Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite substantive law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a bank's enforcement action. The appellant argued procedural errors and substantive law violations but failed to specify the exact legal provisions or facts required by the Civil Procedure Code. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible for vagueness and lack of necessary legal foundation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(14), 566(1), 577(3) of the Civil Procedure Code; An appeal must clearly identify the specific substantive law provision violated and the factual basis for the alleged error, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 262 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 262/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιάννο.
Της αναιρεσιβλήτου: υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Γιαννούλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2962/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1703/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-5-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1703/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 25-7-2012 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την υπ' αριθ. 2962/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την από 30-4-2008 ανακοπή του αναιρεσείοντος (κατά το δεύτερο λόγο της) για ακύρωση των αναφερόμενων πράξεων της επισπευδόμενης από την αναιρεσίβλητη αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, απέρριψε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την ανακοπή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι και η νομιμοποίηση των διαδίκων (άρθρο 68 ΚΠολΔ), η παράβαση των οποίων αφορά ουσιαστικό απαράδεκτο (ΑΠ 1728/2009, ΑΠ 2001/2009) και ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 προβλεπόμενο λόγο (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 62 εδ.α' ΚΠολΔ όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και σύμφωνα με το άρθρο 73 του αυτού Κώδικα εξετάζεται σε κάθε στάση αυτής και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 693/2008).
Περαιτέρω, κατά την ταυτόσημη προς το καταργηθέν, άρθρο 68 ν. 3601/2007, διάταξη του άρθρου 145 ν. 4261/2014 "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 (Α` 94) και του άρθρου 142 του παρόντος νόμου α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ` αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης.
β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. ... δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως η αναιρεσίβλητη τράπεζα, δεν κηρύσσονται σε πτώχευση αλλά μπορεί να τεθούν σε κατάσταση ειδικής εκκαθάρισης η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος.
Η θέση του πιστωτικού ιδρύματος σε εκκαθάριση δεν θίγει την ικανότητά του να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών του ούτε καν επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, διότι και μετά τη θέση του σε εκκαθάριση η νομική προσωπικότητα του ιδρύματος λογίζεται υφισταμένη εφόσον, τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης.
Εφεξής, το πιστωτικό ίδρυμα εκπροσωπείται από ειδικό εκκαθαριστή, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ορίζεται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Ο τελευταίος (υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα) λαμβάνει όλα τα αναγκαία εξασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ακεραιότητα και να προστατευθεί η αξία της υπό ειδική εκκαθάριση εταιρίας.
Εν προκειμένω, με τους πρώτο και δεύτερο (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγους της αιτήσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ορθά εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του προταθέντος ενώπιον του εφετείου ισχυρισμού του, ότι η τελευταία, κατά το χρόνο κατάθεσης της έφεσης (31-7-2012), δεν είχε την ικανότητα να είναι διάδικος, διότι με την …/…-7-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, ορίστηκε δε ως ειδικός εκκαθαριστής αυτής ο Ν.
Μ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομική σκέψη, η ανάκληση της αδείας λειτουργίας της αναιρεσίβλητης και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση, δεν συνεπάγεται έλλειψη της ικανότητάς της να είναι διάδικος, ούτε θεμελιώνει λόγο βιαίας διακοπής της δίκης, ούτε τέλος επέρχεται ακυρότητα ή απαράδεκτο συνεπεία της μη παράθεσης, μετά την επωνυμία της, στο δικόγραφο της έφεσης, της μνείας ότι τελεί υπό ειδική εκκαθάριση.
Εξάλλου, και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη (εκεί εκκαλούσα) παρέστη ως τελούσα υπό εκκαθάριση, εκπροσωπούμενη νομίμως από τον διορισθέντα, με την …/…-7-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ειδικό εκκαθαριστή αυτής, Ν.
Μ..
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 1905/1990, η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων - Factoring είναι μια σύμβαση μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είναι είτε τράπεζα, είτε ανώνυμη εταιρία, και μιας επιχείρησης - εμπορικής εταιρίας ή και φυσικού προσώπου, που ασχολείται κατ' επάγγελμα με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.
Περιεχόμενο της σύμβασης είναι ότι η εταιρία factoring (εφεξής πράκτορες ή factor) αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της (εφεξής προμηθευτής), για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, τη λογιστική και νομική παρακολούθηση, καθώς και την είσπραξη των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της (εφεξής οφειλέτες).
Πρόκειται για νέο χρηματοδοτικό μηχανισμό με τον οποίο επιδιώκεται σκοπός χρηματοδοτικός ή διαχειριστικός ή ασφαλιστικός (εγγυητικός), σωρευτικά ή διαζευκτικά, με αντίστοιχες λειτουργίες. Κατά ρητή δε πρόβλεψη του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1905/1990), η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων καταρτίζεται εγγράφως και το έγγραφο αποτελεί συστατικό τύπο, ενώ η έλλειψή του συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης.
Η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή είναι μία "σύμβαση πλαίσιο", με την οποία ελεύθερα στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, καθορίζονται οι όροι συνεργασίας των μερών, όπως το είδος του factoring (γνήσιο ή μη γνήσιο, εμφανές ή αφανές), το ανώτατο ποσό (πλαφόν) μέχρι το οποίο δέχεται ο πράκτορας να χρηματοδοτήσει τον προμηθευτή, η αμοιβή και οι προμήθειες του πράκτορα, ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η εκχώρηση των απαιτήσεων.
Η λειτουργία της σύμβασης αυτής επιτελείται με τις εκχωρήσεις των απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα και τις πιστώσεις από τον τελευταίο του λογαριασμού του πρώτου με τα αντίστοιχα ποσά, αμέσως μετά την εκχώρηση ή μετά την είσπραξη των απαιτήσεων, ανάλογα με το είδος του factoring, που έχει συμφωνηθεί.
Δεδομένου του διαρκούς χαρακτήρα της ενοχής που δημιουργείται με τη σύμβαση factoring, της συνεχούς εκχωρήσεως απαιτήσεων του προμηθευτή στον πράκτορα και της αντίστοιχης πίστωσης του προμηθευτή με τα ποσά που εισπράττονται ή πρόκειται να εισπραχθούν (ανάλογα με το συμφωνηθέν είδος factoring), μείον αμοιβές, προμήθειες, προεξοφλητικούς τόκους, η εξυπηρέτηση της σύμβασης factoring, γίνεται συνήθως με την τήρηση από τον πράκτορα ενός ανοικτού λογαριασμού στο όνομα του προμηθευτή.
Στο πλαίσιο των πιο πάνω αρχών το factoring, διαμορφούμενο από την ευρηματικότητα των συναλλασσομένων, μπορεί να εμφανίζεται με πολλές και ποικίλες μορφές, περιέχοντας έτσι, εκτός από την παροχή υπηρεσιών και την εκχώρηση των απαιτήσεων του προμηθευτή, στοιχεία και άλλων συμβάσεων του ενοχικού ή του εμπορικού δικαίου.
Άλλωστε και η διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. 2 του Ν 1905/1990 είναι τέτοια, που να επιτρέπει και να ευνοεί αυτή την ελευθερία, στη δημιουργία διαφόρων τύπων του factoring. Κατά κανόνα συμφωνείται όπως ο factor τηρεί ένα λογαριασμό, στον οποίο πιστώνει τα ποσά των εισπραττομένων ή εισπραχθησομένων απαιτήσεων του προμηθευτή και αντίστοιχα χρεώνει τις αναλήψεις, στις οποίες προβαίνει ο τελευταίος, την προμήθειά του, τους τόκους, τα έξοδά του κ.λπ.
Η συμφωνία αυτή, η οποία συνήθως είναι ρητή, χωρίς να αποκλείεται και η σιωπηρή κατάρτισή της, περιέχει τα στοιχεία σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού μεταξύ των συμβαλλομένων υφίστανται εκατέρωθεν απαιτήσεις και καταβολές. Μεταξύ των συμβαλλομένων υφίστανται εκατέρωθεν απαιτήσεις και καταβολές και για το λόγο αυτό συνήθως συμφωνείται ότι τα υπέρ του προμηθευτή πιστούμενα ποσά θα είναι τοκοφόρα, με επιτόκιο όμως χαμηλότερο από αυτό που χρεώνει ο faktor για ης εκ μέρους του πελάτη προκαταβολικές αναλήψεις.
Επίσης δεσμεύονται να μην επιδιώκουν την ικανοποίηση κάθε μιας απαιτήσεως ξεχωριστά, αλλά να αναμένουν την περιοδική εκκαθάριση κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Τέλος, η σύμβαση factoring, ως συμβατικό μόρφωμα που δημιουργήθηκε από την πράξη, εμφανίζεται στις συναλλαγές με διάφορες μορφές, οι σπουδαιότερες από τις οποίες είναι:
α) γνήσιο και μη γνήσιο factoring, β) εμφανές και αφανές, γ) factoring με ή χωρίς προεξόφληση και δ) εσωτερικό και διεθνές factoring. Ειδικότερα γνήσιο χαρακτηρίζεται το factoring, όταν ο πράκτορας αγοράζει το σύνολο των υπαρχουσών και μελλουσών απαιτήσεων του προμηθευτή κατά των πελατών του και αναλαμβάνει συγχρόνως τον κίνδυνο μη πληρωμής τους λόγω αφερεγγυότητας των οφειλετών, ενώ για μη γνήσιο factoring γίνεται λόγος, όταν τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη δεν αναλαμβάνει ο πράκτορας, αλλά τον διατηρεί ο προμηθευτής.
Εξάλλου, η διάκριση του factoring με ή χωρίς προεξόφληση έχει ως κριτήριο το χρόνο εξόφλησης των απαιτήσεων από τον πράκτορα προς τον προμηθευτή. Αν ο πράκτορας εξοφλεί τις απαιτήσεις (πιστώνει με το ποσό τους το λογαριασμό του προμηθευτή), κατά το χρόνο που γίνονται αυτές ληξιπρόθεσμες, δεν υπάρχει προεξόφληση.
Αντίθετα, αν η πίστωση του λογαριασμού του προμηθευτή γίνεται αμέσως μετά την εκχώρηση, δηλαδή τη χορήγηση στον πράκτορα αντιγράφων τOJV τιμολογίων ή καταστάσεων με τις εκχωρούμενες αξιώσεις, τότε πρόκειται για σύμβαση factoring με προεξόφληση (ΑΠ 1235/2012, ΑΠ 1234/2012, ΑΠ 1233/2012, ΑΠ 667/2010, ΑΠ 880/2010, ΑΠ 1482/2010, ΑΠ 1136/2000). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕΝ, 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", προκύπτει, ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει, όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία τουλάχιστον το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από την καταχώρισή τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή να διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο, που προκύπτει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων.
Συνεπώς, με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλόμενων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης προϋποθέτει χρονική διάρκεια. Η σχέση αυτή έχει περιουσιακό χαρακτήρα και ως εκ τούτου καταλογίζεται στο ενεργητικό ή το παθητικό της περιουσίας των μερών το ανά πάσα στιγμή περιεχόμενο του λογαριασμού, δηλαδή η αντιπαραβολή των κονδυλίων της χρεοπιστώσεως (ΟλΑΠ 31/1997).
Κλείνει δε ο λογαριασμός αυτός περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της σύμβασης (άρθρο 112 παρ. 2 του ΕισΝΑΚ). Μόνον δε μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου. Από τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες διατάξεις, προκύπτει επίσης ότι η σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, της οποίας χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι η παροχή της πίστωσης και ο ανοιχτός λογαριασμός, παρέχει εκ του νόμου τη δυνατότητα στην πιστώτρια να κλείνει οριστικά το λογαριασμό, αν και όποτε το θελήσει, κοινοποιώντας ακολούθως στον πιστούχο επιταγή για την πληρωμή του τυχόν υπέρ εκείνης καταλοίπου του λογαριασμού, χωρίς, βέβαια, να τίθεται, κατ' αρχήν, θέμα κατά πόσο εκείνη πρέπει, για να απαιτήσει την αντίστοιχη είσπραξη του καταλοίπου, να καταγγείλει τη σύμβαση (ΑΠ 1281/2017, ΑΠ 1437/2014).
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, δηλαδή εκείνη, κατά την οποία ο αντισυμβαλλόμενος προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς τη δανείστρια Τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και κατά ποσό για την κάλυψη παρασχεθέντος δανείου, είναι τελείως διαφορετική από εκείνη του αλληλόχρεου λογαριασμού, οι δε δοσοληψίες από το τοκοχρεολυτικό δάνειο, ως από τη φύση τους, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν με την τήρηση ανοικτού λογαριασμού, αφού δεν είναι απαιτητό από την αρχή το σύνολο του χρέους και για το λόγο αυτό α) κάθε δόση είναι διακριτή από τις υπόλοιπες και διατηρεί την αυτοτέλεια και ατομικότητά της και δεν είναι δυνατή η παρακολούθησή της ως μέρους ενός ετερογενούς συνόλου, που περιέχει κεφάλαιο και άληκτα χρεωλύσια, αλλά και κονδύλια του ίδιου λογαριασμού, τα οποία προέρχονται από διαφορετικές αιτίες, που επιβάλλουν ανομοιογενή μεταχείριση και β) δεν είναι δυνατό το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού και ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός του συνόλου του καταλοίπου, διότι κάθε δόση του τοκοχρεωλυτικού δανείου περιέχει και άληκτους τόκους, οι οποίοι δεν είναι επιτρεπτό να εκτοκίζονται.
Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκε ότι "Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί, εν όλω ή εν μέρει, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο".
Τα πολλαπλάσια αυτά ορίσθηκαν με την ίδια διάταξη "α) στο τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31-12-1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) στο τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990, γ) στο διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31- 12-2000", σε κάθε δε περίπτωση, "στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού".
Από δε τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1,2 και 12 του επιγενόμενου, ισχύοντος από 4-8-2004, ν. 3259/2004, ορίζεται ότι: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1).
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ. 2). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει" (παρ. 12). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν.3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, και περιορίσθηκε το οριζόμενο ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείσθηκαν της ρυθμίσεως εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (ΑΠ 1009/2019, ΑΠ 132/2014).
Τέλος, με την παράγραφο 4 εδ. α-γ του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, όπως ίσχυε πριν τη συμπλήρωσή του, με το άρθρο 8 του ν. 3723/2008 (ΦΕΚ Α' 250/9-12-2008), ορίζονται τα εξής : "Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000,00 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000,00 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου.
Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31 η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.
Μη εμπρόθεσμη υποβολή αιτήσεως κατά τα προαναφερθέντα ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής.
Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην ευνοϊκή ρύθμιση για τον επανακαθορισμό του ύψους της οφειλής τους εμπίπτουν οι οφειλέτες των τραπεζών των οποίων οι οφειλές υπερβαίνουν το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού.
Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, που θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του νόμου, τελεί υπό τη ρητή επιφύλαξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει σαφώς ότι η πρώτη ως άνω διάταξη δεν εφαρμόζεται επί απαιτήσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πιστώσεως 400.000 ευρώ, δηλαδή θέτει τις αρνητικές προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων (ΑΠ 1009/2019).
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 υπάγονται μόνον οφειλές από δάνεια ή πιστώσεις που χορηγούνται από πιστωτικά ιδρύματα, όχι, όμως, και απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων από άλλες αιτίες, ή απαιτήσεις από δάνεια ή πιστώσεις που χορηγούνται από πρόσωπα που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα, όπως χρηματοδοτικά ιδρύματα (πχ.
εταιρίες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης, εταιρίες παροχής πιστώσεων κλπ).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με την από 30-4-2008 ανακοπή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου αυτής, ισχυρίστηκε ότι η καθ'ης η ανακοπή τράπεζα και ήδη αναιρεσίβλητη, μετά από καταγγελία της μεταξύ αυτής και της εταιρίας "THE MARTIN'S Α.Ε." σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων και της πρόσθετης πράξης αυτής, υπέρ της οποίας είχε εγγυηθεί ο ίδιος, επέσπευσε σε βάρος της περιουσίας του προς ικανοποίηση της κατ' αυτού υφισταμένης απαίτησής της αναγκαστική εκτέλεση.
Επικαλούμενος περαιτέρω με το δεύτερο λόγο της ανακοπής ότι η αναιρεσίβλητη μη νομίμως και καθ'υπέρβαση των από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ προβλεπομένων ορίων προχώρησε στην επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης, δυνάμει των αναφερόμενων πράξεων, αφού η αναιρεσίβλητη όφειλε να προβεί σε ρύθμιση της οφειλής του, κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 2 εδ.
β' και 4 του ν. 3259/2004, ήτοι παροχή προθεσμίας αποπληρωμής της οφειλής του σε ισόποσες περιοδικές δόσεις και σε διάρκεια 5 έως 7 ετών εκ των οποίων τα 2 έτη θα αποτελούσαν περίοδο χάριτος, αφού οι άνω συμβάσεις αποτελούσαν, κατά την εκδοχή του, με βάση τους επιλεκτικά αναφερόμενους όρους, συμβάσεις πίστωσης, η ληξιπρόθεσμη οφειλή του, είχε διαμορφωθεί τον Οκτώβριο του 2004 στο ποσό των 2.060.821,72 ευρώ και είχε υποβληθεί εμπρόθεσμη αίτηση ρύθμισης, ζήτησε την ακύρωση της από 27-2-2008 αναγγελίας απαίτησης (επέχουσας θέση κατάσχεσης), της υπ' αριθ.
…/…-3-2008 δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγέλου Παπαδόπουλου και της υπ' αριθ …./…-3-2008 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης και δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ν. Κ.. Προς θεμελίωση δε του ισχυρισμού του ότι οι ένδικες συμβάσεις αποτελούν συμβάσεις πίστωσης, ανεξαρτήτως του δοθέντος σ' αυτές από τα συμβαλλόμενα μέρη χαρακτηρισμού, παρέθετε, περαιτέρω, τους κατά την εκδοχή του όρους, που προσέδιδαν σ' αυτές το χαρακτήρα πίστωσης και ειδικότερα, επί λέξει, ανέφερε τους εξής όρους: ("1.
Η χρηματοδότηση του πελάτη γίνεται με προεξόφληση ποσοστού 80% των εκχωρούμενων απαιτήσεων κατά των οφειλετών με δικαίωμα αναγωγής για τα οφειλόμενα υπόλοιπα. (1γ), 2. ο πελάτης ευθύνεται για την αφερεγγυότητα του κάθε πελάτη του και να τον βαρύνει εξ ολοκλήρου ο πιστωτικός κίνδυνος (άρθρο 1.3), 3. με την εκχώρηση των τιμολογίων ή των υπολοίπων καρτελών πελατών θα προεξοφλείται το 75% και εξ αυτού το 50% θα πιστώνεται στον ειδικό έντοκο δεσμευμένο λογαριασμό για εξοφλήσεις υποχρεώσεων του πελάτη στο εξωτερικό από εισαγωγές (άρθρο 2.8),4.
η τράπεζα θα διασφαλισθεί έναντι του συνολικού πλαφόν με εκχώρηση-ενεχυριάση απαιτήσεων πελατείας της επιχείρησης, με εκχώρηση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, με υποθήκες επί 2 ακινήτων (άρθρο 2.10), 5. εάν η συμφωνία για την πιστωτική διευκόλυνση του πελάτη καταγγελθεί ή λήξει για οποιοδήποτε λόγο, τα εκάστοτε ισχύοντα επιτόκια υπερημερίας και οι προμήθειες θα βαρύνουν τον πελάτη μέχρι ότου επιστραφεί στο σύνολο της η ληφθείσα προκαταβολή (άρθρο 4.5), ό.όλα τα ποσά που εισπράττονται μετά τη λήξη της σύμβασης φέρονται σε πίστωση χρεωστικών υπολοίπων και μόλις το χρεωστικό υπόλοιπο στο λογαριασμό του πελάτη καλυφθεί, το τυχόν υπόλοιπο μεταφέρεται σε λογαριασμό του πελάτη, εφόσον δεν υπάρχουν άλλες υποχρεώσεις προς την τράπεζα (άρθρο 9.5) και 7.
Εγκρίνεται συνολικό πλαφόν 300 εκ. δρχ που θα εξυπηρετεί και τα δύο προϊόντα (παρ.5 πλαφόν χρηματοδότησης"). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 2962/2010 οριστική απόφασή του, δέχθηκε τον ως άνω δεύτερο λόγο ανακοπής, ως βάσιμο κατ' ουσίαν και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης, χωρίς να εξετάσει τους λοιπούς λόγους της ανακοπής.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, θεώρησε ότι ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής προέβαλε ότι η αναιρεσίβλητη μη νομίμως επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση, λόγω μη υπαγωγής της οφειλής του στη διαδικασία του επανακαθορισμού του ύψους αυτής οφειλής, κατ' αποδοχή της εμπρόθεσμης σχετικής αίτησης, έκρινε ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως.
Τούτο διότι, επί λέξει: "... δεν προσδιορίζονται στην ανακοπή τα στοιχεία εκείνα, σύμφωνα με τα οποία είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 και κατ' εφαρμογή της οποίας προκύπτει μικρότερη ή μηδενική οφειλή του ανακόπτοντος έναντι της καθ'ης ... δεν επικαλείται, επίσης, στοιχεία καταχρηστικής συμπεριφοράς, με την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ, εκ μέρους της καθ'ης η ανακοπή για την επαρκή θεμελίωση στην άνω διάταξη...".
Ακολούθως, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, τον ως άνω (δεύτερο) λόγο της ανακοπής και αφού εξέτασε και τους λοιπούς, πρώτο και τρίτο, λόγους της ανακοπής (που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως), απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της.
Η εκτίμηση, όμως, αυτή από το Εφετείο του δευτέρου λόγου της ανακοπής, είναι εσφαλμένη, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε ακυρότητα της εκτέλεσης, λόγω μη υποβολής στην από το άρθρο 39 παρ.1 του ν.3259/2004 διαδικασία του επανακαθορισμού του ύψους της οφειλής, κατ' αποδοχή της εμπρόθεσμης σχετικής αίτησης (άλλωστε, εφόσον η οφειλή του αναιρεσείοντος υπερέβαινε το ποσό των 2.201.000 ευρώ δεν υπαγόταν αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 4 του ν. 3259/2004, στις ρυθμίσεις της παρ.1 άρθρου 39 του ιδίου νόμου, που προβλέπουν επανακαθορισμό της οφειλής ), αλλά λόγω μη υποβολής στην από το άρθρο 39 παρ.2 περ.
β' και 4 του ν. 3259/2004 διαδικασία, ήτοι παροχής προθεσμίας αποπληρωμής αυτής σε ισόποσες περιοδικές δόσεις και σε διάρκεια 5 έως 7 ετών εκ των οποίων τα 2 έτη θα αποτελούσαν περίοδο χάριτος. Ωστόσο, η παραπάνω εσφαλμένη εκτίμηση από το Εφετείο του ως άνω λόγου της ανακοπής δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Τούτο διότι, ο υπόψη λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, ήταν μη νόμιμος, διότι κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή η ένδικη οφειλή απέρρεε από σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων Factoring και την πρόσθετη πράξη αυτής, οι οποίες, με βάση τους προπαρατεθέντες όρους, δεν αποτελούν συμβάσεις πίστωσης, όπως μη νόμιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων και, ως εκ τούτου, η ένδικη οφειλή, για την οποία επισπεύτηκε η προσβαλλόμενη αναγκαστική εκτέλεση δεν υπαγόταν στη ρύθμιση των προαναφερόμενων διατάξεων (αρθρ. 39 παρ. 2 εδ.β' και 4 ν. 3259/2004) και δεν συνέτρεχαν οι όροι παροχής προθεσμίας αποπληρωμής αυτής σε ισόποσες περιοδικές δόσεις, καθόσον, στην εν λόγω ρύθμιση, κατά τα προεκτεθέντα, υπάγονται μόνον οφειλές από δάνεια ή παστώσεις, που χορηγούνται από πιστωτικά ιδρύματα, όχι, όμως, και απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων από άλλες αιτίες, ή απαιτήσεις από δάνεια ή πιστώσεις που χορηγούνται από πρόσωπα που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα, όπως χρηματοδοτικά ιδρύματα (πχ.
εταιρίες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης, εταιρίες παροχής πιστώσεων κλπ). Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, ήταν απαράδεκτος. Τούτο διότι, ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει ης ενέργειες και πράξεις που μετήλθε η αναιρεσίβλητη, για να κριθεί αν αυτές υπερβαίνουν τα όρια των χρηστών ηθών και της καλής συναλλακτικής πίστης και δεν εκθέτει πραγματικά περισταηκά, από τα οποία αληθή υποτιθέμενα, να συνάγεται ότι εξαιτίας της προηγηθείσης, της ασκήσεως της ένδικης αξίωσης, συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση στον αναιρεσείοντα ότι η αντισυμβαλλομένη του δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της και ποια ακριβώς κατάσταση διαμορφώθηκε γι' αυτόν (αναιρεσείοντα).
Συνεπώς, η εσφαλμένη εκτίμηση του ως άνω λόγου της ανακοπής από το Εφετείο και η παράλειψη εξέτασής του, όπως ο αναιρεσείων (ανακόπτων) τον διατύπωσε, δεν ιδρύει, εν προκειμένω, τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αφού ο λόγος αυτός είναι εν μέρει μη νόμιμος και εν μέρει αόριστο, οπότε δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Γι' αυτό οι δεύτερος (κατά το δεύτερο σκέλος του) και τρίτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως, ενιαία εκτιμώμενοι, είναι αβάσιμοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1442/2017).
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα δεν έχει επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες. Ο λόγος όμως αυτός είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος, διότι το Εφετείο απέρριψε, το δεύτερο λόγο της ανακοπής, ως απαράδεκτο και δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα του προβαλλόμενου με αυτόν ισχυρισμού.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αρ. 1) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην πληττομένη νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει επί λέξει ότι: "η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει και ερμηνεύει εσφαλμένα τις νομικές διατάξεις και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται και προβάλλονται στους υπό στοιχεία 3.1α, 3.1, 3.1 β και 3.2 λόγους ανακοπής μου". Ωστόσο δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ισχυρισμοί που είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων προς θεμελίωση των λόγων αυτών της ανακοπής του. Επομένως, ο υπόψη αναιρετικός λόγος, με τον οποίο επιχειρείται να αποδοθεί στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σφάλμα από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας.
Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε η τελευταία, με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-5-2018 αίτηση για αναίρεση της 1703/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ