Legislator Case Law & Legislation
262/2020 AI generated

262/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 262/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

262/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο 3 παρ.1 εδάφιο α' του Ν.2496/1997 ορίζεται, ότι "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή".

Keywords

AI generated
fraudulent insurance claim public fire insurance insurance companies unitary enterprise in accident insurance insured business insured property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 262 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 262/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Θ. Τ. του Γ., κατοίκου .... Η πρώτη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου και Γεώργιο Ιατρού, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων παραστάθηκε με τους ίδιους ως άνω πληρεξουσίους δικηγόρους.

Της αναιρεσίβλητης: 1) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολική διάδοχος μετά από συγχώνευση με απορρόφηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Κοινοποιουμένη προς: ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ", που εδρεύει στη ... και έχει εγκαταστήσει νομίμως υποκατάστημα στην Ελλάδα με τίτλο "ΚΥΠΡΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" και με γραφεία στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 22/01-06-2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2016 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-2-2017 αίτησή τους και τους από 5-10-2019 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 1-2-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 23-10-2019 πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η υπ' αριθ. 67/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που έκρινε αντίθετα, απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσειόντων με αντικείμενο την καταβολή του ασφαλίσματος από τις ασφαλιστικές συμβάσεις κατά του κινδύνου πυρκαγιάς που είχαν καταρτίσει με την εναγομένη- αναιρεσίβλητη, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, κατά παραδοχή των ενστάσεων απαλλαγής από την ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1, 6 και 7, άρθρο 15 παρ. 1 και 3 και άρθρο 19 παρ. 3 Ν. 2496/ 1997 (Ασφαλιστική Σύμβαση, τροποποιήσεις ιδιωτικής ασφάλισης κλπ) και με βάση τους όρους της σύμβασης.

Με το άρθρο 3 παρ.1 εδάφιο α' του Ν.2496/1997 ορίζεται, ότι "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή".

Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος η δήλωση προς τον ασφαλιστή κάθε στοιχείου ή περιστατικού, που είναι γνωστό στον λήπτη της ασφάλισης και ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Το αν ένα περιστατικό είναι ουσιώδες από την άποψη αυτή, κρίνεται όχι κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, δηλαδή αντικειμενικά.

Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο στη συνέχεια είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας. Στην παρ.6 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι "αν ο λήπτης της ασφάλισης παραβεί από δόλο την υποχρέωση που προβλέπεται στην παρ.1 ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης.

Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι με τη συνδρομή και των λοιπών όρων, η εκ δόλου παράβαση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους έχει τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η σύνδεση με την οποία δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή.

Σε περίπτωση, εξάλλου, που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, κατ' αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος ( ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 627/2016, ΑΠ 170/2015).

Περαιτέρω, στο άρθρο 15§§1&3 του ανωτέρω νόμου 2496/1997 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου σε περισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος οφείλουν να γνωστοποιήσουν, χωρίς καθυστέρηση, σε κάθε ασφαλιστή την ασφάλιση και το ασφαλιστικό ποσό, σε περίπτωση δε που ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος παραλείψουν με δόλο τη γνωστοποίηση, εφαρμόζονται οι παρ. 6 και 7 του άρθρ. 3 του παρόντος νόμου.

Σύμφωνα δε με την παρ. 6 του άρθρου 3, ο ασφαλιστής, σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης γνωστοποίησης, δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση ασφάλισης μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης, απαλλάσσεται δε της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει μέσα στην ως άνω προθεσμία, ενώ κατά την παρ. 7εδ.

β' του ίδιου άρθρου, η καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης από τον ασφαλιστή έχει άμεσα αποτελέσματα στην περίπτωση της παρ. 6, δηλαδή και όταν από δόλο ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος παραλείψουν να γνωστοποιήσουν στον ασφαλιστή την ύπαρξη άλλης ασφάλισης για την ίδια περιουσία. Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων ο ασφαλιστής, στον οποίο δολίως δεν γνωστοποιήθηκε η άλλη ασφάλιση και γι' αυτό έχει δικαίωμα καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης μέσα στην προθεσμία του ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράλειψης, απαλλάσσεται αμέσως της υποχρέωσης καταβολής του ασφαλίσματος, δηλαδή χωρίς να πρέπει να καταγγείλει προηγουμένως τη σύμβαση, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει όσο διαρκεί η αποσβεστική αυτή προθεσμία καταγγελίας του ενός μηνός.

Η ίδια απαλλαγή πρέπει με διασταλτική ερμηνεία της αυτής διάταξης να γίνει δεκτό ότι ισχύει και όταν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν ακόμη ο ασφαλιστής να λάβει γνώση της παράλειψης, δηλαδή απαλλάσσεται αμέσως από το νόμο της υποχρέωσης καταβολής του ασφαλίσματος χωρίς και πάλι να πρέπει να καταγγείλει προηγουμένως την ασφαλιστική σύμβαση, αφού λόγω της άγνοιάς του αφενός μεν δεν μπορούσε να έχει καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση πριν ήδη από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, αφετέρου δε δεν είχε ακόμη τότε αρχίσει καν η προθεσμία καταγγελίας του ενός μηνός, που έχει ως αφετηρία τη γνώση της παράλειψης από τον ασφαλιστή, γεγονός όμως που δεν αποκλείει και στην περίπτωση αυτή την άμεση απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος και αντίθετα η αυτή απαλλαγή επιβάλλεται από το νομοθετικό σκοπό της σχετικής ρύθμισης (ΑΠ 1119/2003 720/2007).

Η ρύθμιση μπορεί να συμφωνηθεί και ως όρος της ασφαλιστικής σύμβασης, αφού ναι μεν συνιστά περιορισμό των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου, επιτρεπτό όμως κατά τη διάταξη του άρθρ. 33§1 του ν. 2496/1997, που ορίζει ότι κάθε δικαιοπραξία περιοριστική των δικαιωμάτων του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών ( ΑΠ 1324/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 609/2013).

Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών και ιδρύεται ο από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδ.β' αναιρετικός λόγος, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή την ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 3/2015).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πού συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟΛ ΑΠ 15/2006).

Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( ΑΠ 346/2016, ΑΠ 2095/2009).

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 650/2016). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ 2/2008, 346/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον πρώτο αναιρετικό λόγο κεφάλαιο, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 19 και 20 ΚΠολΔ, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εφεσίβλητη - ενάγουσα στην κύρια, από 21.3.2012 αγωγή - ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "..." δραστηριοποιείται στον τομέα της κατασκευής και εμπορίας γεωργικών μηχανημάτων, ανταλλακτικών, εφοδίων και εξαρτημάτων και μέχρι και το έτος 2010 διατηρούσε σχετική επιχείρηση στην περιοχή του ..., όπου και η έδρα της.

Ο δεύτερος των εφεσιβλήτων Θ. Τ., κατ' επάγγελμα ηλεκτρολόγος - υδραυλικός, ήταν ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της πρώτης και διατηρούσε ατομική επιχείρηση εμπορίας ηλεκτρικών συσκευών, ηλεκτρικών και υδραυλικών ειδών, εξαρτημάτων, ανταλλακτικών κ.λ.π., η οποία συστεγαζόταν ατύπως με την επιχείρηση της πρώτης.

Το οικόπεδο και οι κτιριακές εγκαταστάσεις, όπου συστεγαζόταν ο/ δύο επιχειρήσεις, ανήκαν αρχικά στην ιδιοκτησία της πρώτης εξ αυτών, είχαν όμως μεταβιβασθεί από το έτος 2007 στην εταιρεία με την επωνυμία "ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε.", έναντι τιμήματος 800.000 ευρώ, δυνάμει του υπ' αριθμ. 5972/16.10.2007 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου ... ..., η οποία στη συνέχεια τα εκμίσθωσε στην πωλήτρια-εφεσίβλητη εταιρεία δυνάμει της απ' αριθ. 5973/16.10.2007 συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου, υπό τον όρο της υποχρεωτικής ασφαλίσεως των κτιριακών εγκαταστάσεων για το ποσό του 1.000.000 ευρώ.

Σε εκτέλεση του όρου αυτού η πρώτη των εφεσιβλήτων κατήρτισε με την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ: ήδη παρεμπιπτόντως εναγόμενη και εκκαλούσα στη δεύτερη έφεση, την υπ' αριθμ. 171026474 σύμβαση ασφαλίσεως, με την οποία ασφάλισε τις μισθωμένες κτιριακές εγκαταστάσεις, έναντι του κινδύνου πυρκαγιάς, για το παραπάνω ποσό (του 1.000.000 ευρώ).

Η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε και για το χρονικό διάστημα από 17.10.2009 έως 17.10.2010. Κατά τον μήνα Αύγουστο του έτους 2010 και ενώ η παραπάνω ασφαλιστική σύμβαση ήταν ακόμα ενεργός, ο δεύτερος των εφεσιβλήτων, ο οποίος, ως νόμιμος εκπρόσωπός της, ενεργούσε για λογαριασμό και της πρώτης εξ αυτών, ήρθε σε επαφή με την ασφαλιστική σύμβουλο Ι.

Κ. και δια αυτής απηύθυνε στην εναγομένη - ήδη εκκαλούσα στην πρώτη έφεση - ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε" τις από 16.8.2010 αιτήσεις -καταστάσεις των προς ασφάλιση πραγμάτων, με τις οποίες αιτήθηκε την ασφαλιστική κάλυψη των δύο επιχειρήσεων για τον κίνδυνο πυρκαγιάς. Οι αιτήσεις αυτές, (οι οποίες από τους διαδίκους χαρακτηρίζονται ως καταστάσεις ασφαλιζόμενων πραγμάτων ή σημειώματα), δεν υπογράφονται από τους απούντες την ασφάλιση, πλην όμως συνομολογείται η σύνταξη και η αποστολή τους από τον δεύτερο των εφεσιβλήτων, αλλά και προκύπτει από τα ίδια τα έγγραφα η τηλεομοιοτυπική αποστολή τους από την έδρα των δύο επιχειρήσεων.

Διαμεσολαβητές στη διαπραγμάτευση των όρων των ασφαλιστικών συμβάσεων ήταν οι προστηθέντες της εναγομένης - συνδεόμενοι μ' αυτήν με σύμβαση ασφαλειομεσίτη - Ι. Κ. και Α. Σ.. Η πρώτη μάλιστα εξ αυτών συμπλήρωσε και την πρώτη σελίδα των εντύπων προτάσεων ασφαλίσεως σύμφωνα με τις δηλώσεις του δευτέρου των εφεσιβλήτων, τις οποίες του απέστειλε τηλεομοιοτυπικά στην έδρα του.

Ο τελευταίος, ενεργώντας για λογαριασμό του, καθόσον αφορά την ατομική του επιχείρηση και ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης, καθόσον αφορά την εταιρική επιχείρηση, προσυπέγραψε τις δύο προτάσεις στην πρώτη σελίδα τους την 25.8.2010 βεβαιώνοντας με την υπογραφή του, αλλά και με ρητή σχετική δήλωση που διαλαμβάνεται στο περιεχόμενό τους, την αλήθεια, ακρίβεια και πληρότητα του συνόλου του περιεχομένου τους.

Και στις δύο ως άνω προτάσεις υπάρχει έντυπη επισημείωση, με την οποία ο δεύτερος των εφεσιβλήτων δήλωσε, εκτός των άλλων ότι: "1) έλαβα πλήρη αντίγραφα των Γενικών και Ειδικών όρων του Ασφαλιστηρίου Φωτιάς από την Εταιρεία, η οποία με ενημέρωσε αναλυτικά σχετικά με το περιεχόμενο, την έννοια και τις εξαιρέσεις τους που αποδέχομαι πλήρως και δέχομαι να ασφαλισθώ σύμφωνα με αυτούς" Τις παραπάνω προτάσεις, αφού τις μελέτησε και τις υπέγραψε ως άνω, τις διαβίβασε ο ίδιος ο Θ.

Τ. τηλεομοιοτυπικά στην εκκαλούσα την 25.8.2010, όπως προκύπτει από την εκτύπωση των στοιχείων αποστολής και λήψης στο πάνω μέρος αμφοτέρων των σελίδων τους. Με βάση τις παραπάνω δηλώσεις των εφεσιβλήτων, (σημειώνεται ότι δε συντάχθηκε γραπτό ερωτηματολόγιο, ούτε έγινε αποτίμηση της αξίας των ασφαλιζομένων πραγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ 3 του ν. 2496/1997), εκδόθηκαν αντίστοιχα για καθένα των εφεσιβλήτων τα υπ' αριθμ. 31017018753 και 31017018752/27.8.2010 ασφαλιστήρια συμβόλαια πυρός, τα οποία τους απεστάλησαν αυθημερόν με συνημμένα δύο υποδείγματα (υπόδειγμα I και II) έγγραφης δήλωσης εναντίωσης των παρ. 5 και 6 του άρθρου 2 του ν. 2496/1997, καθώς και υπόδειγμα δηλώσεως υπαναχώρησης.

Την άμεση (αυθημερόν) παραλαβή όλων των παραπάνω εγγράφων και εντύπων συνομολογούν οι εφεσίβλητοι. Με τα παραπάνω συμβόλαια, που φέρουν μόνο την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της, η εκκαλούσα εταιρεία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε" ανέλαβε την κάλυψη των ζημιών των δύο επιχειρήσεων από κινδύνους πυρκαγιάς, με τις εξαιρέσεις που σαυτά αναφέρονται, για το χρονικό διάστημα από τη 12η μεσημβρινή ώρα της 25.8.2010 μέχρι τη 12η μεσημβρινή ώρα της 25.8.2011.

Ειδικότερα, με το πρώτο από τα παραπάνω συμβόλαια (υπ' αριθμ. 31017018753) η εκκαλούσα ανέλαβε, έναντι εξαμηνιαίων ασφαλίστρων ποσού 2.312,19 ευρώ την κάλυψη των ζημιών της εταιρείας "..." από την παραπάνω αιτία για μεν τις κτιριακές εγκαταστάσεις, οι οποίες φέρονται στο συμβόλαιο ως ανήκουσες στην ιδιοκτησία της, μέχρι του ποσού των 250.000 ευρώ, για δε τα εμπορεύματα, τα μηχανήματα και τον εξοπλισμό της μέχρι του ποσού του 1.600.000 ευρώ.

Περιορισμός της ασφαλιστικής καλύψεως σε μέρος των κτιριακών εγκαταστάσεων δεν γίνεται στο συμβόλαιο αυτό, αλλά ούτε και στην αντίστοιχη πρόταση ασφάλισης της πρώτης των εφεσιβλήτων. Έτσι, από το γεγονός ότι στο συμβόλαιο γίνεται αναφορά σε ασφαλιζόμενο κτιριακό συγκρότημα συνολικής επιφάνειας 1.600 τ.μ., όσο δηλαδή υποστηρίζει η εφεσίβλητη ότι είναι και η πραγματική επιφάνεια του όλου κτιριακού συγκροτήματος συνάγεται ότι η ασφάλιση αφορούσε όλες ανεξαιρέτως τις κτιριακές εγκαταστάσεις και όχι μόνο τις κτιριακές βελτιώσεις που, (αορίστως), υποστηρίζει η τελευταία ότι πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της ασφαλιστικής συμβάσεως που συνήψε το έτος 2007 με την εταιρεία "ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ" και της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως το έτος 2010.

Άλλωστε, δεν αποδεικνύεται και ότι έγιναν βελτιώσεις των κτιριακών εγκαταστάσεων κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι ούτε η εφεσίβλητη είχε το δικαίωμα ως μισθώτρια να προβεί σε προσθήκες και τροποποιήσεις επί των κτιριακών εγκαταστάσεων (άρθρο 12 της από 16.10.2007 συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως), ούτε προσκομίζονται έγγραφα σχετικής πολεοδομικής άδειας και παραστατικών αγοράς υλικών και παροχής υπηρεσιών.

Με το δεύτερο από τα παραπάνω συμβόλαια (υπ' αριθμ. 31017018752), η εκκαλούσα ανέλαβε, έναντι εξαμηνιαίων ασφαλίστρων, ποσού 1.059,48 ευρώ, την κάλυψη των ζημιών στα εμπορεύματα και τον εξοπλισμό της ατομικής επιχειρήσεως του δευτέρου εφεσιβλήτου (Θεοδώρου Ταγκαλάκη) μέχρι του ποσού των 848.000 ευρώ.".... "Με τις δύο (από 25.8.2010) προτάσεις ασφάλισης που υπέβαλαν οι εφεσίβλητοι προς την εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία δηλώθηκαν από το δεύτερο, αναφορικά με τα ζητήματα που εν προκειμένω ενδιαφέρουν και τα ακόλουθα:

Στην πρόταση που αφορούσε την ασφάλιση των κτιριακών εγκαταστάσεων και των εμπορευμάτων της πρώτης των εφεσιβλήτων ομορρύθμου εταιρείας, δηλώθηκε κατά λέξη, ότι το προς ασφάλιση αντικείμενο αφορά "κτίριο - οικοδομή (συνασφάλιση από 250.000 ευρώ), έχει ασφαλιστεί για 850.000 ευρώ με leasing στην Κύπρου) ... έναντι κινδύνου, όπως αίτημα προσφοράς", ενώ για τα εμπορεύματα και τον εξοπλισμό της, δηλώθηκε, χωρίς να γίνεται περιγραφή τους, "όπως περιγραφή που ακολουθεί και CD που έχει αποσταλεί''.

Στη δεύτερη σελίδα της ίδιας πρότασης σημειώνεται ότι η επιχείρησή της "στεγάζεται σε ιδιόκτητο κτίριο 1600 τ.μ. σε οικόπεδο τεσσάρων στρεμμάτων" και ακολουθεί συγκεντρωτική κατάσταση της εκτιμούμενης από την ίδια αξίας του εξοπλισμού και των εμπορευμάτων της, συνολικού ποσού 1.598.195 ευρώ, χωρίς αναφορά στο είδος και την ποσότητά τους.

Το περιεχόμενο της δεύτερης αυτής σελίδας είναι πανομοιότυπο με αυτό της από 16.8.2010 αιτήσεώς της, που ο ίδιος ο εκπρόσωπός της (Θ. Τ.) απέστειλε στην έδρα της εκκαλούσης. Αντίστοιχα, στην πρώτη σελίδα της πρότασης του δευτέρου των εφεσιβλήτων, που αφορούσε στην ασφάλιση της ατομικής του επιχειρήσεως, σημειώνεται ως προς τα προς ασφάλιση εμπορεύματα η ίδια παραπομπή στην επόμενη σελίδα (όπως περιγραφή που ακολουθεί και CD που έχει αποσταλεί) και αναγράφεται ως περιεχόμενο της ασφαλιστικής συμβάσεως το ποσό των 848.000 ευρώ και στη δεύτερη σελίδα της διαλαμβάνεται κατάσταση με την αξία του εξοπλισμού και των εμπορευμάτων της επιχειρήσεώς του, συνολικού ποσού 848.000 ευρώ, στα οποία συμπεριλαμβάνονται, όπως κατά λέξη αναγράφεται, και "εμπορεύματα - μηχανήματα, που μπορεί να βρίσκονται στο κατάστημά μας από πελάτες μας 60.000-80.000 ευρώ".

Και η σελίδα αυτή (δεύτερη) έχει πανομοιότυπο περιεχόμενο με την από 16.8.2010 αίτησή του. Όπως προεκτέθηκε, τις παραπάνω προτάσεις τις υπέγραψε και τις διαβίβασε ο ίδιος ο Θ. Τ. τηλεομοιοτυπικά στην εκκαλούσα την 25.8.2010 και, δεδομένου ότι δεν συντάχθηκε γραπτό ερωτηματολόγιο, ο κίνδυνος εκτιμήθηκε και τα δύο συμβόλαια εκδόθηκαν με βάση τις δηλώσεις που διαλαμβάνονταν στις προτάσεις των εφεσιβλήτων.

Εξ άλλου, το οικόπεδο και οι κτιριακές εγκαταστάσεις που συστεγαζόταν οι δύο επιχειρήσεις, ιδιοκτησίας αρχικά της πρώτης των εφεσιβλήτων, είχαν μεταβιβασθεί, όπως προαναφέρθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. 5972/ 16.10.2007 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου ... ... στην εταιρεία "ΚΥΠΡΟΥΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε.", η οποία στη συνέχεια το εκμίσθωσε στην πωλήτρια - εφεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 5973/16.10.2007 συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως της ιδίας Συμβολαιογράφου.

Το ιδιοκτησιακό αυτό καθεστώς δεν άλλαξε στο μεταξύ και, επομένως, κατά το χρόνο υποβολής της από 25.8.2010 προτάσεως ασφάλισης από την πρώτη των εφεσιβλήτων και κατάρτισης της επίδικης ασφαλιστικής συμβάσεως την 27. 8.2010, κυρία των εγκαταστάσεων και του γηπέδου εξακολουθούσε να είναι η παραπάνω αγοράστρια εταιρεία και όχι η πρώτη των εφεσιβλήτων.

Ενεργός, επίσης, ήταν υπ'αριθμ. 171026474 ασφαλιστική σύμβαση, που είχε καταρτίσει το έτος 2007 η ίδια εφεσίβλητη με την εκκαλούσα - παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ", με την οποία είχαν ασφαλισθεί οι μισθωμένες κτιριακές εγκαταστάσεις για τον ίδιο κίνδυνο (πυρκαγιάς), για το ποσό του 1.000.000 ευρώ.

Παρά ταύτα όμως, ο δεύτερος των εφεσιβλήτων, με την προαναφερθείσα από 25.8.2010 πρόταση ασφάλισης που απηύθυνε προς την εκκαλούσα για λογαριασμό της πρώτης των εφεσιβλήτων και μέχρι και την κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως που αφορά τη διάδικο αυτή με την έκδοση του υπ' αριθμ. 31017018753 ασφαλιστηρίου συμβολαίου την 27.8.2010, δήλωσε ψευδώς ότι οι κτιριακές εγκαταστάσεις, στις οποίες συστεγάζονταν οι δύο επιχειρήσεις, ήταν ασφαλισμένες στην παραπάνω εταιρεία ("ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ") μόνο για το ποσό των 850.000 ευρώ.

Ομοίως, στη δεύτερη σελίδα της αυτής προτάσεως και στην ομοίου περιεχομένου αντίστοιχη από 16.8.2010 αίτηση - κατάσταση των προς ασφάλιση αντικειμένων, που αφορά την ίδια σύμβαση και είχαν το προεκτεθέν όμοιο περιεχόμενο, δήλωσε ψευδώς ότι οι κτιριακές εγκαταστάσεις όπου συστεγάζονταν οι δύο επιχειρήσεις, ήταν ιδιοκτησίας της πρώτης εφεσιβλήτου και, ακόμα, ότι η οικοπεδική τους έκταση ανέρχονταν σε τέσσερα στρέμματα, αντί του πραγματικού, που ήταν 2.672,95 τ.μ.

Την αναλήθεια των γεγονότων αυτών αποδεικνύεται ότι γνώριζε ο εκπρόσωπος της πρώτης των εφεσιβλήτων, αφού ο ίδιος είχε συμβληθεί με την αυτή ως άνω ιδιότητά του και στις προγενέστερες συμβάσεις αγοραπωλησίας (με την "ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε.") και ασφαλίσεως (με την "ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ") του γηπέδου και των κτιριακών εγκαταστάσεων, οι δε ψευδείς δηλώσεις του είχαν θετική ρητή διαβεβαίωση, αντίθετη με τα αληθή ως άνω γεγονότα, που αποκλείει την περίπτωση της αμέλειας.

Ζήτημα παρανόησης των δηλωθέντων από την προαναφερθείσα ασφαλειομεσίτρια που μεσολάβησε για την κατάρτιση της συμβάσεως δεν τίθεται, αφού ο ίδιος ο Θ. Τ. συνέταξε και απέστειλε στην εκκαλούσα την αίτηση - κατάσταση εμπορευμάτων, στην οποία αναφέρονταν το ψευδές γεγονός του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των κτιριακών εγκαταστάσεων και ο ίδιος προσυπέγραψε και απέστειλε την αντίστοιχη δισέλιδη πρόταση, στην οποία αναφέρονταν το ίδιο ψευδές γεγονός, καθώς και αυτό του μειωμένου (των 850.000 ευρώ) σε σχέση με το πραγματικό (1.000.000 ευρώ) ασφαλίσματος.

Εξ άλλου, στο εκδοθέν για την πρώτη των εφεσιβλήτων ασφαλιστήριο συμβόλαιο (υπ' αριθμ. 31017018753) γίνεται ρητή αναφορά στην ύπαρξη της συνασφάλισης για το δηλωθέν από το δεύτερο των εφεσιβλήτων ποσό των 850.000 ευρώ και όχι για το πραγματικό ποσό του ασφαλίσματος του 1.000.000 ευρώ. Αν, επομένως, η ψευδής αυτή δήλωση του εκπροσώπου της οφειλόταν σε παραδρομή ή παρανόηση και δεν υπήρχε πρόθεσή του να παραπλανήσει την εκκαλούσα σχετικά με το γεγονός αυτό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η πρώτη των εφεσιβλήτων, θα έπρεπε να προβεί, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της από τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, τη σύμβαση και τους κανόνες της καλόπιστης συναλλακτικής συμπεριφοράς, σε άμεση διορθωτική δήλωση, αμέσως μετά την παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου την 27.8.2010, όταν ενημερώθηκε για το περιεχόμενό του, ώστε να δώσει τη δυνατότητα στην εκκαλούσα να επανεκτιμήσει τα συμφέροντά της και να αποφασίσει για την τύχη της συμβάσεως με βάση τα νέα δεδομένα.

Σε τέτοια ενέργεια όμως δεν προέβη ο εκπρόσωπος της εφεσιβλήτου μέχρι και την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου την 19.9.2010. Αποδεικνύεται, επομένως, ότι ο εκπρόσωπος της πρώτης των εφεσιβλήτων προέβη στις ψευδείς ως άνω δηλώσεις δολίως και δη με σκοπό, να πείσει την εκκαλούσα, ότι οι κτιριακές εγκαταστάσεις της ανήκαν κατά κυριότητα, ώστε να φαίνεται ότι είχε συμφέρον για την ασφάλισή τους από το συγκεκριμένο κίνδυνο, καθώς και ότι η προϋπάρχουσα ασφαλιστική τους κάλυψη υπολείπονταν της πραγματικής τους αξίας και έτσι να την πείσει ότι σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου η ζημία της θα ήταν μεγαλύτερη από το δικαιούμενο ασφάλισμα από την προϋπάρχουσα σύμβαση και, επομένως, ότι αυτή είχε δικαιολογημένο συμφέρον να καλύψει ασφαλιστικά τη διαφορά αυτή με την ένδικη σύμβαση.

Εξ άλλου, κατά το χρόνο της καταρτίσεως της επίδικης υπ' αριθμ. 31017018753/27.8.2010 ασφαλιστικής συμβάσεως με την πρώτη των εφεσιβλήτων και μέχρι την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου την 19.9.2010 η εκκαλούσα, αγνοούσε την αναλήθεια των παραπάνω γεγονότων, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων της που εξετάσθηκαν με επιμέλεια της τελευταίας, είτε στο ακροατήριο είτε στα πλαίσια ενόρκων βεβαιώσεων, αλλά και συνάγεται από το γεγονός ότι η ύπαρξη της συνασφάλισης για το δηλωθέν ποσό των 850.000 ευρώ αποτέλεσε και περιεχόμενο του αντίστοιχου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στο οποίο η ίδια η εκκαλούσα δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον να αποστεί από την πραγματικότητα.

Την αναλήθεια των γεγονότων αυτών πληροφορήθηκε η εκκαλούσα πολύ μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και δη με την επίδοση της υπό κρίση αγωγής την 29.3.2012, στην οποία γίνεται αναφορά στα αληθή γεγονότα. Τα προαναφερόμενα δε στοιχεία και δη το γεγονός ότι η πρώτη των εφεσιβλήτων δεν ήταν κυρία των προς ασφάλιση κτιριακών εγκαταστάσεων, καθώς και το ύψος του ασφαλιστικού ποσού της παράλληλης ασφαλίσεώς τους, που δηλώθηκε μικρότερο, ήταν ουσιώδη και κρίσιμα για την εκτίμηση από την εκκαλούσα του ασφαλιζόμενου κινδύνου και τη στάθμιση των εν γένει συμφερόντων της και εν τέλει για την κατάρτιση της επίδικης ως άνω συμβάσεως και την σκοπιμότητά της.

Και τούτο, διότι, προς αποτροπή του ενδεχομένου να προκαλέσει εκούσια ο ασφαλισμένος την πραγμάτωση του ασφαλιστικού κινδύνου, χάριν του οικονομικού οφέλους, η ενδεδειγμένη ασφαλιστική τεχνική επιτάσσει να αποφεύγεται η υπερασφάλιση, αλλά και η παράλληλη ασφάλιση των ίδιων πραγμάτων για τον αυτό κίνδυνο σε περισσότερους ασφαλιστές, πολύ δε περισσότερο, όταν ο λήπτης του ασφαλίσματος δεν είναι κύριος των ασφαλιζόμενων πραγμάτων, όπως εν προκειμένω, και δεν έχει συμφέρον για την ασφάλισή τους παρά μόνον για την περίπτωση και στο βαθμό που ασφαλίζει κινδύνους που μπορεί να προέλθουν από υπαιτιότητα του ίδιου ή των προστηθέντων του.

Στην ένδικη μάλιστα περίπτωση, υπήρχε αυξημένος ο κίνδυνος αυτός, καθώς αποδεικνύεται ότι η αξία των ασφαλιζόμενων κτιριακών εγκαταστάσεων ήταν πολύ μικρότερη όχι μόνο του ποσού του 1.000.000 ευρώ για το οποίο είχαν ασφαλιστεί προηγουμένως στην εταιρεία "ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ"), αλλά και αυτού των 850.000 ευρώ που δηλώθηκε ψευδώς ως ασφάλισμα από τον εκπρόσωπο της πρώτης των εφεσιβλήτων, γεγονός που προκύπτει:

α) από το αναγραφόμενο στο υπ' αριθμ. 5972/16.10.2007 συμβόλαιο πωλήσεως προς την εταιρεία "ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ'' συνολικό τίμημα των 800.000 ευρώ, που όμως δεν αφορά μόνο την αξία των κτιριακών εγκαταστάσεων, αλλά και την αξία του γηπέδου, β) από την αναφερόμενη στο ίδιο συμβόλαιο αντικειμενική αξία τους (γηπέδου και εγκαταστάσεων), ποσού μόλις 343.512 ευρώ, γ) από την σε ανύποπτο χρόνο εκτίμηση της αξίας των κτιριακών εγκαταστάσεων από τον Μηχανικό Γεώργιο Σπανογιάννη στο ποσό των 576.800 ευρώ, η οποία έγινε την 30.8.2006 για τις ανάγκες της αρχικής ασφαλίσεώς τους στην εταιρεία "ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ" και αναφέρεται στην από 27.4.2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Π.

Λ., Φ. Κ. και Κ. Λ. (πολιτικού μηχανικού, τοπογράφου μηχανικού και ηλεκτρολόγου μηχανικού αντίστοιχα) και δ) από την εκτιμηθείσα από τις δύο διάδικες ασφαλιστικές εταιρείες ζημία στις εγκαταστάσεις αυτές μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, την οποία, με την παραδοχή της σχεδόν ολοσχερούς καταστροφής τους, προσδιορίζουν η μεν ΚΥΠΡΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ στο ποσό των 407.350 ευρώ, η δε εκκαλούσα στο ποσό των 401.414,24 ευρώ.

Κατά συνέπειαν, η προυπάρχουσα ασφάλιση του 1.000.000 ευρώ υπερκάλυπτε την αξία των ασφαλιζόμενων κτιριακών εγκαταστάσεων, η οποία (αξία τους), λαμβάνοντας υπόψιν ότι η ως άνω υπό στοιχεία γ' εκτίμηση της αξίας τους σε 576.800 ευρώ έγινε στα πλαίσια της εξασφάλισης των συμφερόντων συγγενούς με αυτή του εκτιμητή εταιρείας από την κατ' ουσίαν χρηματοδότηση της επιχειρήσεως της εφεσιβλήτου δια των συμβάσεων πωλήσεως και χρηματοδοτικής μισθώσεως που προαναφέρθηκαν, καθώς και την επελθούσα στο μεταξύ από την τετραετή χρήση φθορά τους, σε καμία περίπτωση δεν υπερέβαινε τις 450.000 ευρώ, γεγονός που είναι προφανές ότι δεν το γνώριζε η εκκαλούσα.

Έτσι, πεισθείσα από τις ψευδείς ως άνω δηλώσεις του εκπροσώπου της πρώτης των εφεσιβλήτων, κατήρτισε την παραπάνω σύμβαση, σταθμίζοντας εσφαλμένα τους κινδύνους για τα συμφέροντά της, αφού, με βάση αυτές, πίστευε αφενός μεν ότι οι κτιριακές εγκαταστάσεις ανήκαν στην ιδιοκτησία της αντισυμβαλλομένης της, αφετέρου δε ότι το δικαιούμενο ασφάλισμα από την εν ισχύ τότε προγενέστερη ασφαλιστική σύμβαση ανέρχονταν μόνον στο ποσό των 850.000 ευρώ, καθώς και ότι αυτό υπολείπονταν της αξίας τους κατά το ποσό των 250.000 ευρώ, με συνέπεια να αποδεχθεί την πρότασή της για την παράλληλη ασφάλισή τους για το επιπλέον αυτό ποσό, στηριζόμενη σε εσφαλμένα δεδομένα.

Από τα παραπάνω, είναι προφανές ότι τα δύο αυτά ψευδή περιστατικά αποτέλεσαν καθοριστικούς παράγοντες τόσο για την απόφαση της εκκαλούσης να καταρτίσει την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, κατά το μέρος τουλάχιστον που αφορά την ασφάλιση των πραγμάτων αυτών (κτιριακών εγκαταστάσεων), όσο και για τη διαμόρφωση του περιεχομένου της.

Αν δε η τελευταία γνώριζε την αναλήθεια των γεγονότων αυτών θα στάθμιζε οπωσδήποτε διαφορετικά τον επαπειλούμενο κίνδυνο και τα συμφέροντά της και δεν θα κατήρτιζε την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση με την πρώτη των εφεσιβλήτων κατά το μέρος που αφορά τις κτιριακές εγκαταστάσεις που στεγάζεται η επιχείρησή της, ή, τουλάχιστον, θα διαμόρφωνε διαφορετικά τους όρους της καλύψεως και τα ποσά του ασφαλίσματος και των ασφάλιστρων, ώστε να επιτυγχάνεται ο σκοπός της αποτροπής του προαναφερόμενου εκούσιας πραγμάτωσης κινδύνου.

Με βάση τα αποδεικνυόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, επήλθε άμεση απαλλαγή της εκκαλούσης από την υποχρέωσή της για την προς την πρώτη των εφεσιβλήτων καταβολή οπουδήποτε ποσού ασφαλίσματος για την κάλυψη των ζημιών από την καταστροφή των ασφαλιζόμενων κτιριακών εγκαταστάσεων την 19.9.2010, που εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην επιχείρησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 1, 6 & 7 και 15§§1 &3 του παραπάνω νόμου και χωρίς να είναι απαραίτητη η καταγγελία της συμβάσεως ασφαλίσεως, σύμφωνα με την οικεία νομική σκέψη, δεδομένου ότι η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε στις 19.9.2010, δηλαδή σε προγενέστερο χρόνο από εκείνον, κατά τον οποίο η εκκαλούσα έλαβε γνώση της αναλήθειας των γεγονότων που διαμόρφωσαν τη δικαιοπρακτική της βούληση (29.3.2012), όπως, κατ'εκτίμηση των δικογράφων της, βάσιμα υποστήριξε η εκκαλούσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρει τον ισχυρισμό της με τον έκτο, υπό στοιχεία στ' περ β' και ε' λόγο της εφέσεώς της, η δε εκκαλουμένη, που απέρριψε κατ'ουσίαν την ένσταση αυτή, εκτιμώντας ότι δεν αποδεικνύεται δόλος στο πρόσωπο του εκπροσώπου της πρώτης εφεσίβλητης, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 6 και 7 και 15 παρ. 3 του Ν. 2496/1997, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το δικαστήριο αυτό με ορθή υπαγωγή στις παραπάνω διατάξεις και κατά λογική ακολουθία δέχθηκε ότι " ως παράλειψη γνωστοποίησης" στην πολλαπλή ασφάλιση σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 3 Ν 2496/1997 νοείται όχι μόνο η παράλειψη γνωστοποίησης της άλλης ασφάλισης αλλά και του ακριβούς ασφαλιστικού ποσού , ότι ο δεύτερος των αναιρεσειόντων κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης που αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα, για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής αυτής, δήλωσε ψευδώς αφενός ότι οι κτηριακές εγκαταστάσεις στις οποίες συστεγάζονταν τόσο η εταιρική επιχείρηση όσο και η δική του ατομική ήταν ιδιοκτησίας της εταιρείας, ενώ αυτή στην πραγματικότητα ήταν μισθώτρια δυνάμει χρηματοδοτικής μίσθωσης, αφετέρου ότι η υπάρχουσα συνασφάλιση για το κτήριο ήταν για ποσό 850.000 ευρώ αντί του πραγματικού που ήταν 1.000.000 ευρώ, ότι την αναλήθεια των περιστατικών αυτών γνώριζε ο δεύτερος, ο οποίος απέκρυψε δολίως την πραγματική κατάσταση και ότι τα ψευδή αυτά στοιχεία ήταν κρίσιμα και αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης και οδηγούν στην απαλλαγή της τελευταίας από την υποχρέωση αποζημίωσης όταν επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος της πυρκαγιάς και της καταστροφής των κτιριακών εγκαταστάσεων.

Οι αναιρεσείοντες εσφαλμένα υπολαμβάνουν ότι το Εφετείο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1 Ν. 2496/1997, αφού πουθενά στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά ότι ο μισθωτής ακινήτου με χρηματοδοτική μίσθωση (leasing) δεν έχει συμφέρον ασφάλισής του. Έκρινε όμως ότι η ψευδής δήλωση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ασφαλιζόμενου κτηρίου επέδρασε ουσιωδώς στην κατάρτιση και στους όρους σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης (όχι στην εγκυρότητά της) και θεμελιώνει λόγο απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις.

Περαιτέρω, το Εφετείο για τη θεμελίωση του λόγου απαλλαγής της αναιρεσίβλητης από τη ασφαλιστική κάλυψη για τις κτηριακές εγκαταστάσεις, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον αναφέρονται όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά υπαγωγής στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Ειδικότερα, δεν προκύπτει αντίφαση από την σε σχέση με τη συνασφάλιση παραδοχή ότι είχε συναφθεί χρηματοδοτική μίσθωση και την παραδοχή ότι στην ίδια πρόταση ασφάλισης υπήρχε η ρητή δήλωση του δεύτερου αναιρεσείοντος ότι η επιχείρηση της πρώτης στεγάζεται σε ιδιόκτητο κτήριο, οι δε αιτιάσεις ότι δεν συνέτρεξε δόλος του δεύτερου αναιρεσείοντος για τις ψευδείς δηλώσεις πλήττουν ανεπίτρεπτα την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την πρόταση ασφάλισης που αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία, όπου και στα δύο έγγραφα υπάρχει σημείωση για συνασφάλιση LEASING στην Τ. Κ. για ποσό 850.000 ευρώ που αφορά το κτήριο και στη δεύτερη σελίδα της πρότασης ότι η εταιρεία στεγάζεται σε ιδιόκτητο κτήριο 1.600 τ.μ σε οικόπεδο τεσσάρων στρεμμάτων και απέδωσε στα έγγραφα αυτά το αληθές περιεχόμενο χωρίς να παραλείψει λέξεις , πλην όμως μετά από συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρούν οι αναιρεσείοντες ορθό, πράγμα αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου ο ισχυρισμός ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι η πρώτη αναιρεσείουσα δήλωσε ψευδώς ότι το οικόπεδο όπου οι κτηριακές εγκαταστάσεις είχε έκταση τέσσερα περίπου στρέμματα, ενώ η πραγματική έκταση ήταν 2.672,95 τ.μ, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το στοιχείο αυτό αναφέρεται μεν ως ψευδές στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλην όμως δεν λήφθηκε υπόψη ως λόγος απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρείας από το άρθρο 3 παρ. 1,6 και 7 Ν. 2496/1997, ο οποίος θεμελιώθηκε μόνο στην ψευδή δήλωση σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ασφαλισμένου κτηρίου και το ύψος του ασφαλιστικού ποσού της παράλληλης ασφάλισης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους υπό την επίκληση των ανωτέρω αιτιάσεων, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις από το άρθρο 1, 8, 19 και 20 αναιρετικές πλημμέλειες είναι στο σύνολό τους αβάσιμοι.

Κατά την παρ.3 του άρθρου 19 του Ν. 2496/1997, που ρυθμίζει την περίπτωση ασφάλισης πυρκαγιάς, ασφαλιστική κάλυψη δεν παρέχεται όταν η πυρκαγιά οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια που καταλογίζεται προσωπικά στο λήπτη της ασφάλισης, καθώς και σε δόλο των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 7 παρ. 5 του παρόντος νόμου, κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου σε περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, επιτρέπεται και διαφορετική ως προς τους όρους αυτού του άρθρου συμφωνία.Βαριά αμέλεια χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η εκτροπή από τους κανόνες της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας είναι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ασυνήθιστα σοβαρή, που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της συμπεριφοράς του ( ΑΠ 346/2016, ΑΠ 921/2009 ).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά το ενδιαφέρον τον δεύτερο αναιρετικό λόγο κεφάλαιό της η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: " Οι δύο επιχειρήσεις των εφεσιβλήτων λειτουργούσαν επί γηπέδου επιφάνειας 2.672,95 τ. μ., με κτιριακές εγκαταστάσεις συνολικής επιφάνειας 1.656,50 τ.μ., οι οποίες έφεραν μεταλλικό σκελετό, με εξαίρεση ένα μικρό μέρος τους, που ο σκελετός τους είχε παλαιά λιθοδομή και στέγη από λαμαρίνα.

Από την όλη κτηριακή εγκατάσταση 218 τ.μ. ήταν υπόστεγο είτε ακάλυπτο περιμετρικά είτε καλυμμένο με λαμαρίνα, 252 τ.μ. χρησιμοποιούνταν ως αποθήκη, 312 τ.μ. στο ισόγειο χρησιμοποιούνταν για την έκθεση των εμπορευμάτων της, 80 τ.μ., (με φέροντα σκελετό από παλαιά λιθοδομή), χρησιμοποιούνταν για τη στέγαση των γραφείων της, 203,50 τ.μ.

χρησιμοποιούνταν ως εργαστήριο, 50 τ.μ. ως βαφείο και 25 τ.μ. ως θάλαμος αμμοβολής. Δυτικά του γηπέδου αυτού εκτεινόταν αγρόκτημα 25 περίπου στρεμμάτων, ιδιοκτησίας Π. Γ. και νότια γειτνίαζε με την επαρχιακή οδό .... Την 19.9.2010 και περί ώρα 16.55 μ.μ περίπου εκδηλώθηκε πυρκαγιά στις επιχειρήσεις των εφεσιβλήτων, η οποία εντοπίσθηκε άμεσα κατά την έναρξή της τόσο από τον πυροφύλακα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, όσο και από τους περίοικους, οι οποίοι έσπευσαν στο σημείο για να συνδράμουν το έργο της κατάσβεσης.

Παρά την ενεργοποίηση όμως δεκαεννέα πυροσβεστών και εννέα οχημάτων της παραπάνω υπηρεσίας, τα πρώτα εκ των οποίων κατέφθασαν στο σημείο σε χρονικό διάστημα 5 έως 10 λεπτών από την εκδήλωσή της, δεν κατέστη δυνατή η έγκαιρη κατάσβεση της πυρκαγιάς, με συνέπεια να υποστούν σχεδόν ολοσχερή καταστροφή κτίρια, εγκαταστάσεις, εξοπλισμός και εμπορεύματα των δύο επιχειρήσεων ...

Εξ άλλου, οι διάδικοι υποστηρίζουν και η άποψή τους επιβεβαιώνεται πειστικά από όλους τους διορισθέντες εκατέρωθεν πραγματογνώμονες, ότι η φωτιά ξεκίνησε από το ευρισκόμενο δυτικά των ασφαλιζόμενων επιχειρήσεων αγρόκτημα, ιδιοκτησίας του Π. Γ. και επεκτάθηκε βορειοδυτικά, σε απόσταση 50 περίπου μέτρων, μέχρι το όριο των κτιριακών εγκαταστάσεων των εφεσιβλήτων.

Εισήλθε δε σ' αυτές, από τον ευρισκόμενο στην πλευρά αυτή (βορειοδυτική) χώρο του βαφείου, γεγονός που συνομολογείται από τους εφεσιβλήτους με την αγωγή τους (βλ. στο τέλος της προτελευταίας παραγράφου της σελ. 13 αυτής), έστω και αν το αναιρούν στη συνέχεια με τα επόμενα δικόγραφά τους, υποστηρίζοντας αβασίμως ότι η φωτιά εισήλθε μεν από τη δυτική πλευρά των εγκαταστάσεων, όχι όμως από το χώρο του βαφείου.

Στο παραπάνω αγρόκτημα δεν αποδεικνύεται ότι υπήρχαν συστάδες θάμνων, όπως υποστηρίζει η εκκαλούσα και, επομένως, ο ισχυρισμός της ότι η ένδικη πυρκαγιά εντάσσεται στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις της ασφαλιστικής καλύψεως είναι αβάσιμος στην ουσία του. Εξ άλλου, η ανάφλεξη στο χώρο του βαφείου έγινε αμέσως μόλις οι φλόγες από το διπλανό αγρόκτημα πλησίασαν στο εξωτερικό του, γεγονός που επιβεβαιώνεται από όλες ανεξαιρέτως τις μαρτυρικές καταθέσεις που προαναφέρθηκαν, δεδομένου ότι οι μεν λοιποί από τους ως άνω μάρτυρες κάνουν λόγο για σχεδόν ταυτόχρονη φωτιά στο διπλανό αγρόκτημα και στις εγκαταστάσεις των εφεσιβλήτων, οι δε πυροσβέστες βεβαιώνουν ότι κατά την άμεση έλευσή τους στο σημείο (5-10 λεπτά από την έναρξή της), υπήρχε ήδη φωτιά στο εσωτερικό των κτιριακών εγκαταστάσεων.

Από\το αποδεικνυόμενο αδιαμφισβήτητα αυτό γεγονός, της άμεσης δηλαδή ανάφλεξης του βαφείου συνάγεται σαφώς ότι ο χώρος αυτός δεν είχε διαμορφωθεί ως ξεχωριστό πυροδιαμέρισμα με Δ.Π. (δείκτη πυροπροστασίας) εξήντα (60) λεπτών, όπως απήτησε η αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία, προκειμένου να εκδώσει το αντίστοιχο πιστοποιητικό πυροπροστασίας, άποψη που επιβεβαιώνεται και από την υπ' αριθμ. 68/8.10.2012 τεχνική έκθεση του Αντιστρατήγου-Υπαρχηγού εν αποστρατεία του Πυροσβεστικού Σώματος Ν.

Δ. και την υπ' αριθμ. 22986/16.4.2015 ένορκη βεβαίωση του ιδίου, ο οποίος διαπίστωσε από τις φωτογραφίες του χώρου αυτού, ότι τα παράθυρα (φεγγίτες) στην οροφή του ήταν κατασκευασμένα από το εύφλεκτο υλικό πλεξιγκλάς και όχι από πυρίμαχους υαλοπίνακες, όπως θα έπρεπε για την επίτευξη του άνω δείκτη πυροπροστασίας.

Ειδικότερα, σχετικά με την πυροπροστασία των δύο επιχειρήσεων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι δύο επιχειρήσεις των εφεσιβλήτων, μολονότι συστεγάζονταν και διατηρούσαν εντός των εγκαταστάσεών τους εύφλεκτα υλικά, (όπως διαλυτικά, χρώματα, βενζινοκίνητα ή πετρελαιοκίνητα μηχανήματα κ.λ.π.), δεν διέθεταν κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου πιστοποιητικά πυροπροστασίας.

Είχαν όμως υποβάλλει στην Πυροσβεστική Υπηρεσία Γαργαλιάνων την από μελέτη πυροπροστασίας, η οποία απερρίφθη με το υπ' αριθμ. 7969Φ.701.4/4.6.2010 έγγραφο της υπηρεσίας αυτής και επανήλθαν με την από την 18.6.2010 αίτηση και την από τον Ιούνιο του 2010 μελέτη πυροπροστασίας του Μηχανολόγου Μηχανικού Ε. Κ., η οποία εγκρίθηκε με το υπ' αριθμ. 1956Φ 701.4/ 21.6.2010 έγγραφο της ως άνω υπηρεσίας, υπό τον όρο ότι ο χώρος του βαφείου θα αποτελεί ξεχωριστό πυροδιαμέρισμα με Δείκτη Πυροπροστασίας 60' λεπτών.

Οι εφεσίβλητοι όμως μέχρι και την 19.9.2010 δεν είχαν προχωρήσει στην υλοποίηση των μέτρων πυροπροστασίας που προέβλεπε η εγκριθείσα μελέτη και, κυρίως, δεν είχαν φροντίσει για την διαμόρφωση του χώρου του βαφείου σε ξεχωριστό πυροδιαμέρισμα με τον υποδεικνυόμενο δείκτη πυροπροστασίας, διότι, στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή ο χώρος του βαφείου είχε κατασκευασθεί με τον παραπάνω δείκτη πυροπροστασίας, η φωτιά, αφενός μεν θα είχε καθυστερήσει να εισέλθει εντός αυτού για 60' λεπτά τουλάχιστον, οπότε με την έγκαιρη έλευση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας θα είχε αποφευχθεί η είσοδό της στο χώρο αυτό και η επέκτασή της στις λοιπές εγκαταστάσεις, αφετέρου δε, αν για οποιοδήποτε λόγο εισέρχονταν στο εσωτερικό του, θα παρέμενε εγκλωβισμένη στο χώρο αυτό για 60' λεπτά επίσης, γεγονός που θα επέτρεπε στην πυροσβεστική υπηρεσία, λόγω και της εγκαίρου αφίξεώς της, να περιορίσει και να κατασβέσει τη φωτιά εντός του χώρου αυτού.

Εξ άλλου, η διαμόρφωση κατά τα άνω του χώρου του βαφείου, προϋποθέτει οικοδομική άδεια, υλικά και εργασίες, περί των οποίων κανένα παραστατικό δεν προσκομίζεται, αν και οι εφεσίβλητοι, υπό την εκδοχή της καταστροφής τους, θα μπορούσαν να τα αναζητήσουν από τους προμηθευτές τους. Η παράλειψη αυτή των εφεσιβλήτων να προβούν στην ως άνω ενέργεια προς αποτροπή της επέλευσης του ασφαλιζόμενου κινδύνου, οφείλεται, εν όψει και της αυξημένης επικινδυνότητας για ανάφλεξη των εναποτεθέντων στο χώρο του βαφείου υλικών, σε βαριά αμέλεια του δευτέρου εξ αυτών, ο οποίος, αν και γνώριζε τον αυξημένο ως άνω κίνδυνο και προέβλεψε ως πιθανή την επέλευσή και μολονότι του επισημάνθηκε η αναγκαιότητά του από την Πυροσβεστική Υπηρεσία με το προαναφερόμενο από 21.6.2010 έγγραφο της εγκρίσεως της μελέτης πυροπροστασίας, ηθελημένα παρέλειψε να ασφαλίσει το χώρο του βαφείου με τον κατάλληλο δείκτη πυροπροστασίας μέχρι και την 19.9.2010, δηλαδή επί τρεις ολόκληρους μήνες από την ως άνω επισήμανση της Πυροσβεστικής, αλλά και πριν από αυτή επί σειρά ετών, λειτουργώντας μάλιστα, αν όχι και τις δύο επιχειρήσεις, τουλάχιστον την επιχείρηση της πρώτης, ουσιαστικά χωρίς άδεια λειτουργίας, η έκδοση της οποίας για το είδος αυτό των επιχειρήσεων (βιομηχανίες με βαφείο) προϋποθέτει την έκδοση πιστοποιητικού πυροπροστασίας (άρθρο 4 παρ. 1 της ΥΑ 1589/2006) ...

Και ναι μεν δεν τέθηκε εν προκειμένω γραπτό ερωτηματολόγιο στους εφεσιβλήτους, ώστε να προκύπτει ρητή ψευδής περί του αντιθέτου βεβαίωση του δευτέρου των εφεσιβλήτων, (περί ύπαρξης δηλαδή πιστοποιητικού πυροπροστασίας), όπως υποστηρίζει η εκκαλούσα, πλην όμως η υποχρέωση του προσώπου αυτού με τη διττή ως άνω ιδιότητά του προς συμμόρφωση με τα επιβαλλόμενα από το νόμο και την Πυροσβεστική Υπηρεσία μέτρα πυροπροστασίας των συστεγαζόμενων επιχειρήσεων, προβλέπεται και επιβάλλεται από το ταυτόσημο άρθρο 5 παρ. 3 εδ.

β' αμφοτέρων των συμβάσεων, σύμφωνα με το οποίο ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης του ασφαλίσματος είναι υποχρεωμένος να παίρνει όλα τα ενδεικνυόμενα και εύλογα μέτρα προφύλαξης και συντήρησης της ασφαλισμένης περιουσίας προς αποφυγή επέλευσης του ασφαλιζόμενου κινδύνου. Ασφαλισμένα δε αντικείμενα με τις ένδικες συμβάσεις ήταν, (εκτός από τις κτιριακές εγκαταστάσεις), τα εμπορεύματα, τα μηχανήματα και ο εξοπλισμός αμφοτέρων των επιχειρήσεων των εφεσιβλήτων και δεδομένου ότι αυτές συστεγάζονταν και στο πρόσωπο του δευτέρου των εφεσιβλήτων συνέπιπταν οι ιδιότητες του εκπροσώπου της πρώτης και του ιδιοκτήτη της δεύτερης και, επομένως, γνώριζε πολύ καλά και αποδέχονταν με τη συστέγαση και τον κίνδυνο για τις δύο επιχειρήσεις, είχαν και οι δύο την ίδια υποχρέωση λήψης όλων των ενδεικνυόμενων μέτρων πυροπροστασίας, την οποία, υπό τη διττή ως άνω ιδιότητά του, παρέλειψε ο δεύτερος των εφεσιβλήτων τουλάχιστον από βαριά αμέλειά του.

Συντρέχει, επομένως, εν προκειμένω η προβλεπόμενη από τον όρο 16 παρ. 2 των Γενικών Όρων εκάστου ασφαλιστηρίου περίπτωση απαλλαγής της εκκαλούσης από την υποχρέωση κάλυψης της ζημίας στα εμπορεύματα, τον εξοπλισμό και τα μηχανήματα των εφεσιβλήτων, σύμφωνα με τον οποίο "η εταιρεία απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια του λήπτη της ασφάλισης" καθώς και η προβλεπόμενη από την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του ν. 2496/1997 περίπτωση, σύμφωνα με την οποία "ασφαλιστική κάλυψη δεν παρέχεται όταν:

α) η πυρκαγιά οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια που καταλογίζεται προσωπικά στον λήπτη της ασφάλισης", όπως βάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον έκτο και εν μέρει και με τον πέμπτο λόγους της εφέσεώς της".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο αναφορικά με την ένσταση απαλλαγής της αναιρεσίβλητης από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, σύμφωνα με τους όρους 5 παρ. 3, 16 παρ. 2 των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και του άρθρου 19 παρ. 3 του Ν. 2496/1997, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αυτές, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή ανεπαρκείς αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και τον τρίτο πρόσθετο λόγο αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 11 και 19 ΚΠΟΛΔ α) ορθά εφάρμοσε, πλην των συμβατικών όρων απαλλαγής ( άρθρο 5 παρ. 3 και 16 παρ. 2 των ασφαλιστηρίων συμβολαίων) και τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Ν. 2496/1997, καθόσον από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι απαλλαγή από την ασφαλιστική κάλυψη επέρχεται όχι μόνο όταν η πυρκαγιά εκδηλώθηκε μέσα στο ασφαλισμένο κτήριο αλλά και εκτός αυτού, επεκτάθηκε όμως στο χώρο και κατέστρεψε τα ασφαλισμένα αντικείμενα από δόλο ή βαριά αμέλεια του λήπτη της ασφάλισης ή του νομίμου εκπροσώπου του, β) ορθά δέχθηκε ότι για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης αρκούσε η συνδρομή βαριάς αμέλειας στο πρόσωπο του δεύτερου αναιρεσείοντος ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εταιρείας, διότι αντίθετη εκδοχή στην ασφάλιση ζημιών ( ότι απαιτείτο αποκλειστικά δόλος όταν πρόκειται για εκπροσώπηση του λήπτη της ασφάλισης) δεν προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 19 Ν. 2496/1997, αλλά ούτε και από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του ίδιου νόμου στην οποία αυτό ( άρθρο 19) παραπέμπει, γ) για τη θεμελίωση της βαριάς αμέλειας στο πρόσωπο του δεύτερου αναιρεσείοντος υπό τη διττή ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας και του ιδιοκτήτη της συστεγαζόμενης ατομικής επιχείρησής του η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι αα) η φωτιά εισήλθε στο χώρο του βαφείου του ασφαλισμένου κτηρίου από παρακείμενο αγρόκτημα ββ) ο χώρος του βαφείου δεν είχε διαμορφωθεί ως ξεχωριστό πυροδιαμέρισμα με δείκτη πυροπροστασίας 60' λεπτών, προϋπόθεση απαραίτητη για την έκδοση πιστοποιητικού πυρασφάλειας από την αρμόδια Υπηρεσία Πυροσβεστικής, με το οποίο δεν είχαν εφοδιαστεί οι συστεγαζόμενες επιχειρήσεις γγ) αν είχαν ληφθεί τα παραπάνω μέτρα πυροπροστασίας η φωτιά θα είχε καθυστερήσει να εισέλθει στο χώρο του βαφείου και να επεκταθεί στις λοιπές εγκαταστάσεις, οπότε θα είχε αντιμετωπισθεί από την έγκαιρη έλευση της πυροσβεστικής δδ) ο δεύτερος των αναιρεσειόντων αν και γνώριζε τον αυξημένο κίνδυνο για ανάφλεξη των αποθηκευμένων στο χώρο του βαφείου υλικών και προέβλεψε ως πιθανή την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου της πυρκαγιάς, ηθελημένα παρέλειψε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα πυροπροστασίας και η πυρκαγιά οφείλεται σε βαριά του αμέλεια.

Τα γενόμενα δεκτά αυτά πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ με την έννοια της σοβαρής εκτροπής από τη συνηθισμένη στις συναλλαγές επιμέλεια, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας και την αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, χωρίς να απαιτούνται άλλα περαιτέρω στοιχεία για τη θεμελίωσή της.

Οι λοιπές αιτιάσεις σχετικά με εσφαλμένες παραδοχές για τη συνδρομή της βαριάς αμέλειας συνιστούν αξιολόγηση των αποδείξεων και πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δ) τον ισχυρισμό ότι οι αναιρεσείοντες είχαν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα πυροπροστασίας, ανεξαρτήτως του ότι όπως προβλήθηκε δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ωστόσο το δικαστήριο τον απέρριψε εκ των πραγμάτων με τις αντίθετες παραδοχές για την ύπαρξη βαριάς αμέλειας στο πρόσωπο του δεύτερου αναιρεσείοντος, ε) Κατά την περίπτωση γ' του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Το Εφετείο στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στο προοίμιο του σκεπτικού του αναφέρει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και από τις παραδοχές της απόφασης αναμφίβολα καθίσταται βέβαιο ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς τη μη λήψη των αναγκαίων μέτρων πυροπροστασίας, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών εγγράφων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε α) τα από 3.6.2010 και 10.6.2010 μητρώα ετήσιας συντήρησης πυροσβεστήρων, β) τις από 3.6.2010 και 10.6.2010 υπεύθυνες δηλώσεις προς την Πυροσβεστική Υπηρεσία και γ) το από 12.10.2012 ενημερωτικό σημείωμα, στ) Όπως προαναφέρθηκε οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών και ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' αναιρετικός λόγος στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατά την εφαρμογή του όρου 16 παρ. 2 των ασφαλιστηρίων συμβολαίων δεν διαπίστωσε, ούτε και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στο περιεχόμενό του ώστε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.

Και τούτο διότι ο επίμαχος αυτός όρος των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, κατά τον οποίο "2. Η εταιρεία απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος, των προσώπων που συνοικούν μαζί τους, των νομίμων αντιπροσώπων ή εκπροσώπων τους..." ήταν σαφώς διατυπωμένος και δεν έχρηζε οποιασδήποτε ερμηνείας, η έννοια δε της βαριάς αμέλειας ερευνήθηκε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ.

ζ) Ο προβαλλόμενος τρίτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τον όρο 5 παρ. 3 των ασφαλιστικών συμβάσεων, ο οποίος ήταν άκυρος ως καταχρηστικός, είναι αβάσιμος προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προυποθέσεως καθόσον ο όρος αυτός, που είναι ταυτόσημος και στα δύο ασφαλιστήρια συμβόλαια, έχει άλλο περιεχόμενο από αυτό που αναφέρεται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, επιπλέον δε διότι από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 33 παρ. 1 Ν. 2496/1997, το οποίο ορίζει ότι "κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο...." σαφώς συνάγεται ότι στην ασφάλιση πυρκαγιάς από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, μπορούν εγκύρως να συμφωνηθούν αποκλίσεις από τις διατάξεις του άρθρου αυτού και να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραπάνω επιμέρους πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι αν δεν συντρέχει μία από τις σ` αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνον εφ` όσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ` όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1987). Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερόμενες, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή. ( ΑΠ 3/2019, ΑΠ 1289/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του και τον συναφή τέταρτο πρόσθετο λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να εφαρμόσει τον όρο 17 αριθ. 1 των επίμαχων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, σύμφωνα με τον οποίο ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης που δηλώνει στην εταιρεία ζημιά μεγαλύτερη της πραγματικής ή που χρησιμοποιεί ψευδή ή εικονικά αποδεικτικά μέσα σχετικά με το ζήτημα των αιτίων, της έκτασης και του ύψους της ζημιάς χάνει κάθε δικαίωμα για αποζημίωση και να δεχθεί και από το λόγο αυτό απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, επειδή ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος ως αντικείμενος στα άρθρα 19 παρ.5 και 33 παρ.1 του Ν 2496/1997, 281 του ΑΚ και το νόμο 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών". Ο λόγος αυτός ( κύριος και πρόσθετος) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός περί καταχρηστικότητας του παραπάνω όρου προτάθηκε νομίμως ενώπιον του Εφετείου προς απόκρουση της έφεσης της αναιρεσίβλητης και πάντως από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι δεν προτάθηκε, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 488/2016 ).

Για να είναι δε ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του στα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι και αναφέρονται σ' αυτή, άσχετα αν είναι ορθή ή εσφαλμένη η σχετική ουσιαστική κρίση του, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1491/2014).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, περί λήψεως υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παρανόμως λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε αυτό να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή διάταξη (562 παρ.2) καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, την οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του ( ΑΠ 99/2016, ΑΠ 1132/2013).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ο νόμος καθορίζει δεσμευτικά γι' αυτό. Τέτοια παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα, στα οποία ο νόμος προσδίδει αυξημένη και δεσμευτική γι' αυτό αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα για αποδεικτέα γεγονότα που παράγουν πλήρη απόδειξη και δεν στηρίζουν απλώς δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 352, 438 επ.

και 445 ΚΠολΔ), καθώς και όταν αποδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα λοιπά αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ (μάρτυρες, δικαστικά τεκμήρια κλπ.), τα οποία κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, είναι ισοδύναμα μεταξύ τους και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο αποδίδει απλώς μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο από τα περισσότερα ισοδύναμα κατά τον νόμο αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται ελεύθερα και κυριαρχικά από το δικαστήριο, το οποίο δεν οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του (ΑΠ 479/2010, 75/2008, 907/2006).

Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται σωρευτικά α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του (ΑΠ 225/2009, 700/2009, 1592/2008).

Εάν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται κάποιο από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος ( ΑΠ 41/ 2016, ΑΠ 677/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις και από τους αριθ. 10, 11 περ. α, β , 12 , 1 , 19 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα: 1) ότι το δικαστήριο κρίνοντας επί της ένστασης απαλλαγής της αναιρεσείουσας σύμφωνα με τον όρο 17 παρ. 1 των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, δέχθηκε χωρίς απόδειξη την πλαστότητα και το ψευδές περιεχόμενο α) της από 30/1/2013 βεβαίωσης του μηχανολόγου Ν.

Χ. , με την οποία βεβαίωσε ότι ο χώρος του βαφείου αποτελούσε ξεχωριστό πυροδιαμέρισμα β) της βεβαίωσης (χωρίς ημερομηνία) του πολιτικού μηχανικού Π. Δ., με την οποία βεβαίωσε ότι τα δομικά υλικά από τα οποία είχε κατασκευασθεί ο χώρος του βαφείου ήταν ικανά να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη πυραντίσταση των 60' λεπτών, 2) ότι την κρίση του περί πλαστότητας των ανωτέρω εγγράφων καθώς και του 17/1/2011 εγγράφου απογραφής του ορκωτού λογιστή Α.

Α. με αναλυτική απογραφή όλων των εμπορευμάτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού των επιχειρήσεών τους και με εκτίμηση της αξίας τους, η οποία φέρει τη σφραγίδα της εταιρείας " PKF ΕΥΡΩΕΛΕΓΚΤΙΚΗ" στήριξε αποκλειστικά στην χωρίς ημερομηνία έκθεση του ερευνητή Ν. Γ., την οποία προσκόμισε αλλά δεν επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις της η αναιρεσίβλητη, στην από 23/4/2013 επιστολή του Α.

Α. και το από 16/5/2013 υπόμνημά του και στην από 5/7/2013 επιστολή, τα οποία αποτελούν ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα 3) ότι προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην προαναφερόμενη έκθεση του ιδιωτικού ερευνητή Ν. Γ. από τις υπ' αριθ. 14807/16-4-2015 και 990/16-4-2015 ένορκες βεβαιώσεις των Ν. Χ. και Π. Δ. αντίστοιχα 4) ότι οι αιτιολογίες της απόφασης για την πλαστότητα του εγγράφου απογραφής αντιβαίνουν στα άρθρα 460 ΚΠολΔ και 216 ΠΚ και είναι ελλιπείς και αντιφατικές και 5) ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ένστασης πλαστότητας των τριών παραπάνω εγγράφων.

Οι επιμέρους αυτές αιτιάσεις ελέγχονται ως αβάσιμες διότι: α)από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι προκειμένου το δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την απαλλαγή της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με τον προαναφερόμενο συμβατικό όρο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα ( μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις), χωρίς να είναι αναγκαίο να αξιολογεί ή να αντικρούει ειδικά κάθε αποδεικτικό στοιχείο ή να αιτιολογεί γιατί βάρυνε περισσότερο στην κρίση του κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις και τα ιδιωτικά έγγραφα σαν την έκθεση του ιδιωτικού ερευνητή, την οποία νομίμως επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου β) σχετικά με τα χαρακτηριζόμενα ως ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει αναφορά στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός προς αντίκρουση της έφεσης, αλλά ανεξαρτήτως του απαραδέκτου τα προσβαλλόμενα έγγραφα είναι νόμιμα αποδεικτικά μέσα και εκτιμήθηκαν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων μαζί με τις λοιπές αποδείξεις γ) υπό την επίφαση της από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση των αποδείξεων περί της πλαστότητας των επίμαχων εγγράφων δ) ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ένστασης πλαστότητας δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προέβαλαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου προς αντίκρουση της έφεσης, ώστε να είναι παραδεκτός ο σχετικός με την αιτίαση αυτή τρίτος λόγος αναίρεσης και ο ταυτόσημος πρώτος πρόσθετος λόγος.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης και ο πρώτος και ο τέταρτος πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις ανωτέρω πλημμέλειες είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν στο σύνολό τους και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο ( άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους ( άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-2-2017 αίτηση και τους από 5-10-2019 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 67/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2020.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ