Legislator Case Law & Legislation
262/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to insufficient grounds and lack of legal basis for the appeal request.

Case Number 262/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company against a final judgment of the Larissa Court of Appeal. The appellants argued that the lower court failed to properly examine specific grounds for dissolution, but the court found the appeal inadmissible because the grounds cited in the appeal were incomplete and selective compared to the original petition. Consequently, the court ruled that the appeal was legally unfounded and ordered the appellant to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 14 and 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds cited are insufficient to allow for a review, and the appeal is rejected as unfounded if the substantive grounds were adequately presented in the original petition.

Keywords

AI generated
insufficient appeal grounds inadmissible appeal unfounded appeal dissolution of company court costs Code of Civil Procedure review of final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 568 para. 2-4 of the Code of Civil Procedure
Article 48 para. 2 of Law 2190/1920
Article 739 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure
Article 47 of Law 2190/1920
Article 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 262 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 262/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... της Παλαιάς Εθνικής Οδού Λάρισας - Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Πουρνάρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Σ., κατοίκου ... Λάρισας και 2) Γ. Α., κατοίκου Λάρισας, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2016 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2017 μη οριστική και 1/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-5-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 28-5-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 43/2020 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 48 παρ.2 του Ν. 2190/1920 και 739 επ, ΚπολΔ), έχει προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από τις υπ' αρ. 8446 Β' και 847 Β'/19-7-2020 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λάρισας, την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα αυτής επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα τους αναιρεσίβλητους.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον η, επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αναιρεσείουσα.

Επομένως, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία τους. Η κρινόμενη από 28-5-2020 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 16/2020) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 43/2020 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής και, συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Ας σημειωθεί εδώ ότι από τις διατάξεις του άρθρου 47α του ν. 2190/1920, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 72 εδ. β', 748 ΑΚ, 73 και 286 εδ. α' ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η λύση της ανώνυμης εταιρίας για οποιοδήποτε λόγο δεν θίγει την ικανότητα αυτής να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και της έννομης σχέσης της δίκης, δεδομένου ότι η εταιρία εξακολουθεί να διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα για τις ανάγκες της εκκαθάρισης και εκπροσωπείται, πλέον, από τους εκκαθαριστές της.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, η οποία είναι υπό εκκαθάριση ανώνυμη εταιρία, λογίζεται υφιστάμενη για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, μπορεί να ενάγει και να ενάγεται, να ασκεί ένδικα μέσα και να παρίσταται στο δικαστήριο με την εταιρική της επωνυμία, εκπροσωπούμενη από τους εκκαθαριστές της, οι οποίοι διορίζουν με σχετικό πληρεξούσιο και το δικηγόρο που θα παρασταθεί για την εταιρία ενώπιον του δικαστηρίου (βλ.

το με αριθμό 1655/3-6-2020 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Δ., με το οποίο ο διορισθείς με την υπ' αριθμ. 1/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ως εκκαθαριστής της αναιρεσείουσας εταιρείας, διόρισε, μεταξύ άλλων πληρεξουσίων δικηγόρων, και τον δικηγόρο Ευάγγελο Πουρνάρα να την εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 1 του Ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του Ν. 3600/2007, η εταιρεία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον εάν: α) κατά τη σύσταση της εταιρείας δεν καταβλήθηκε το κεφάλαιο που ήταν καταβλητέο, ολικά ή μερικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και του καταστατικού, β) η εταιρεία δεν έχει το ελάχιστο κεφάλαιο που ορίζεται κάθε φορά από το νόμο, γ) το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας, όπως προσδιορίζονται στο υπόδειγμα του ισολογισμού που προβλέπεται από το άρθρο 42 γ, καταστεί κατώτερο του ενός δεκάτου (1/10) του μετοχικού κεφαλαίου και η γενική συνέλευση δεν λαμβάνει μέτρα κατά το άρθρο 47, δ) η εταιρεία δεν έχει υποβάλει, προς καταχώριση, οικονομικές καταστάσεις τριών (3) τουλάχιστον συνεχών διαχειριστικών χρήσεων, εγκεκριμένες από τη γενική συνέλευση.

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι έννομο συμφέρον για τη λύση εταιρίας έχουν σε κάθε περίπτωση οι μέτοχοι της ανώνυμης εταιρίας, όπως και κάθε πρόσωπο που εξυπηρετείται από τη λύση της εταιρίας. Έννομο συμφέρον, άλλωστε, πάντα υφίσταται, όταν η δικαστική προστασία είναι ικανή να κατοχυρώσει τα δικαιώματα του αιτούντος.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει ο έχων άμεσο έννομο συμφέρον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικώς νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία εκείνος ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι δικαιούχος του επιδίκου δικαιώματος. Για τη νομιμοποίηση δηλαδή αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επιδίκου εννόμου σχέσεως, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αναληθής.

Η έλλειψις, εξ άλλου, νομιμοποιήσεως, γεγονός το οποίο εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριον, έχει, ως συνέπεια, την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως διαδικαστικής προϋποθέσεως της δίκης. Για την παροχή, λοιπόν, εννόμου προστασίας απαιτείται κατά νόμον η συνδρομή δύο διαδικαστικών προϋποθέσεων:

η νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον. Η νομιμοποίηση, δηλαδή η ύπαρξις δικαιώματος υπερασπίσεως της υποθέσεως, όπου δικάζεται κάποιος ως ενάγων ή εναγόμενος ή η εξουσία διεξαγωγής της δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, συμπίπτει, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, (ως επί μη υπόχρεων ή μη δικαιούχων διαδίκων), με ιδιότητα του υποκειμένου του επιδίκου δικαιώματος ή της εννόμου σχέσεως.

Η νομιμοποίηση αυτή αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση και πρέπει να υπάρχει γενικά κατά την έναρξη της δίκης και καθ` όλη τη διάρκεια αυτής, προκειμένου να είναι δυνατή η έκδοση αποφάσεως από το δικαστήριο, η έλλειψη της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπαγόταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπαγόταν σ' αυτόν (ολ ΑΠ 1/2016, ολ ΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/2014, ΑΠ 159/2004).

Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 10/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Ακολούθως, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.

Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.

ΑΠ 25/2008, ΑΠ 270/2015). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, το αναιρετήριο δικόγραφο πρέπει να περιέχει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερομένους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.

Ειδικότερα, για το ορισμένο της από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ προβλεπομένης αιτιάσεως, συνισταμένης στην, παρά το νόμο, μη κήρυξη από το δικαστήριο του απαραδέκτου του αγωγικού δικογράφου λόγω αοριστίας, απορρέουσας από τη μη αναφορά σ' αυτό των δικαιολογητικών του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος στοιχείων, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:

α) το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, β) οι σχετικές με το ορισμένο αυτού (δικογράφου) παραδοχές του δικαστηρίου και γ) επίκληση ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός, που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο εφετείο με λόγο εφέσεως (ΑΠ 765/2008). Τέλος κατά τη διάταξη του αρ. 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου (ΑΠ 25/2008). Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα ανώνυμη εμπορική εταιρεία...

αποτελεί μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία, έχουσα μοναδικό μέτοχο τον Ι. Μ....

Επειδή από τις οικονομικές καταστάσεις της χρήσεως του έτους 2012 το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας κατέστη κατώτερο του 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου και προκειμένου να μην τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 48 παρ.1γ του κ.ν.2190/1920 περί λύσης της εταιρείας, με το ..έγγραφο της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Π.Ε. Λάρισας, ζητήθηκε από την εκκαλούσα η υιοθέτηση μέτρων για την αποκατάσταση της προβλεπόμενης επάρκειας μετοχικού κεφαλαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του κ.ν. 2190/1920. Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι με το από 1-7-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως και μεταβιβάσεως μη εισηγμένων μετοχών, ..μεταξύ της Ζ. Μ. και του Ι. Μ., η πρώτη πώλησε στον δεύτερο ...μετοχές της α.ε. ..., ώστε ο τελευταίος να καταστεί κύριος του συνόλου των μετοχών της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και μοναδικός μέτοχος αυτής... Περαιτέρω, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην από 19-12-2017 έκθεση ελέγχου της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 9 του κ.ν. 2190/1920, αποδεικνύεται ότι από τα στοιχεία που προκύπτουν για τη χρήση 1-1-2016 έως την 31-1-2016, τα έσοδα της καθ'ης παρουσιάζουν μείωση της τάξης του 13%, ενώ τα ίδια κεφάλαια αυτής παρουσιάζουν αρνητική αύξηση της τάξης του 20%, ώστε να απαιτούνται μεγαλύτερα κεφάλαια για τη βιωσιμότητα της επιχείρησης. Η καθαρή θέση της ανώνυμης εταιρείας είναι αρνητική, ήτοι η ρευστοποίηση του ενεργητικού αδυνατεί να καλύψει τις υποχρεώσεις της καθ'ης.

Συνεπώς, η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου που έλαβε χώρα την 18-4-2017 δεν επαρκούσε για την προσαρμογή του μετοχικού κεφαλαίου στα επιθυμητά επίπεδα, καθώς το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας, ..έχει ήδη καταστεί κατώτερο του 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου...

Επειδή το Δικαστήριο, εφόσον διαπιστώσει τη συνδρομή ενός εκ των λόγων λύσης, που προβλέπονται στο άρθρο 48, είναι υποχρεωμένο να διατάξει τη λύση της, το εν λόγω αποδεικνυόμενο κατά τα ανωτέρω γεγονός αποτελεί πράγματι per se νόμιμη αιτία λύσης της εταιρίας, ανεξαρτήτως της συνεχιζόμενης λειτουργίας. Κρίσιμη, δηλαδή, είναι η διαπίστωση της εν λόγω πραγματικής κατάστασης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη υπαιτιότητας ή τις υποκειμενικές συνθήκες, που επέτρεψαν την μείωση κάτω του 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου και μπορεί να σχετίζονται π.χ. με την διαχείριση της εταιρείας ή τις επικρατούσες οικονομικές συγκυρίες. Η ανωτέρω λύση είναι σύμφωνη με τον σκοπό για τον οποίο επιβάλλεται η αποφυγή της μείωσης του μετοχικού κεφαλαίου, που είναι πρωτίστως η προστασία των συναλλασσομένων με μία εταιρεία που δεν πληροί τα ελάχιστα κριτήρια παραμονής στο χώρο της αγοράς.

Εν προκειμένω, η συνέχιση της λειτουργίας της καθ'ης αυξάνει τις υποχρεώσεις της προς το Δημόσιο, τους ασφαλιστικούς οργανισμούς και τους πιστωτές της με ορατό τον κίνδυνο της μη ικανοποίησης των πιστωτών της και της απαξίας των περιουσιακών της στοιχείων και, ως εκ τούτου, αποδεικνυομένης της μείωσης κάτω του 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να κηρύξει την λύση της εταιρείας.

Οι αιτούντες, ως εταιρικοί δανειστές, έχουν πρόδηλο έννομο συμφέρον για την υποβολή της υπό κρίση αίτησης και την ευδοκίμηση αυτής, ενόψει της προμνησθείσας ιδιότητάς τους. Συγκεκριμένα, δυνάμει των υπ' αριθμ. 212/2015 και 213/2015 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας κρίθηκε αμετάκλητα ότι οι αιτούντες, εργαζόμενοι στην υπό λύση ανώνυμη εταιρεία, διατηρούν έναντι αυτής απαιτήσεις από την μεταξύ των σύμβαση εργασίας, η οποία σύμβαση δεν λύθηκε ακόμη όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 144/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που επιδίκασε μισθούς υπερημερίας στους ανωτέρω αιτούντες - εφεσίβλητους.

Εξάλλου, οι αιτούντες δυνάμει της με αριθμό ... κατάσχεσης εις χείρας τρίτου προέβησαν στην κατάσχεση οποιασδήποτε απαίτησης της εκκαλούσας επί της ανώνυμης εταιρείας "... ΑΕ", τα προϊόντα της οποίας εμπορεύεται στην περιοχή της Θεσσαλίας, πλην όμως δεν κατέστη δυνατή η είσπραξη οιουδήποτε ποσού της απαιτήσεώς τους.

Επίσης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας Δημητρίου Τσιτσώνη, με επίσπευση του δανειστή της εταιρείας Ι. Κ. κατασχέθηκε η ακίνητη περιουσία της εταιρείας και ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού του ακινήτου, με τιμή πρώτη προσφοράς στο ποσό των 1.713.260,52 ευρώ.

Από την ανάγνωση της κατασχετήριας έκθεσης προκύπτει ότι επί του ακινήτου υφίστατο ήδη προσημείωση υποθήκης της ... ΑΕ, ποσού 3.500.000 ευρώ, υποθήκη υπέρ του ΙΚΑ - ΕΤΕΑΜ, ποσού 427.541,62 ευρώ, αναγκαστική κατάσχεση της Β' ΔΟΥ Λάρισας, ποσού 211.538,46 ευρώ, χωρίς να προκύπτει εάν έχουν επέλθει αλλαγές ως την ανωτέρω περιγραφόμενη κατάσχεση και, συνεπώς, αποδεικνύεται ότι το ακίνητο είναι επιβαρυμένο για ποσά πολλαπλάσια της αξίας του.

Εξάλλου, στα πλαίσια των ενεργειών που αναλαμβάνουν να πραγματοποιήσουν οι εκκαθαριστές για την επίτευξη του σκοπού της εκκαθάρισης εντάσσεται και η εξόφληση των χρεών των δανειστών. Κύριος στόχος για την υπό εκκαθάριση εταιρία είναι, αφού μετατραπεί σε χρήμα η εταιρική περιουσία, να εξοφληθούν οι δανειστές της, όπως ρητά προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 49 παρ.4 του κ.ν. 2190/1920.

Συνεπώς, ο προβαλλόμενος με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς της, ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι εν προκειμένω δεν στοιχειοθετείται έννομο συμφέρον των αιτούντων δανειστών της εταιρείας, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 παρ.1 περ. γ' του κ.ν. 2190/1920, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, με μόνο την επίκλησή τους ως δανειστές της εταιρίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".

Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 48 του Ν.2190/1920, όπως με τον πρώτο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, αφενός κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι ως εταιρικοί δανειστές έχουν πρόδηλο έννομο συμφέρον για την υποβολή αίτησης λύσης της (ήδη τελούσης υπό εκκαθάριση) αναιρεσείουσας εταιρείας και αφετέρου ότι διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης θέμα της υπάρξεως αμέσου εννόμου συμφέροντος των αιτούντων, δεδομένου ότι δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν την ύπαρξη τέτοιου άμεσου (ειδικού) εννόμου συμφέροντος και κατά τούτο στερείται νομίμου βάσεως.

Το Εφετείο, με τις εκτεθείσες κρίσεις και τις παραδοχές του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ρηθείσα διάταξη, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το έννομο συμφέρον των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων στην υποβολή της ένδικης αίτησης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα: 1) το Εφετείο, στη μείζονα σκέψη του, αναλύει τις διατάξεις του άρθρου 48 παρ. 1 του Ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του Ν. 3600/2007, στη συνέχεια ρητά αναφέρει ότι με αυτό το άρθρο (48) τάσσονται αντικειμενικά κριτήρια, των οποίων η συνδρομή αρκεί για τη λύση της εταιρίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η τελευταία (λύση) συνδέεται με την προστασία του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και, συνεπώς, δεν επηρεάζεται από τις συντρέχουσες κατά περίπτωση υποκειμενικές συνθήκες, λόγω του σκοπού και της σημασίας για την τήρηση από τις ΑΕ των περί ισολογισμών αυτών διατάξεων του νόμου, που αποβλέπουν στην κατοχύρωση τόσο των συμφερόντων των μετόχων και του συναλλασσομένου κοινού, όσο και γενικότερα του θεσμού των εταιριών αυτών. 2) Ακολούθως, αναφέρεται στην περίπτωση γ' του άρθρου 48 ν. 2190/1920, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση που η μείωση του μετοχικού κεφαλαίου διαπιστώνεται ότι είναι κάτω του 1/10, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση και όχι δικαίωμα, να διατάξει τη λύση της εταιρείας, έχοντας ως μόνη δυνατότητα την παροχή προθεσμίας προς τυχόν ίαση του λόγου λύσης. 3) Περαιτέρω, αναλύει την περίπτωση τρίτων, αιτούντων την δικαστική λύση της ανώνυμης εταιρείας, δεχόμενο ότι δεν αρκεί μόνη η επίκληση της ιδιότητάς τους ή της περιγραφής της σχέσης τους με την εταιρεία, αλλά ότι αυτοί πρέπει ν' αποδείξουν την ύπαρξη στο πρόσωπό τους άμεσου (ειδικού) εννόμου συμφέροντος σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 68 ΚΠολΔ, το οποίο (έννομο συμφέρον) δεν απαιτείται να είναι οικονομικής φύσεως ή να έχει ατομικό χαρακτήρα. 4) Τέλος, στην ελάσσονα πρότασή του, δέχεται ως αποδειχθέντα τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρει.

Ήτοι, εκθέτει την οικονομική πορεία της καθ'ης - αναιρεσείουσας, ιδρυθείσης το 1991, μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας και διαπιστώνει ότι την 18-4-2017, το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας, όπως προσδιορίζονται στο υπόδειγμα του ισολογισμού που προβλέπεται από το άρθρο 42 του ν. 2190/1920, έχει ήδη καταστεί κατώτερο του 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι δέχεται συνδρομή λόγου υποχρεωτικής λύσης της εταιρείας, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη του.

Τέλος, εξετάζοντας το έννομο συμφέρον των αιτούντων να ζητήσουν την λύση και εκκαθάριση της εταιρείας, δέχεται ότι αυτοί είναι τρίτοι, που έχουν πρόδηλο έννομο συμφέρον για την υποβολή της αίτησης και την ευδοκίμησή της, διότι είναι εταιρικοί δανειστές και δη εργαζόμενοι στην ανώνυμη εταιρεία, έχοντες οικονομικές αξιώσεις, αναγνωρισμένες με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, τις οποίες δεν κατέστη δυνατόν να εισπράξουν μέχρι τώρα, αν και προέβησαν σε κατασχέσεις εις χείρας τρίτου, ενώ από την κατάσχεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας προέκυψε επιβάρυνση για ποσά πολλαπλάσια της αξίας της, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα.

Μάλιστα, δέχεται (εκ περισσού) ότι το έννομο συμφέρον τους στηρίζεται και στο ότι για την επίτευξη του σκοπού της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές αναλαμβάνουν να εξοφλήσουν και τα χρέη των όλων των δανειστών, όπως ρητά προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 49 παρ.4 του κ.ν. 2190/1920. Η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ήτοι εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 48 ν. 2190/1920, στην παραδοχή ότι: "Συνεπώς πράγματι θα μπορούσε και η ένδικη περίπτωση να υπαχθεί στην περίπτωση της "πιθανότητας αφερεγγυότητας" και να κηρυχθεί η καθ'ης εταιρία σε πτώχευση.

Όμως η πτώχευση της εταιρίας έχει ως αυτοδίκαιη συνέπεια τη λύση της ανώνυμης εταιρείας, ήτοι το ίδιο αποτέλεσμα όπως και με την παρούσα διαδικασία, χωρίς κανένα αποτέλεσμα για την εταιρεία". Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι οι δανειστές της ανώνυμης εταιρείας δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον να ζητήσουν τη λύση της, καθόσον ο νομοθέτης υποδεικνύει για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους σε βάρος της εταιρείας, την οδό του πτωχευτικού δικαίου, άποψη η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, επιβεβαιώνεται από την ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 165 του νέου Ν. 4548/2018 περί ανωνύμων εταιρειών, που ισχύει από 1-1-2019, με την οποία καταργήθηκε η περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του ισχύοντος άρθρου 48 του Ν. 2190/1920, που προέβλεπε λύση της εταιρείας με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, όταν το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων καταστεί κατώτερο του 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου.

Ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς προτείνεται, αφενός διότι η ανωτέρω διάταξη δεν ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο υποβολής της αιτήσεως (15-12-2016), ενώ εξάλλου η ανωτέρω παραδοχή στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως εκφέρεται εκ περισσού και δεν στηρίζει το διατακτικό της, το οποίο στηρίζεται στην προαναφερθείσα κύρια ως άνω παρατεθείσα αιτιολογία.

Τα ίδια ισχύουν και όσον αφορά το σκέλος του ως άνω πρώτου λόγου της αναιρέσεως (σελ. 15 επ.) αναφορικά με την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου όσον αφορά το έννομο συμφέρον και την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών κατά το στάδιο της εκκαθαρίσεως, υπό το πρίσμα και του προγενέστερου ισχύοντος νομικού καθεστώτος (ήτοι πριν την τροποποίηση του κ.ν. 2190/1920 με τον ν. 3604/2007).

Επιπλέον, ούτε με αυτές τις διατάξεις επικυρώνεται η άποψη της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή οι δανειστές της ανώνυμης εταιρείας δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον για να ζητήσουν τη λύση της. Τέλος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποία αποδίδεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού επακριβώς αναγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την ύπαρξη αμέσου εννόμου συμφέροντος των αιτούντων, όπως αναλυτικά έχει εκτεθεί πιο πάνω.

Άρα, ο πρώτος και ο τρίτος αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για τις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθούν.

Ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη εξειδίκευσης των στοιχείων που θεμελιώνουν την νομιμοποίησή τους και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον τους, για την άσκηση αυτής (αιτήσεως), κρίνεται απορριπτέος, ως ενδεής της επικλήσεως των εκτιθεμένων στην παραπάνω μείζονα σκέψη ως απαιτουμένων για την πληρότητα της προσβαλλομένης [από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ] αιτιάσεως στοιχείων και ειδικότερα, αφενός της αναφοράς του ακριβούς περιεχομένου του δικογράφου της αιτήσεως, το οποίο, σημειωτέον, αποσπασματικώς και επιλεκτικώς διατυπώνεται στο αναιρετήριο και αφετέρου των σχετικών με το ορισμένο αυτού (δικογράφου αιτήσεως) παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, με αποτέλεσμα, να καθίσταται, εξαιτίας των παραπάνω ελλείψεων, ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος αναφορικά με την παραπάνω αιτίαση, της ελλιπούς δηλαδή εξειδικεύσεως (στο δικόγραφο της αιτήσεως) των θεμελιωτικών της νομιμοποιήσεως και του εννόμου συμφέροντος των αιτούντων στοιχείων.

Ανεξαρτήτως πάντως της ως άνω αοριστίας, ο λόγος αυτός (559 αρ.14 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και το παρατιθέμενο σ' αυτή κείμενο της αγωγής (σελ. η προσβαλλομένης αποφάσεως), προκύπτει ότι οι αιτούντες - αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν και διέλαβαν στην από 15-12-2016 αίτησή τους, τα περιστατικά που ήταν κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησής τους και της συνδρομής αμέσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπό τους ως νομιμοποιητικού στοιχείου για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως κατά της καθ'ης η αίτηση και ήδη αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, επικαλέστηκαν και εξέθεσαν επαρκώς στην αίτησή τους, την ιδιότητά τους ως δανειστών της καθ'ης ανώνυμης εταιρείας, σε βάρος της οποίας διατηρούν τις αναγραφόμενες, ήδη δικαστικά αναγνωρισμένες, τελεσιδίκως, απαιτήσεις τους, ότι το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας (όπως προσδιορίζονται στο υπόδειγμα ισολογισμού που προβλέπεται στο άρθρο 42 γ), έχει καταστεί κατώτερο του 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου και η γενική συνέλευση δεν λαμβάνει μέτρα, κατά το άρθρο 47 του ν. 2190/1920 και ζήτησαν την λύση της.

Επιπλέον, ρητά ανέφεραν στην αίτησή τους (σελ. 6 αυτής) το έννομο συμφέρον τους για τη λύση της εταιρείας, επικαλούμενοι επιπλέον των ανωτέρω και τις μέχρι τότε άκαρπες επιβληθείσες κατασχέσεις, την επιβάρυνση με πρόσθετες οφειλές της περιουσίας της αναιρεσείουσας.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα, λόγω της ερημοδικίας τους. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-5-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 16/2020 αίτηση για αναίρεση της, εκδοθείσας κατά την εκουσία δικαιοδοσία, υπ' αριθμ. 43/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ