Supreme Court dismisses appeal against bank contract termination due to lack of procedural grounds and unclear burden of proof arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Thaltriton Ltd against the Third Instance Court's decision terminating a bank account contract. The appellants argued the termination was invalid due to unauthorized representatives and failed to prove the debt was unliquidated. The court rejected these claims as they relied on substantive law violations rather than procedural errors and were deemed too vague to warrant re-examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it relies on substantive law violations instead of procedural defects, or if the contested claim is rejected as vague and thus never subjected to evidentiary examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 262 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 262 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "ΘΑΛΤΡΙΤΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΑ - THALTRITON LTD FROZEN PRODUCTS", που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται και 2) Κ. Π. του Π. , κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευφροσύνη Εικοσιπεντίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α. Ε". και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και το διακριτικό τίτλο "doValue Greece", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής, ως μη δικαιούχου και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "CAIRO No. 3 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" (CAIRO No 3) που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, η οποία κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενης, καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.", λόγω διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της πρώτης (Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία) τραπεζικής εταιρείας. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Τσιμπληνίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ειρήνη Αλαχούζου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2016 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1644/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2875/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 08-04-2024 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της δεύτερης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2875/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 14.11.2016 ανακοπή τους, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν την ακύρωση της με αριθμό .../2016 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή-ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία 'Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταρεία', στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος αυτής η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία 'Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία', εις ολόκληρον έκαστος, 322.682,36 ευρώ ως κατάλοιπο πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό Η ανακοπή απορρίφθηκε με την με αριθμό 1644/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοοντες άσκησαν την από 15.4.2019 έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών , η δε ήδη δευτέρα αναιρεσίβλητη , επικαλούμενη έννομο συμφέρον ως νόμιμη διαχειρίστρια και εκπρόσωπος των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία, 'CAIRO NO 3 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY' της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία 'Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταρεία', άσκησε υπέρ αυτής με το από 2.10.2020 ιδιαίτερο δικόγραφο το πρώτον ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Η ανωτέρω έφεση και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση συνεκδικάσθηκαν και εξεδόθη η με αριθμό 2875/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση και έκανε δεκτή την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση [ΑΠ 83/2023].
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΟλΑΠ 27/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να αναφέρεται στο αναιρετήριο η ουσιαστική δικαίου διάταξη, και μάλιστα ενάριθμα, η οποία παραβιάστηκε , οι παραδοχές της προσβαλλόμενης και το αποδιδόμενο σ' αυτήν νομικό σφάλμα, και επομένως ο ανωτέρω λόγος κατά το πρώτο του σκέλος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
3. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 1037/2023, ΑΠ 96, 251 και 1027/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης , αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενοι ότι το Εφετείο, χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ότι εγκύρως καταγγέλθηκε η ένδικη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν του όλα τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, που αφορούν στην εγκυρότητα της καταγγελίας του επίδικου αλληλόχρεου λογαριασμού. Επομένως, ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος.
4. Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 14/2022). Για το ορισμένο δε του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης , απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων, ότι ο αποτελών "πράγμα" ισχυρισμός, είχε προταθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε νομότυπα (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό (Α.Π. 1439/2019, Α.Π. 1199/2018].
Ο, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003].
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης μέμφονται την προσβαλλόμενη για την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό περί της ακυρότητας της καταγγελίας του επίδικου αλληλόχρεου λογαριασμού. Ο ανωτέρω λόγος πρωτίστως είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ' ουσίαν.
5. Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κλπ) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν κήρυξε την ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αυτή κατά παράβαση του άρθρου 232 ΑΚ επιχειρήθηκε από αντιπροσώπους της τράπεζας που δεν είχαν εξουσία αντιπροσώπευσής της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται παραβίαση όχι διάταξης δικονομικού δικαίου, αλλά την από το άρθρο 232 ΑΚ ουσιαστικού δικαίου
6. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται αν ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αόριστος [ΑΠ 954/1996].
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια , με την αιτίαση ότι το Εφετείο, που απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό τους περί ανεκκαθάριστου της απαίτησης της τράπεζας, εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης αυτού [ισχυρισμού] μεταθέτοντας σε αυτούς το βάρος απόδειξης του βεβαίου και εκκαθαρισμένου της απαίτησης της τράπεζας. Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον σύμφωνα και με τα αναγραφόμενα στο αναιρετήριο, αλλά και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, ο ισχυρισμός των ανακοπτόντων ήδη αναιρεσειόντων περί του ανεκκαθάριστου της απαίτησης της τράπεζας, είχε απορριφθεί ως αόριστος από το Εφετείο, και δεν εξετάστηκε στην ουσία του, οπότε δεν ετέθη θέμα απόδειξής του και επομένως και θέμα περί του ποίος θα βαρυνθεί με την απόδειξή του.
7. Ελλείποντος άλλου λόγου αναίρεσης προς διερεύνηση η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να εισαχθεί το παράβολο που κατετέθη από τους αναιρεσείοντος στο δημόσια ταμείο [άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, που ηττήθηκαν στη δίκη, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου και κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο αυτών αίτημα, όπως ειδικότερα ορίζεται [άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ 2 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.4.2024 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2875/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ