή και εκείνων που πρόκειται να ασκηθούν σε σχέση και με τον αριθμό τον υπαλλήλων που έχουν τις σχετικές προϋποθέσεις και έχουν ασκήσει ή πρόκειται να ασκήσουν όμοια αγωγή, ώστε να προκύπτει η ως άνω μηνιαία και συνολική επιβάρυνση της αναιρεσείουσας, ως κρίσιμο μέγεθος περί την ύπαρξη των επαχθών εις βάρος της οικονομικών συνεπειών.

Έτσι όμως δεν έλαβε υπόψη τους ως άνω αναφερόμενους και νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς θεμελίωση της ένστασής της, αναφορικά και με τα προσδιοριστικά στοιχεία της οικονομικής της επιβάρυνσης από την καταβολή του επιδόματος τέκνων στο προσωπικό, που έχει τις προς τούτο προϋποθέσεις, ο αριθμός του οποίου όπως και η κατάσταση αποδοχών και η οικογενειακή του κατάσταση προκύπτουν από τα στοιχεία που τηρούνται στις οργανωμένες υπηρεσίες της και παρά το νόμο δέχθηκε ακυρότητα λόγω αοριστίας της ως άνω ενστάσεως.

Γι' αυτό ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ενώ κατά το δεύτερο μέρος του, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 (κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου) ΚΠολΔικ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, αναιρεθεί η απόφαση, παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.

Ένα μέλος του δικαστηρίου, ο αντιπρόεδρος Χρ. Μπαλντάς έχει την εξής γνώμη: Κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο ως προς τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για την καταβολή σε αυτήν επιδόματος τέκνων, αυτή (αναιρεσείουσα) προέβαλε εκτός άλλων ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και σε σχέση με την επιβληθείσα δυσβάστακτη οικονομική της επιβάρυνση και τον κλονισμό του προϋπολογισμού της από την ικανοποίηση της αξιώσεως της αντιδίκου της, ότι εκ της καταβολής του εν λόγω επιδόματος σε όλο το θήλυ προσωπικό της, που έχει ομοειδείς απαιτήσεις και που άσκησε ή μετά βεβαιότητος θα ασκήσει σχετικές αγωγές η επιβάρυνσή της θα ανέλθει στο ποσόν των 11.500.000 δραχμών μηνιαίως, των 161.000.000 δρχ.

ετησίως και του 1.127.000.000 για μία επταετία, ότι ο προϋπολογισμός της είναι ήδη ελλειμματικός και μάλιστα διανύει περιόδους εξυγίανσης μετά τους νόμους 2271/94 και 2608/198. Ο ισχυρισμός αυτός, κατά το μέρος τούτο, όπως φέρεται με το αναιρετήριο ότι προβλήθηκε, είναι πράγματι αόριστος. Τούτο διότι δεν διαλαμβάνονται σε αυτόν (ισχυρισμό) συγκεκριμένα, για δυσβάστακτες από την ικανοποίηση της αξιώσεως της αναιρεσιβλήτου, πραγματικά περιστατικά, όπως η λεπτομερής οικονομική της αναιρεσείουσας κατάσταση, δηλαδή το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων, το σύνολο των ετησίων και της επταετίας εσόδων και εξόδων (εισπράξεων, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων), το βαθμό μέχρι του οποίου επηρεάζεται η κατάστασή της (περιουσιακή) αυτή από την ικανοποίηση των αξιώσεων της αντιδίκου της, όπως και τα αίτια της δυσμενούς πορείας των οικονομικών της, επιπλέον δε δεν προσδιορίζονται αναλυτικά οι τυχόν αξιώσεις των λοιπών εργαζομένων.

Συνεπώς το Εφετείο ορθά απέρριψε ως αόριστο κατά το εν λόγω μέρος, το ληφθέντα υπόψη ισχυρισμόν αυτόν της αναιρεσειούσης και επομένως έπρεπε ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο άνω λόγος αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2061/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων είκοσι (720) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ