Legislator Case Law & Legislation
262/2019 AI generated

262/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 262/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

262/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την κατ' άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 37/2017 απόφαση, του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρ. 681Α, 666-676 ΚΠολΔ) αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής.

Keywords

AI generated
excessive speed accident insurance matter extreme speeding offence motor vehicle expenses dangerous overtaking aggravated drunk driving
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 262 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 262/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Μ. και 2) Γ. Μ., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Λάζαρο Χατζηθέμελη και Δημήτριο Μαρκάτο και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τους ίδιους ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους του, ο πρώτος των οποίων δήλωσε ότι ανακαλεί την από 15-3-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ και παρίσταται.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "AE ..." και ήδη "... Ltd", που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαδόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-3-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2006 αγωγή της "AE ...", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 255/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2013 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η "AE ..." με την από 10-4-2014 αίτησή της και τους από 24-1-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 847/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 37/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-7-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 3-7-2017 και υπ' αυξ. αριθμό κατάθεσης 3/2017 αίτηση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, Μ. Μ. και Γ. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 37/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της.

Από την κατ' άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 37/2017 απόφαση, του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρ. 681Α, 666-676 ΚΠολΔ) αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής.

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕ ..." (και ήδη "... Ltd") με την από 26-9-2006 και υπ' αυξ. αριθμό κατάθεσης …81/2006 αγωγή της που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου κατά των εναγομένων (Μ. Μ., Π. Μ. και Γ. Μ.), ισχυρίστηκε ότι είχε συνάψει με τους δύο πρώτους εναγομένους έγκυρη και ισχυρή σύμβαση ασφαλίσεως του υπ' αριθμ. ...59 ΙΧ αυτοκινήτου συνιδιοκτησίας τους, κατά ποσοστό 50%, για την αστική της ευθύνη, από την πρόκληση υλικών ζημιών σε τρίτους, κατά τη λειτουργία του.

Ότι την 3-7-2005, ο τρίτος εναγόμενος (προστηθείς στην οδήγηση του άνω αυτοκινήτου από τους δύο πρώτους εναγομένους), οδηγώντας το άνω ασφαλισμένο αυτοκίνητο, κινούμενος από το αεροδρόμιο προς την πόλη της Χίου και πλησιάζοντας στην οδό Στ. Λ., εξαιτίας της υπερβολικής του ταχύτητας και της μέθης του, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος και επέπεσε σε δένδρο επί του δεξιού πεζοδρομίου σε σχέση με την πορεία του και εν συνεχεία ανετράπη στο μέσον της οδού, με αποτέλεσμα, από αποκλειστική υπαιτιότητά του, να προκληθεί ο θάνατος του συνεπιβάτη του Μ.

Μ., ηλικίας 23 ετών. Ότι βάσει του άρθρου 25 παρ. 8 της υπ' αριθμ. Κ4/585/1978 ΑΥΕ, που αποτέλεσε περιεχόμενο σχετικού όρου της μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης, από την ασφαλιστική ευθύνης της ενάγουσας εξαιρείται η υποχρέωσή της για κάλυψη αστικών ζημιών που προκάλεσαν οι ασφαλισμένοι εναγόμενοι σε τρίτον με το άνω ασφαλισμένο όχημά τους, αν ο οδηγός του κατά την πρόκληση του ατυχήματος βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατ' άρθρο 42 του ΚΟΚ, τον οποίο (όρο) αποδέχθηκαν ύστερα από γνωστοποίησή του, οι εναγόμενοι και ότι ο οδηγός του οχήματος τελούσε κατά την οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος με ποσοστό 1,70 gr/lt στο αίμα του, αντί του μέγιστου επιτρεπομένου ορίου 0,50 gr/lt, το οποίο τον καθιστούσε ανίκανο προς οδήγηση και αποτελεί λόγο εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη.

Ότι βάσει εξωδίκου συμβιβασμού με την οικογένεια του θανόντος αυτή (ενάγουσα) αναγκάστηκε εκ του νόμου, να καταβάλει το ποσό των 275.000 ευρώ προκειμένου να αποφύγει την εμπλοκή της σε μακροχρόνιους και δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες και ότι εφόσον προέβη στην κάλυψη της ζημίας με την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης σε αυτούς για λογαριασμό των εναγομένων ασφαλισμένων και υπαιτίου οδηγού, κατόπιν του προαναφερθέντος επιτυχούς εξώδικου συμβιβασμού, ενεργώντας και υπό τις διατάξεις της διοίκησης αλλοτρίων του ΑΚ και αδικοπραξίας, έχει δικαίωμα αναγωγής.

Με βάση το άνω ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον, να της καταβάλουν το παραπάνω ποσό των 275.000 ευρώ, νομιμότοκα.

Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 255/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, η οποία απέρριψε αυτή, ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε έφεση και επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 54/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου), με την οποία κρίθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Κατά της προαναφερομένης αποφάσεως του Εφετείου η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, άσκησε αίτηση αναίρεσης και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 847/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία κρίθηκε ότι, αρκούσαν για την παραδοχή της ένδικης αγωγής, ως νόμιμης, η αναφορά σ' αυτή (αγωγή) των περιστατικών υπό τα οποία συνέβη το ατύχημα, ο λόγος εξαίρεσης που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων και τα ποσά που κατέβαλε, εναπόκειται δε στους εναγομένους, ανταποδεικτικά να αποδείξουν την έλλειψη υπαιτιότητας στο πρόσωπό τους και την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και του επελθόντος αποτελέσματος και να αμφισβητήσουν το ποσό της ζημίας της ενάγουσας και ότι από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα (νυν αναιρεσίβλητη), ενάγοντας τους αναιρεσιβλήτους περιέλαβε όλα τα αναγκαία στοιχεία για την νομιμότητά της, ήτοι 1) την μεταξύ αυτής και των δύο πρώτων καταρτισθείσα σύμβαση ασφαλίσεως, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει ασφαλιστικά έναντι κινδύνων τρίτων, ζημιές που προκαλούνται από το ασφαλισμένο αυτοκίνητο, 2) τα περιστατικά υπό τα οποία έγινε το ατύχημα με συνέπεια, τον θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβάτη, 3) ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου (γ' εναγόμενος) τελούσε υπό την επήρεια κατανάλωσης οινοπνεύματος άνω του επιτρεπομένου ορίου και 4) το ποσό που κατέβαλε ως αποζημίωση στα πλαίσια του μεταξύ αυτής και των παθόντων καταρτισθέντος συμβιβασμού.

Περιέλαβε, δηλαδή, όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη νομιμότητα της αγωγής, χωρίς να πρέπει να αναφερθεί σε στοιχεία υπαιτιότητας των εναγομένων και αιτιώδους συνάφειας της υπό την επήρεια οινοπνεύματος οδήγησης του αυτοκινήτου, αφού εναπόκειται στους αναιρεσιβλήτους εναγομένους να επικαλεσθούν και αποδείξουν την έλλειψη των άνω στοιχείων και ότι δεν υποχρεούνται να καταβάλουν τα ποσά που αυτή πλήρωσε, κατόπιν συμβιβασμού στους συγγενείς του παθόντος.

Ακολούθως, ο Άρειος Πάγος με την παραπάνω υπ' αριθμ. 847/2015 απόφασή του, αναίρεσε την υπ' αριθμ. 54/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω έρευνα. Μετά την εκ νέου εκδίκαση της υπόθεσης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 37/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία δέχθηκε την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων, να καταβάλουν στην ενάγουσα, το συνολικό ποσό των 260.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής. 'Ηδη οι αναιρεσείοντες, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσης, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ζητούν την αναίρεση της άνω, υπ' αριθμ. 37/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου για τους λόγους που διαλαμβάνονται σε αυτήν.

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1α ν. 489/1976, η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με την ασφάλιση αυτοκινήτου τα ασφαλιζόμενα πρόσωπα είναι ο ιδιοκτήτης, ο κάτοχος, ο οδηγός, ο προστηθείς στην οδήγηση ή ο υπεύθυνος του ασφαλισμένου αυτοκινήτου.

Η ιδιότητα του προσώπου ως ασφαλισμένου προκύπτει από τον ίδιο το νόμο. Αν μόνο ένα πρόσωπο αναγραφεί ως ασφαλισμένο στο ασφαλιστήριο, παρ' όλα αυτά, την ιδιότητα του ασφαλισμένου έχουν όλα τα αναφερόμενα στο νόμο πρόσωπα. Έτσι ασφαλισμένος είναι ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου έστω και αν η σύμβαση ασφαλίσεως συνήφθη από άλλο πρόσωπο.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρ. 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, η οποία προβλέπει τις περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, είναι μεν ανίσχυρη, ως ευρισκομένη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 Ν. 489/1976, εάν, όμως, οι περιεχόμενες στην ως άνω διάταξη απαλλακτικές ρήτρες υπέρ του ασφαλιστή, συμπεριληφθούν, ως συμβατικοί όροι, στην ασφαλιστική σύμβαση, τότε ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται μεν από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, έχει όμως, δικαίωμα αναγωγής, κατά του ασφαλισμένου, για να ζητήσει ό,τι κατέβαλε, ως αποζημίωση, προς ικανοποίηση του τρίτου παθόντα, διότι, στην περίπτωση αυτή, οι ως άνω απαλλακτικές ρήτρες αποκτούν συμβατική ισχύ.

Από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 189, 192 του ΕμπΝ και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, προκύπτει ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί ότι αποκλείεται, η, από τον ασφαλιστή κάλυψη των ζημιών, που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, όταν ο οδηγός του, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ.

Η συνομολόγηση του όρου αυτού δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή της υποχρεώσεώς του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει απ' αυτόν ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο τελευταίος.

Η συνομολόγηση αυτού του όρου, που παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου του, μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση του όρου αυτού στη σύμβαση ασφαλίσεως, είτε με την παραπομπή της συμβάσεως ασφαλίσεως στους όρους της υπ' αριθμ. Κ4/585/ 5-4-1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, που έχει δημοσιευθεί στο υπ' αριθμ. 795 ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε.), μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνεται στο άρθρο 25 παρ. 8 ο όρος ότι "αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι, καθ' όν χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος, ετέλει υπό την επίδρασιν οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοιαν και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ." (ΑΠ 639/94). Το ίδιο αυτό άρθρο (25 παρ. 8) ορίζει στην παρ. 3 ότι σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος ή σωματικής βλάβης εάν υπάρχουν ενδείξεις χρήσεως οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, γίνεται υποχρεωτικός έλεγχος προς διαπίστωση της μέθης του οδηγού και χρησιμοποιείται προς τούτο κάθε κατάλληλο επιστημονικό μέσο και στην παρ. 5 ότι με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Δημοσίας Τάξεως και Συγκοινωνιών καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι διαπιστώσεως της χρήσεως οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών.

Με τη νομοθετική αυτή εξουσιοδότηση εκδόθηκε η υπ' αριθ. 13382/1/70511/δ/25-11-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Δημοσίας Τάξεως και Συγκοινωνιών, η οποία ορίζει ότι η μεγίστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα, πέραν της οποίας το άτομο υπέχει ευθύνη είναι 0,50%. Από την ποσότητα αυτή και πέραν και μέχρι των 0,80% πρέπει να απαγγέλλεται κατηγορία, εφόσον και εξ άλλων συμπτώσεων (κατάσταση, τρόπος οδηγήσεως) εξάγονται συμπεράσματα υπάρξεως μέθης.

Από 0,80% υφίσταται πλήρης απόδειξη. Στη συνέχεια, εκδόθηκε ο ν. 2094/1992 που και αυτός καταργήθηκε από το ν. 2696/1999, το άρθρο 42 του οποίου αντικαταστάθηκε εξ ολοκλήρου από το άρθρο 43 του ν. 2936/2001, το οποίο ίσχυε, κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, της επέλευσης του επίδικου ατυχήματος και προβλέπει ότι απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος, σε οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια, ανά λίτρο αίματος και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνευόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολόμετρου.

Με κοινές δε αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών, μπορεί να ορισθεί και μικρότερο ποσοστό από το αναφερόμενο στο προηγούμενο εδάφιο να καθοριστούν ειδικές κατηγορίες οδηγών με μικρότερα ποσοστά, προσαρμοζόμενων αναλόγως και των ορίων της παραγράφου, που ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού και να καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά τις παραγράφους του παρόντος άρθρου καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια.

Στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται αποδυνάμωση του άνω αποτελέσματος της εξέτασης με ανταπόδειξη. Δηλαδή δεν λαμβάνονται υπόψη η ατομική ικανότητα προς οδήγηση του συγκεκριμένου οδηγού και η ανεκτικότητα στο οινόπνευμα. Η παραπάνω περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή εγκύρως περιλαμβάνεται, κατά τα παραπάνω, στη σύμβαση ασφαλίσεως και έχει ισχύ, καθόσον αφορά τις σχέσεις ασφαλιστή και ασφαλισμένου.

Περαιτέρω, το περιεχόμενο των ως άνω απαλλακτικών όρων, των διαλαμβανομένων στην ως άνω υπουργική απόφαση είναι δεσμευτικό για τα συμβαλλόμενα μέρη, εφόσον αυτοί τους αποδέχθηκαν, έστω και εάν το ασφαλιστήριο δεν υπογράφηκε από τον αντισυμβαλλόμενο - ασφαλισμένο, καθόσον η εκ μέρους του αποδοχή μπορεί να εκδηλώνεται και σιωπηρά, είτε με την καταβολή των ασφαλίστρων, είτε με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ή με τη χρήση του ασφαλιστηρίου ή την τοποθέτηση στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, του χορηγηθέντος σ' αυτό σήματος ή της βεβαιώσεως της ασφάλισης, ή με την υποβολή δήλωσης ατυχήματος προς τον ασφαλιστή ή όταν στηρίζει τις αξιώσεις του στο ασφαλιστήριο και επικαλείται και προσκομίζει αυτό στο δικαστήριο ή όταν υπέβαλε στον ασφαλιστή δήλωση του ατυχήματος.

Εφόσον, με την αποδοχή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά τον ανωτέρω τρόπο, δημιουργείται δέσμευση του ασφαλισμένου, από τους συμπεριλαμβανόμενους σ' αυτό όρους απαλλαγής του ασφαλιστή και ειδικότερα από τον συμπεριλαμβανόμενο όρο της περίπτωσης 8 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε που συντρέχει όταν ο υπαίτιος οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή άλλων τοξικών ουσιών, δικαιούται ο ασφαλιστής να αξιώσει από τον ασφαλισμένο, να του καταβάλει κάθε ποσό, το οποίο αυτός θα καταβάλει ως αποζημίωση από το τροχαίο ατύχημα, στον ζημιωθέντα τρίτο (ΑΠ 1650/2001, 502/2002 και ΑΠ 1451/2009).

Κατά την κρατήσασα στη νομολογία άποψη και υπό το νομοθετικό καθεστώς της Κ4/585/1978 υπουργικής απόφασης, η εξαίρεση του ασφαλιστή από την ασφαλιστική κάλυψη, στην ως άνω περίπτωση, επέρχεται μόνον εάν η παράβαση της διάταξης, δηλαδή η οδήγηση υπό την επιρροή οινοπνεύματος, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, δεδομένου μάλιστα ότι, υπό το μεταγενέστερο νομοθετικό καθεστώς του Ν. 3557/2007, ορίζεται πλέον ρητά ότι προϋπόθεση για την εξαίρεση του ασφαλιστή από την ασφαλιστική κάλυψη είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης και της επέλευσης του τροχαίου ατυχήματος (ΑΠ 1497/2014).

Παθητικά υποκείμενα του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή, όταν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου, είναι ο υπαίτιος οδηγός, ο αντισυμβαλλόμενος, ανεξάρτητα εάν έχει ή όχι παράλληλα και την ιδιότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή του κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλισμένος, δηλαδή ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου, έστω και εάν δεν οδηγεί το ασφαλισμένο αυτοκίνητο.

Κάθε ένα από τα ως άνω πρόσωπα ευθύνεται αυτοτελώς, υπάρχει δηλαδή παράλληλη και εις ολόκληρον υποχρέωση ενός εκάστου των ως άνω υποχρέων προσώπων, έναντι του ασφαλιστή. Για να κινηθεί όμως αποτελεσματικά κατ' αυτών ο μηχανισμός της αναγωγής, απαιτείται, όπως ήδη προαναφέρθηκε, να υπάρχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος και της πρόκλησης του ατυχήματος, δηλαδή θα πρέπει η πρόκληση του ατυχήματος να οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στην οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος.

Κατά συνέπεια, για τον οδηγό ο οποίος, ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, εμπλέκεται σε ατύχημα, και δεν αντιδρά ή αντιδρά κατά τρόπο που δεν θα έπραττε άλλος νηφάλιος οδηγός, τεκμαίρεται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επίδρασης του οινοπνεύματος και του αποτελέσματος. Εξάλλου, δεν αποτελεί, επίσης στοιχείο της βάσης της εξ' αναγωγής αγωγής του ασφαλιστή το οποίο, τεκμαίρεται, κατ' αρχήν, ότι υπάρχει, το στοιχείο της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης του όρου της απαλλαγής του ασφαλιστή και της πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος.

Κατά συνέπεια, ο ιδιοκτήτης ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης, πρέπει, κατ' ένσταση να επικαλεσθεί και να αποδείξει την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας ότι η εκ του οινοπνεύματος έλλειψη ικανότητας προς ασφαλή οδήγηση, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ατυχήματος, ώστε να μην τελεσφορήσει η κατ' αυτού αναγωγή του ασφαλιστή (ΑΠ 847/2015, ΑΠ 1497/2014).

Οι ως άνω περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή και εξαίρεσης αυτού από την ασφαλιστική κάλυψη, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αποτελούν στην πραγματικότητα καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, το οποίο όπως προαναφέρθηκε, απευθύνεται και αφορά κάθε ασφαλιζόμενο πρόσωπο, δηλαδή όχι μόνο τον οδηγό, αλλά και τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο του οχήματος, όταν οι τελευταίοι είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον οδηγό και κατά των οποίων δικαιούται κατ' αρχήν ο ασφαλιστής να ασκήσει αναγωγή, επικαλούμενος τη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου (τα τυπικά στοιχεία του τροχαίου ατυχήματος και την οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος).

Όταν ο οδηγός είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον ιδιοκτήτη του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ή το λήπτη της ασφαλίσεως, η υπαίτια παράβαση του ως άνω ασφαλιστικού βάρους από αυτόν συνεπάγεται την απαλλαγή του ασφαλιστή έναντι αυτού, χωρίς να απαιτείται να έχει ο οδηγός την ιδιότητα του προστηθέντος στην οδήγηση του αυτοκινήτου, ούτε να έχει αυτός (οδηγός) υπογράψει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που περιέχει την προβλέπουσα την απαλλαγή του ασφαλιστή ρύθμιση του ως άνω άρθρου (25 περ. 8 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε.), αφού αρκεί όπως προαναφέρθηκε μόνη η ιδιότητα του οδηγού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 489/1976, ούτε, τέλος απαιτείται ο οδηγός που είναι πρόσωπο διαφορετικό από το λήπτη της ασφάλισης να τελεί σε γνώση του ως άνω ασφαλιστικού βάρους (ΑΠ 390/2007).

Επίσης, ο ασφαλιστής, ο οποίος υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση στον ζημιωθέντα τρίτο, χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών, που προκαλούνται, όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται σε μέθη, δύναται κατ' αρχήν, εφ' όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, να ασκήσει αναγωγή κατά του κατόχου και ιδιοκτήτου που είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον "εν μέθη" οδηγό, για να τελεσφορήσει, όμως, η αγωγή του αυτή θα πρέπει τα ανωτέρω πρόσωπα να βαρύνονται με υπαιτιότητα για την παράβαση αυτή, η οποία συντρέχει όταν ο ιδιοκτήτης παραχωρεί την οδήγηση αυτού σε πρόσωπο, για το οποίο γνωρίζει ότι δεν είναι ικανό προς ασφαλή οδήγηση, εξ αιτίας προηγούμενης ανάλωσης οινοπνεύματος.

Εάν, επομένως, ο ιδιοκτήτης του οχήματος δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν εγνώριζε, ούτε μπορούσε να αποτρέψει τη μέθη του οδηγού, τότε δεν τελεσφορεί η εναντίον του ασκηθείσα αναγωγή του ασφαλιστή. Η υπαιτιότητα τεκμαίρεται και ο ασφαλιστής αρκεί να επικαλεσθεί με την αγωγή του περιστατικά, τα οποία, στην συγκεκριμένη περίπτωση, φέρουν τα τυπικά στοιχεία ατυχήματος, διαπραχθέντος από "εν μέθη" οδηγό.

Το βάρος απόδειξης της ανυπαρξίας υπαιτιότητας, στην περίπτωση της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους της μη οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος έχει κατά τις γενικές αρχές (336 ΑΚ) ο εναγόμενος ιδιοκτήτης, ο οποίος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας (ΑΠ 1497/ 2014, ΑΠ 736/2014, ΑΠ 1445/2013), ήτοι πρέπει και' ένσταση (ΑΠ 1304/2015) να επικαλεσθεί (και να αποδείξει) ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν εγνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση του αυτοκινήτου του δεν ήταν ικανό προς οδήγηση, κατά τον χρόνο επέλευσης του ατυχήματος, διότι τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ΑΠ 1497/2014).

Περαιτέρω, αυτή ασκείται, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή του ασφαλιστή που συνεκδικάζεται με την κύρια αγωγή αποζημίωσης, είτε με αυτοτελή αγωγή και δικαιούται να απαιτήσει από τον ασφαλισμένο ολόκληρο το ποσόν της αποζημιώσεως που κατέβαλε, δηλαδή το κεφάλαιο, δικονομικούς τόκους και δικαστική δαπάνη.

Επί των ποσών αυτών δικαιούται να αξιώσει και τόκους, που δεν απαγορεύονται από την ΑΚ 296 και πρέπει να υπολογίζονται από την καταβολή στον τρίτο και όχι από την επίδοση της αγωγής στον ασφαλισμένο. Το δικαίωμα αυτό αναγωγής ο ασφαλιστής δεν το στερείται και όταν κατέβαλε στο ζημιωθέντα αποζημίωση ύστερα από εξώδικο συμβιβασμό.

Ο τελευταίος έχει υποκειμενική ενέργεια και δεν αναπτύσσει άμεση δεσμευτική ενέργεια για τον αντισυμβαλλόμενο - ασφαλισμένο. Από το γεγονός και μόνον ότι ο ασφαλιστής καταβάλλει στον παθόντα τρίτο αποζημίωση σε εκτέλεση συμβιβασμού που έχει καταρτισθεί μεταξύ τους, δεν σημαίνει ότι δεν δικαιούται να απαιτήσει απ' αυτόν το λόγο, ό,τι κατέβαλε από τον ασφαλισμένο, αν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από την ευθύνη του κατ' άρθρο 25 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε.

Η ζημία την οποία υπέστη ο παθών τρίτος θα αποτελέσει αντικείμενο της δίκης μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, οπότε μπορεί να διαπιστωθεί ότι ο ασφαλισμένος είναι δυνατόν να βαρύνεται έναντι του ασφαλιστή με μικρότερο ποσόν αποζημιώσεως από εκείνο που κατέβαλε ο ασφαλιστής στον τρίτο. Αγωγή του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου του, με αίτημα την καταδίκη για το ποσόν που κατέβαλε ο ασφαλιστής στον τρίτο, δεν μπορεί να έχει ως βάση το συμβιβασμό που ο ασφαλιστής συνήψε με τον τρίτο και το καταβληθέν σε εκτέλεση αυτού.

Βάση είναι η ζημία του τρίτου, η κάλυψή της από τον ασφαλιστή και ο αποκλεισμός της ευθύνης του ασφαλιστή (Βλ. σχετ. ΑΠ 525/2001). Στην περίπτωση αυτήν, ο ασφαλιστής, αξιώνοντας απόδοση των χρηματικών ποσών που κατέβαλε στον τρίτο, όπως και το αναλογούν σε αυτά τέλος χαρτοσήμου που επίσης δικαιούται οφείλει, για να είναι πλήρης η αγωγή του σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να διαλάβει σ' αυτή τις συνθήκες του ατυχήματος, τα περιστατικά που θεμελιώνουν ευθύνη του αντισυμβαλλόμενου ή του ασφαλισμένου για το ατύχημα, (π.χ.

σύμφωνα με τα άρθρα 914, 922 ΑΚ, 2 κ.ε. Ν. ΓπΝ/1911), τη ζημία του τρίτου και τα χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν στον τρίτο (με αναλυτική αναφορά του λόγου και της αιτίας καταβολής) (ΑΠ 779/2007). Πρέπει, επίσης, να αναφέρεται επαρκώς η συναφθείσα σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης των άνω προσώπων σχετικά με συγκεκριμένο αυτοκίνητο, και ότι ο σχετικός με την απαλλαγή του ασφαλιστή όρος έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης με νόμιμο τρόπο (ΑΠ 1650/2001, ΑΠ 1488/2001).

Για να γεννηθεί η αξίωση αναγωγής, δεν απαιτείται να διαγνωστεί προηγουμένως δικαστικά η υποχρέωση του εναγομένου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου και το δεδικασμένο που παράγεται στη δίκη αποζημίωσης, δεν εκτείνεται στη δίκη αναγωγής. Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι η έκταση του δικαιώματος αναγωγής προσδιορίζεται, τελικά, από το δικαστήριο που εκδικάζει την αγωγή αναγωγής με βάση τα κριτήρια της υπαιτιότητας και της αιτιότητας.

Το δικαστήριο αυτό δεν έχει υποχρέωση να βασίσει την απόφασή του στο ποσό, το οποίο κατέβαλε ο ασφαλιστής (ενάγων της αγωγής αναγωγής) στον ζημιωθέντα τρίτο, συμβιβαστικά ή σύμφωνα με δικαστική απόφαση, το οποίο ενδέχεται να είναι διογκωμένο για διάφορους λόγους. Επομένως, η ζημία που υπέστη ο παθών τρίτος, θα αποτελέσει αντικείμενο της δίκης εξ αναγωγής μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου.

Έτσι, είναι δυνατό, αν η αγωγή εξ αναγωγής γίνει, τελικά, δεκτή, να καθοριστεί μικρότερο το ποσό αποζημίωσης, το οποίο θα υποχρεωθεί ο εξ αναγωγής εναγόμενος (ασφαλισμένος) να καταβάλει στον εξ αναγωγής ενάγοντα (ασφαλιστή), οπότε η υπάρχουσα διαφορά θα βαρύνει τελικά τον ενάγοντα αφού, άλλωστε, σε περίπτωση εξώδικου συμβιβασμού η σχετική αγωγή εξ' αναγωγής του ασφαλιστή, κατά του ασφαλισμένου του με αίτημα την καταδίκη του τελευταίου, να αποδώσει το ποσό που ο ασφαλιστής κατέβαλε στον τρίτο, δεν έχει ως βάση τον συμβιβασμό και το σχετικό ποσό που καταβλήθηκε προς εκτέλεση αυτού αλλά τη ζημία του τρίτου, την κάλυψή της από τον ασφαλιστή και τον αποκλεισμό της ευθύνης του ασφαλιστή.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς...

Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β ΚΠολΔ).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 208/2011).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Εξ' άλλου, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου, Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 37/2017 απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον σχετικά με τους λόγους αναιρέσεως τμήμα της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 3-7-2005 και περί ώρα 7:00, ο τρίτος εναγόμενος Γ.

Μ., εκινείτο επί της οδού Στ. Λ., στο ύψος της διασταύρωσης αυτής με την οδό Φ., με κατεύθυνση από το αεροδρόμιο προς την πόλη της Χίου οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...59 ΙΧΕ αυτοκίνητο συνιδιοκτησίας του πρώτου και του δευτέρου των εναγομένων κατά ποσοστό 50%, εξ αδιαιρέτου, εκάστου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία.

Ειδικότερα ως προς την ασφάλιση του εν λόγω οχήματος, την οποία οι εναγόμενοι αμφισβητούν, ισχυριζόμενοι ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, όπως προκύπτει από το 23-6-2005 αντίγραφο συμβολαίου με διάρκεια ισχύος από τις 6-6-2005 έως τις 6-12-2005, αυτό καταρτίσθηκε ανάμεσα στους δύο πρώτους των εναγομένων και την ενάγουσα, που εκπροσωπούνταν από την νόμιμη αντιπρόσωπο στην Ελλάδα του τοπικού υποκαταστήματός της, εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε" και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ανωτέρω ισχυρισμός. Περαιτέρω, στο ως άνω σημείο, η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, με πλάτος οδοστρώματος 6,50 μέτρα, με καμπύλη προς αριστερά σε σχέση με την πορεία αυτού, και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από τεχνικά ή φυσικά εμπόδια πλην της ανωτέρω καμπύλης, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλ/ώρα.

Στην πορεία δε του οδηγού αυτού υπήρχε τοποθετημένη η πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ-1α που εφιστούσε την προσοχή αυτών που χρησιμοποιούν την εν λόγω οδό για την ύπαρξη επικίνδυνης αριστερής στροφής στην οδό προς την κατεύθυνση της κίνησής τους, ώστε να λαμβάνουν έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα και, σε περίπτωση ανάγκης, να μειώνουν την ταχύτητα πορείας τους για να τους αποφεύγουν.

Επίσης υπήρχαν τοποθετημένες δύο πληροφοριακές πινακίδες Π-75, που τοποθετούνται σε επικίνδυνες καμπύλες κυρίων αρτηριών για την παροχή της σχετικής πληροφορίας προς τους χρήστες, ήτοι ότι επί της οδού και προς την κατεύθυνση που κινούνται υπάρχει επικίνδυνη καμπύλη. Ο οδηγός αυτός, οδηγώντας χωρίς σύνεση και μη έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, με αυξημένη ταχύτητα, άνω του ανωτέρου επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλ/ώρα, αλλά και οδηγώντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος που περιόρισε την ικανότητα αντίληψης και αντίδρασης, μόλις εισήλθε στην στροφή προς αριστερά σε σχέση με την πορεία του, έχασε ξαφνικά τον έλεγχο του οχήματός του.

Το όχημα εκτράπηκε προς δεξιά σε σχέση με την πορεία του, εξήλθε του οδοστρώματος και επέπεσε με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του σε παρακείμενο δένδρο. Από την πρόσκρουση αυτή, ο συνοδηγός του αυτοκινήτου υπέστη βαρύτατες κακώσεις στο κρανίο και το δεξιό ημιθωράκιο, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του.

Η δε ανωτέρω αυξημένη ταχύτητα προκύπτει τόσο από την έκταση των ζημιών, όσο και από την από 4-8-2005 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων που διορίσθηκαν με παραγγελία του Εισαγγελέα, Ά. Τ. και Σ. Μ., που προσδιορίζουν την ταχύτητα σε μεγαλύτερη των 90 χιλ/ώρα και κρίνεται πειστική, ενόψει των αποτελεσμάτων του ατυχήματος.

Μετά το ατύχημα, διενεργήθηκε έλεγχος αλκοόλης στον οδηγό με την μέθοδο του αλκοτέστ, από τους αστυνομικούς που προσέτρεξαν στον τόπο του ατυχήματος και διενήργησαν αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση και διαπιστώθηκε ότι κατά την πρώτη μέτρηση η παρουσία αιθανόλης στο αίμα του ανερχόταν σε επίπεδο 0,87 mg/It και κατά την δεύτερη μέτρηση σε 0,87 mg/It.

Επίσης ελήφθη δείγμα αίματός του και σύμφωνα με την με αριθμό πρωτ. …80/3-8-2005 έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως της Επίκουρης Καθηγήτριας στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μ. Σ., η παρουσία αιθανόλης στο αίμα του ως άνω οδηγού ανερχόταν σε επίπεδο 1,70 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος.

Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η λήψη του αποτελέσματος του δευτέρου δειγματοληπτικού ελέγχου, που καθιερώθηκε το πρώτον με το άρθρο 5 παρ. 4 της 2 της 43500/5691/12-8-2002 απόφασης των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης και επικαλείται ο τρίτος κατηγορούμενος στην από 21-10-2005 έκθεση εξέτασής του, αμφισβητώντας το αποτέλεσμα της εξέτασης, είναι υποχρεωτική μόνο για την επιβολή ποινικών και διοικητικών κυρώσεων στον ελεγχόμενο και όχι και για τη θεμελίωση της σχετικής αστικής αγωγής ως εν προκειμένω, αφού κατά την αστική δίκη περί αποζημιώσεως η απόδειξη για το αν ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος τελούσε κατά το ατύχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματος μπορεί να προκύψει και από άλλα στοιχεία, μεταξύ των οποίων και ο τρόπος οδήγησης.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος ήταν ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος προκάλεσε αυτό από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Ειδικότερα, η αμέλειά του συνίσταται στο γεγονός ότι δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με υπερβολική και άνω του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητα, την οποία δεν ρύθμισε, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο πού μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας).

Η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του Κ.Ο.Κ. συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα ως μόνη αιτία αυτού, αφού δεν αποδείχθηκε συμμετοχή αγνώστου - οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος ο οποίος να εισήλθε στο ρεύμα πορείας του πρώτου εναγομένου. Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε επίσης ότι προ της επιβιβάσεώς τους στο ανωτέρω όχημα, ο τρίτος εναγόμενος και ο συνεπιβάτης, Μ.

Μ., διασκέδαζαν στο κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία "...", μαζί με παρέα άλλων ατόμων, μεταξύ των οποίων, η Σ. Κ., Δ. Τ. και Α. Π.. Περί ώρα 6:40' η παρέα αποχώρησε από το κέντρο διασκέδασης και οι τρεις παραπάνω γυναίκες επιβιβάσθηκαν στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε η Α. Π., ενώ ο θανών επιβιβάσθηκε στο όχημα που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος.

Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο θανών γνώριζε την κατανάλωση του οινοπνεύματος από τον τρίτο εναγόμενο, αφού δεν αποδείχθηκε ότι έγινε ενώπιόν του και κατά την διάρκεια της εν λόγω διασκέδασης, ούτε επίσης ότι γνώριζε ότι εξ αιτίας της κατανάλωσης αυτής είχε πλέον μειωμένη ικανότητα για οδήγηση, καθώς δεν αποδείχθηκε τούτο από κανένα σχετικό αποδεικτικό μέσο.

Ειδικότερα το μόνο σχετικό στοιχείο είναι οι προανακριτικές καταθέσεις της Σ. Κ., της Δ. Τ. και της Α. Π., οι οποίες δεν κατέθεσαν ότι ο τρίτος εναγόμενος κατανάλωσε συγκεκριμένη ποσότητα οινοπνευματωδών ποτών ενώπιον του θανόντος, αλλά κατέθεσαν μόνον ως προς την ενδεχόμενη μειωμένη ικανότητα για οδήγηση του τρίτου εναγομένου εξαιτίας προηγούμενης κατανάλωσης αλκοόλ, κατόπιν σχετικής ερώτησης που δέχθηκαν και ειδικότερα κατέθεσαν ότι όταν εξήλθαν από το κατάστημα ο εναγόμενος αυτός ήταν σε καλή κατάσταση και φαινόταν ότι ήταν σε θέση να οδηγήσει.

Να σημειωθεί δε ότι τρίτος εναγόμενος (οδηγός του οχήματος) κατά την από 21-10-2005 προανακριτική εξέτασή του, αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικές με τις συνθήκες και τα αίτια πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, και επικεντρώθηκε αποκλειστικά στην αμφισβήτηση της νομιμότητας της πραγματογνωμοσύνης, της έκθεσης αυτοψίας και της απόδειξης του οινοπνεύματος...

Κατόπιν αυτού, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών δέχθηκε να επιβιβασθεί στο αυτοκίνητο και να μεταφερθεί από τον τρίτο εναγόμενο, ενώ γνώριζε ότι ο τελευταίος είχε καταναλώσει οινόπνευμα, και ότι εξ αυτού του λόγου είχε πλέον μειωμένη ικανότητα για οδήγηση, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος αυτού που πρόβαλαν οι εναγόμενοι.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Ι. Μ., πατέρας του θανόντος, η Μ. Μ., μητέρα του θανόντος, ο Θ. Μ., αδελφός του θανόντος, εκπροσωπούμενος από τους παραπάνω ασκούντες τη γονική του μέριμνα, λόγω της ανηλικότητάς του, ο Μ. Μ. και η Χ. συζ. Μ. Μ., παππούς και γιαγιά του θανόντος, αντίστοιχα, από την πατρική γραμμή και ο Θ.

Σ. και η Α. συζ. Θ. Σ., παππούς και γιαγιά του θανόντος, αντίστοιχα, από την μητρική γραμμή, άσκησαν κατά της νυν ενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 26-9-2006 και γενικό αριθμό κατάθεσης ...95/2006 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …81/2006 αγωγή, με την οποία ισχυριζόμενοι ότι αποκλειστικά υπαίτιος για τον θάνατο του οικείου τους, ήταν ο νυν τρίτος εναγόμενος, που οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα στο οποίο επέβαινε ο θανών, ζήτησαν να υποχρεωθεί η νυν εναγομένη, στην οποία ήταν ασφαλισμένο κατά τον χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο όχημα για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο αυτού, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής:

α) το ποσό των 200.000,00 ευρώ σε έκαστο των δύο πρώτων, β) το ποσό των 150.000,00 ευρώ στον αδελφό του θανόντος και γ) το ποσό των 50.000,00 ευρώ σε έκαστο των λοιπών. Η εναγομένη, που δεν μπορεί να αντιτάξει προς τους παθόντες τρίτους ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, στις 23-10-2006, ήτοι πριν την συζήτηση της αγωγής, που προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 12ης Φεβρουαρίου 2007 κατήρτισε με τους προαναφερόμενους οικείους του θανόντος εξώδικο συμβιβασμό.

Έτσι κατέβαλε στην πληρεξούσια δικηγόρο αυτών, Α. Κ. (ΑΜΔΣ Αθηνών …731) το συνολικό ποσό των 260.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του προαναφερομένου και ειδικότερα το ποσό 65.000,00 ευρώ στον Ι. Μ., πατέρα του θανόντος, το ποσό των 65.000,00 ευρώ στην Μ. Μ., μητέρα του θανόντος, το ποσό των 30.000,00 ευρώ στον Θ.

Μ., αδελφό του θανόντος, το ποσό των 25.000,00 ευρώ σε έκαστο εκ των Μ. Μ. και Χ. συζ. Μ. Μ., παππού και γιαγιά του θανόντος, αντίστοιχα, από την πατρική γραμμή και το ποσό των 25.000,00 ευρώ σε έκαστο εκ των Θ. Σ. και Α. συζ. Θ. Σ., παππού και γιαγιά του θανόντος, αντίστοιχα, από την μητρική γραμμή και οι παθόντες παραιτήθηκαν από την αγωγή τους, για την οποία έγινε λόγος, και από κάθε μελλοντική αξίωσή τους εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος εναντίον της ασφαλιστικής εταιρίας και των ασφαλισμένων αυτής (βλ.

την από 23-10-2006 εξοφλητική απόδειξη και πρακτικό συμβιβασμού). Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στους προαναφερομένους και το ποσό των 15.000,00 ευρώ "για αμοιβή του πληρεξουσίου των δικηγόρου", πλην όμως τούτο ουδόλως αποδείχθηκε καθώς δεν αναφέρεται αυτό στην παραπάνω εξοφλητική απόδειξη - πρακτικό συμβιβασμού, ούτε προκύπτει το ανωτέρω γεγονός από κάποιο άλλο προσκομιζόμενο αποδεικτικό μέσο.

Περαιτέρω, τα παραπάνω ποσά, συνολικού ύψους 260.000,00 ευρώ, τα οποία κατέβαλε η ασφαλιστική εταιρία στους παθόντες εξαιτίας του συμβιβασμού που επιτεύχθηκε μεταξύ τους, αξιολογούνται ως απολύτως εύλογα και κρίνεται ότι εάν εκδικαζόταν η αγωγή των παθόντων, το αρμόδιο δικαστήριο θα επιδίκαζε οπωσδήποτε τα ποσά αυτά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του οικείου τους και, μάλιστα, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής εκείνης.

Ειδικότερα, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο θανών ήταν ηλικίας 23 ετών (γεννήθηκε το έτος 1983) και δεν αποδείχθηκε ότι αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα υγείας. Είχε δε προσφάτως αποφοιτήσει από την Σχολή Αστυφυλάκων και εργαζόταν στην Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής. Ο δε επώδυνος θάνατός του, κάτω από τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, συγκλόνισε τον ψυχικό κόσμο των ανωτέρω οικείων του και σαφώς δημιούργησε στους τελευταίους έντονα συναισθήματα λύπης, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας.

Λαμβάνοντας δε υπόψη την αποκλειστική υπαιτιότητα του τρίτου εναγομένου στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, τις ιδιαίτερες συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη αυτό (ατύχημα), την ένταση και την διάρκεια του ψυχικού άλγους των παραπάνω προσώπων, την απαιτούμενη για την καταπολέμηση του άλγους προσπάθεια αυτών, τον βαθμό συγγένειας, τον βαθμό του συναισθηματικού δεσμού εκάστου αυτών με τον εκλιπόντα, την ηλικία των εναγόντων και του θανόντος και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση αυτών, χωρίς να ληφθεί υπόψη η περιουσιακή κατάσταση της νυν ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της επελθούσας ψυχικής οδύνης ανέρχεται στα καταβληθέντα σε αυτούς ποσά.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Όπως αποδεικνύεται από το από 23-6-2005 αντίγραφο συμβολαίου με διάρκεια ισχύος από τις 6-6-2005 έως τις 6-12-2005, κατά το αναγραφόμενο σε αυτό άρθρο 1ο "Η παρούσα Ασφαλιστική Σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του Ν.Δ. 400/70, του ν. 489/76, όπως ισχύει, της ΥΑ Κ4-585-78 ΑΥΕ/ΦΕΚ 795, όπως ισχύει, που εκδόθηκε με εξουσιοδότηση της παρ. 7 του αρ. 6 του Ν. 489/76 και του Ν. 2496/97 όπου δεν τροποποιείται από τους ως άνω ειδικούς Νόμους", και κατά το επίσης σε αυτό αναγραφόμενο άρθρο 2ο "Ο ασφαλισμένος έλαβε γνώση και αποδέχεται με την παραλαβή του παρόντος συμβολαίου τους επισυναπτόμενους γενικούς και ειδικούς όρους και εξαιρέσεις του συμβολαίου αυτοκινήτων ν. 489/76 και ΥΑ Κ4-585-78 ΑΥΕ/ΦΕΚ 795/8-4-78 ΤΑΕ και ΕΠΕ".

Συνεπώς στο συμβόλαιο ασφάλισης υπάρχει ρητή παραπομπή στους όρους της Κ4-585/8-4-1978 Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου η οποία στο άρθρο 25 περ. 8 ορίζει ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι "καθ' ον χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδρασιν οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοιαν και τας προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. (Νόμος 614/1977)".

Ήδη η παραπομπή νοείται στο άρθρο 42 του ισχύοντος Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999). Οι αντισυμβαλλόμενοι αποδέχθηκαν τον όρο αυτόν, όπως και όλους τους λοιπούς όρους, σιωπηρώς, αφού παρέλαβαν το συμβόλαιο, χωρίς να αντιταχθούν στον εν λόγω όρο. Όπως εκτέθηκε παραπάνω, από την με αριθμό πρωτ. …80/3-8-2005 έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως της Επίκουρης Καθηγήτριας στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μ.

Σ., προκύπτει ότι η παρουσία αιθανόλης στο αίμα του ως άνω οδηγού ανερχόταν σε επίπεδο 1,70 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος. Επομένως, αυτός τελούσε, κατά τον χρόνο που συνέβη το ένδικο ατύχημα υπό την επήρεια οινοπνεύματος, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Η μέθη του αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, αφού λόγω της επήρειας του οινοπνεύματος είχε μειωμένη ικανότητα αντίληψης και αντίδρασης και ήταν η κύρια αιτία απώλειας του ελέγχου του οχήματός του.

Να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι οι εναγόμενοι, δεν προέβαλαν, κατ' ένσταση, ισχυρισμούς περί μη ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας και έλλειψης υπαιτιότητας των δύο πρώτων εξ αυτών ως προς την μέθη του οδηγού του οχήματός τους οι δύο πρώτοι εξ αυτών, δεδομένου ότι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, αφενός μεν για τον οδηγό ο οποίος, ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, εμπλέκεται σε ατύχημα, και δεν αντιδρά ή αντιδρά κατά τρόπο που δεν θα έπραττε άλλος νηφάλιος οδηγός, τεκμαίρεται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επίδρασης του οινοπνεύματος και του αποτελέσματος και εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η εκ του οινοπνεύματος έλλειψη ικανότητας προς ασφαλή οδήγηση, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ατυχήματος, ώστε να μην τελεσφορήσει η κατ' αυτού αναγωγή του, αφετέρου δε η ύπαρξη της υπαιτιότητας τεκμαίρεται και αυτή, κατ' αρχήν, ότι υπάρχει και στο πρόσωπο του ασφαλιζόμενου ιδιοκτήτη του οχήματος, ο οποίος παραχώρησε την οδήγηση αυτού σε πρόσωπο, το οποίο τελεί, κατά την επέλευση του ατυχήματος, υπό την επήρεια οινοπνεύματος και για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας, πρέπει να επικαλεσθεί (και να αποδείξει) ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν εγνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση του αυτοκινήτου του δεν ήταν ικανό προς οδήγηση, κατά τον χρόνο επέλευσης του ατυχήματος, διότι τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος.

Οι εναγόμενοι, όμως, προς ανατροπή των ανωτέρω τεκμηρίων δεν προέβαλαν τους ανωτέρω ισχυρισμούς, με την προβολή σχετικών ενστάσεων, τις οποίες μάλιστα έπρεπε να προβάλουν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις..., αλλά σε κάθε περίπτωση, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά..., όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 591 παρ. 1, 681Α, 666, 667, 670 έως 676, 115 παρ. 3, 256 παρ. 1 στοιχ.

δ', 237 παρ 1, 3, 269 παρ. 1, 2 και 527 ΚΠολΔ ή και για πρώτη φορά μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή στο Εφετείο, εάν: α) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν έγκαιρα από δικαιολογημένη αιτία, το αυτό δε ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, και γ) αν αποδεικνύονται από έγγραφο ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου (άρθρα 269 παρ. 2 εδ.

α', β' και γ' του ΚΠολΔ όπως ίσχυε μετά την 25-7-2011 και 527 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ), εξειδικεύοντας όμως τους λόγους της βραδείας προβολής για να είναι δυνατόν να κριθεί, αν ο λόγος αυτός εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ...

Περαιτέρω, η ενάγουσα που σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 Ν. 489/1976, δεν μπορούσε να αντιτάξει προς τους ανωτέρω παθόντες τρίτους ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, δικαιούται να στραφεί κατά των αντισυμβαλλομένων της και των ασφαλισμένων της και να αξιώσει από αυτούς να της καταβάλουν κάθε ποσό που κατέβαλε σε αυτούς βάσει του παραπάνω εξωδικαστικού συμβιβασμού, αφού εγκύρως συνομολογήθηκε μεταξύ αυτής και των αντισυμβαλλομένων της ο ανωτέρω όρος που παρέχει σ' αυτήν (ασφαλιστή) δικαίωμα αναγωγής εναντίον των αντισυμβαλλομένων - ασφαλισμένων, με το οποίο μπορεί να αξιώσει από αυτούς να της καταβάλουν όσα πλήρωσε στους παθόντες τρίτους ύστερα από εξώδικο συμβιβασμό, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού των εναγομένων περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης.

Ο συμβιβασμός αυτός, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ενεργεί υποκειμενικώς και δεν επεκτείνεται στους ασφαλισμένους εναγομένους, πλην όμως τα παραπάνω ποσά που καταβλήθηκαν στους ζημιωθέντες τρίτους, ήταν, όπως προαναφέρθηκε, εύλογα για την ικανοποίηση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του οικείου τους.

Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι για να γεννηθεί η αξίωση αναγωγής, δεν απαιτείται να διαγνωστεί προηγουμένως δικαστικά η υποχρέωση του εναγομένου ή του ασφαλιστή προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, ούτε η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδίδεται στη δίκη μεταξύ του ζημιωθέντος τρίτου και του ασφαλιστή αποτελεί δεδικασμένο στη δίκη ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, αλλά η έκταση του δικαιώματος αναγωγής προσδιορίζεται, τελικά, από το δικαστήριο που εκδικάζει την αγωγή αναγωγής, δικαιουμένου του ασφαλισμένου στη δίκη αυτήν, ήτοι σε αυτήν που ανοίγεται με την εξ' αναγωγής αγωγή του ασφαλιστή να του αντιτάξει ότι θα μπορούσε να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος στην περίπτωση που ο τελευταίος ενήγαγε τον ασφαλισμένο και ως εκ τούτου είναι νόμω αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των εναγομένων που προβάλουν προς απόκρουση της υπό κρίση αγωγής ότι έπρεπε πριν την άσκησή της να διαγνωσθεί δικαστικά η ύπαρξη και το ύψος της αξίωσης της ενάγουσας με την έκδοση απόφασης επί της σε βάρος της αγωγής των ζημιωθέντων τρίτων, ότι με την μη έκδοση τέτοιας απόφασης δεν παρήχθη δεδικασμένο έναντί της για τα ως άνω θέματα, ούτε και μπορεί πλέον να παραχθεί ή να υποκατασταθεί με την απόφαση που θα εκδοθεί επί της αναγωγής, με αποτέλεσμα οι αξιώσεις της ενάγουσας να έχουν αποσβεσθεί με τον μονομερή, χωρίς την συμμετοχή τους, συμβιβασμό και να μην μπορεί η ασφαλιστική να ενάγει αυτούς, καθώς τους αποστέρησε από τον φυσικό τους δικαστή, με την κατάρτιση του συμβιβασμού και την συνεπεία αυτού αποστέρηση από την δυνατότητα συμμετοχή τους στην δίκη μεταξύ των τρίτων ζημιωθέντων και της ασφαλιστικής εταιρείας και από την προβολή ισχυρισμών και ενστάσεων έναντι των ζημιωθέντων και την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων.

Κατόπιν αυτών, αφού πληρείται ο παραπάνω περί απαλλαγής της ενάγουσας όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεν καλύπτονται από την ασφαλιστική σύμβαση οι εναγόμενοι και υπέχουν ευθύνη για την αποκατάσταση της ανωτέρω ζημίας της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας, συνολικού ποσού 260.000,00 ευρώ, την οποία υφίσταται η τελευταία από την καταβολή αποζημίωσης στους ανωτέρω τρίτους ζημιωθέντες - οικείους του θανόντος και η ενάγουσα δικαιούται να αναζητήσει από τους ασφαλισμένους της το εν λόγω ποσό".

Ακολούθως το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 255/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ο καθένας το συνολικό ποσό των 260.000 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής τους, την εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 25 περ. 8 της υπ' αριθμ. Κ4/585/1978 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου και της διατάξεως του άρθρου 336 ΑΚ, παραβιάζοντας συγχρόνως (η προσβαλλομένη), τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς.

Όπως προκύπτει από τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο στήριξε την κρίση του ως προς την τεκμαρτώς διαγνωσθείσα γνώση των συνιδιοκτητών του ενδίκου οχήματος, ως προς την παράβαση ασφαλιστικού βάρους (της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος), στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν, όπως θα έπρεπε κατά νόμο ισχυρισμούς περί έλλειψης υπαιτιότητας των δύο πρώτων εξ αυτών ώστε να αντικρούσουν το εκ του άρθρου 336 ΑΚ τεκμήριο υπαιτιότητας (τούτο άλλωστε, ήτοι την μη προβολή του ισχυρισμού περί έλλειψης υπαιτιότητάς τους συνομολογούν οι αναιρεσείοντες) (μάλιστα για τον δεύτερο των αναιρεσειόντων Γ.

Μ., δεν τίθεται θέμα αποδείξεως της μη προβολής εκ μέρους του ισχυρισμού περί ελλείψεως υπαιτιότητάς του, ως προς την άνω παράβαση του ασφαλιστικού βάρους, αφού ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου), και συνεπώς ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, με τις αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η περαιτέρω αιτίαση, ότι κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους ως άνω κανόνες δικαίου εμφιλοχώρησε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφού δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν ο πρώτος αναιρεσείων και ο αποβιώσας την κατανάλωση οινοπνεύματος, εκ μέρους του οδηγού, δευτέρου αναιρεσιβλήτου, είναι επίσης απορριπτέα, καθόσον η αιτίαση περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται η παραπάνω αναιρετική πλημμέλεια, σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη αναφέρονται.

Περαιτέρω από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, καθόσον, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε σε σαφές πόρισμα που αφορά την τεκμαρτώς διαγνωσθείσα υπαιτιότητα των συνιδιοκτητών του ενδίκου αυτοκινήτου, ως προς την παράβαση του επιμάχου ασφαλιστικού βάρους, και δεν ήταν αναγκαία προϋπόθεση, για τον καταλογισμό της υπαιτιότητας σε βάρος του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου η προσβαλλόμενη απόφαση, να διαλαμβάνει ότι η κατανάλωση οινοπνεύματος προηγήθηκε της παραχώρησης της οδήγησης αυτού του οχήματος και ότι έπρεπε (η προσβαλλομένη) να διαλαμβάνει τον χρονικό προσδιορισμό των δύο αυτών γεγονότων.

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το εν λόγω τμήμα του. Περαιτέρω, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την υπό των αναιρεσειόντων νομίμως προβληθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος ένεκα της επιλογής του να επιβιβασθεί στο φερόμενο ως ζημιογόνο όχημα, καίτοι εγνώριζε ότι ο οδηγός του είχε προβεί σε κατανάλωση οινοπνεύματος με το ακόλουθο σκεπτικό "...ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο θανών γνώριζε την κατανάλωση οινοπνεύματος από τον τρίτο εναγόμενο αφού δεν αποδείχθηκε ότι έγινε ενώπιό του και κατά την διάρκεια της εν λόγω διασκέδασης, ούτε επίσης, ότι γνώριζε, ότι εξαιτίας της κατανάλωσης αυτής είχε πλέον μειωμένη ικανότητα για οδήγηση, καθώς δεν αποδείχθηκε τούτο από κανένα αποδεικτικό μέσο". Η απορριπτική της άνω ενστάσεως παραδοχή του Εφετείου, δεν τελεί σε πρόδηλη αντίφαση με την τεκμαρτώς διαγνωσθείσα γνώση των φερομένων ως συνιδιοκτητών του αυτοκινήτου, ως προς την παράβαση του ασφαλιστικού βάρους και οι αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις από τον. αρ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. που προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το εν λόγω τμήμα του, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με το ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος τα εξής: "Μετά το ατύχημα, διενεργήθηκε έλεγχος αλκοόλης στον οδηγό με τη μέθοδο του αλκοτέστ, από τους αστυνομικούς που προσέτρεξαν στον τόπο του ατυχήματος και διενήργησαν αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση και διαπιστώθηκε ότι κατά την πρώτη μέτρηση η παρουσία αιθανόλης στο αίμα του ανερχόταν σε επίπεδο 0,87 mg/lt και κατά τη δεύτερη μέτρηση σε 0,87 mg/lt.

Επίσης ελήφθη δείγμα αίματός του και σύμφωνα με την υπ' αριθμό πρωτ. 1480/3-8-2005 έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως της επίκουρης καθηγήτριας στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μ. Σ., η παρουσία αιθανόλης στο αίμα του ως άνω οδηγού ανερχόταν σε επίπεδο 1,70 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος.

Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η λήψη του αποτελέσματος του δευτέρου δειγματοληπτικού ελέγχου που καθιερώθηκε το πρώτον με το άρθρο 6 παρ. 4 της 43500/5691/12-8-2000 απόφασης των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης και επικαλείται ο τρίτος κατηγορούμενος στην από 21-10-2005 έκθεση εξέτασής του, αμφισβητώντας το αποτέλεσμα της εξέτασης, είναι υποχρεωτική μόνο για την επιβολή ποινικών και διοικητικών κυρώσεων στον ελεγχόμενο και όχι για τη θεμελίωση της σχετικής αστικής αγωγής και εν προκειμένω, αφού, κατά την αστική δίκη περί αποζημιώσεως, η απόδειξη για το αν ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος τελούσε κατά το ατύχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματος μπορεί να προκύψει και από άλλα στοιχεία μεταξύ των οποίων και ο τρόπος οδήγησης".

Συνεπώς, το Εφετείο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές, στήριξε το πόρισμά του, ότι η οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, λόγω της επήρειας του οινοπνεύματος, είχε μειωμένη ικανότητα αντίληψης και αντίδρασης και ήταν η κύρια αιτία απώλειας του ελέγχου του οχήματός του, στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν κατ' ένσταση ισχυρισμούς περί μη ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας και έλλειψης υπαιτιότητας των δύο πρώτων εξ αυτών προς ανατροπή του σε βάρος τους τεκμηρίου μεταξύ της επίδρασης του οινοπνεύματος και του αποτελέσματος ως προς την οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος.

Έτσι το Εφετείο δεν βασίστηκε αποκλειστικά και μόνο στο αποτέλεσμα του ελέγχου του πρώτου δείγματος αίματος για να οδηγηθεί στο άνω πόρισμά του (οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος). Η αντίθετη αναιρετική αιτίαση, που προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες, με τμήμα του δεύτερου επίσης, λόγου της αναίρεσης, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά "άλλα στοιχεία" τα οποία δεν συνηγορούν υπέρ της οδηγήσεως υπό την επίδραση οινοπνεύματος (αντίθετες καταθέσεις μαρτύρων), και εκ του λόγου τούτου η παραδοχή περί οδηγήσεως υπό την επήρεια οινοπνεύματος τελεί σε πρόδηλη αντίφαση με τις λοιπές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέα, διότι πέραν της αοριστίας της, καθ' όσον δεν εκθέτουν οι αναιρεσείοντες με ποιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης τελεί σε πρόδηλη αντίφαση, η παραδοχή περί οδηγήσεως υπό την επίδραση οινοπνεύματος, αναφέρεται σε εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης (που αναλύεται στις 22 σελίδες του αναιρετηρίου δικογράφου) οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην απόφαση του Εφετείου, την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δηλαδή ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" προταθέντα από αυτούς και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.).

Ειδικότερα, προβάλλεται η πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, γιατί το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους: α) ότι έπρεπε πριν την άσκηση της προκείμενης αγωγής να διαγνωστεί δικαστικά η ύπαρξη και το ύψος της αξίωσης της ενάγουσας, με την έκδοση απόφασης επί της σε βάρος της αγωγής των ζημιωθέντων τρίτων και ότι με τη μη έκδοση απόφασης δεν παρήχθη δεδικασμένο σε βάρος τους και β) ότι η άσκηση των αγωγικών αξιώσεων της ενάγουσας παρίστατο καταχρηστική.

Περαιτέρω, προβάλλεται και η πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον η προσβαλλόμενη δεν διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με τους ως άνω ισχυρισμούς της. Ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης δεν είναι βάσιμος, αφού, καθόσον αφορά την α' πλημμέλεια, ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη και απαντήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, με τις παρακάτω ανέλεγκτες παραδοχές της αλλά και τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη αυτής "...το δικαίωμα αυτό της αναγωγής ο ασφαλιστής δεν το στερείται και όταν κατέβαλε στον ζημιωθέντα αποζημίωση ύστερα από εξώδικο συμβιβασμό.

Ο τελευταίος έχει υποκειμενική ενέργεια και δεν αναπτύσσει άμεση δεσμευτική ενέργεια για τον αντισυμβαλλόμενο ασφαλισμένο. Από το γεγονός και μόνον ότι ο ασφαλιστής καταβάλλει στον παθόντα τρίτο αποζημίωση σε εκτέλεση συμβιβασμού που έχει καταρτισθεί μεταξύ τους, δε σημαίνει ότι δεν δικαιούται να απαιτήσει απ' αυτόν το λόγο ό,τι κατέβαλε, από τον ασφαλισμένο, αν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από την ευθύνη του κατ' άρθρο 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ.

Η ζημία την οποία υπέστη ο παθών τρίτος θα αποτελέσει αντικείμενο της δίκης, μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου οπότε μπορεί να διαπιστωθεί ότι ο ασφαλισμένος είναι δυνατόν να βαρύνεται έναντι του ασφαλιστή με μικρότερο ποσό αποζημιώσεως από εκείνο που κατέβαλε ο ασφαλιστής στον τρίτο. Η αγωγή του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου του με αίτημα την καταδίκη για το ποσό που κατέβαλε ο ασφαλιστής στον τρίτο δεν μπορεί να έχει ως βάση το συμβιβασμό που ο ασφαλιστής συνήψε με τον τρίτο και το καταβληθέν σε εκτέλεση αυτού. 'Εχει ως βάση τη ζημία του τρίτου, την κάλυψή της από τον ασφαλιστή και τον αποκλεισμό της ευθύνης του ασφαλιστή.

Στην περίπτωση αυτήν ο ασφαλιστής αξιώνοντας την απόδοση χρηματικών ποσών που κατέβαλε στον τρίτο, οφείλει να διαλάβει σ' αυτή τις συνθήκες του ατυχήματος, τα περιστατικά που θεμελιώνουν την ευθύνη του αντισυμβαλλόμενου ή του ασφαλισμένου για το ατύχημα (ΑΚ 914, 922 άρθρ. 2 κ.ε. Ν. ΓπΝ/1911) και τα χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν στον παθόντα τρίτο.

Πρέπει επίσης να αναφέρεται επαρκώς η συναφθείσα σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης των άνω προσώπων σχετικά με συγκεκριμένο αυτοκίνητο και ότι ο σχετικός με την απαλλαγή του ασφαλιστή όρος έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης με νόμιμο τρόπο... Για να γεννηθεί η αξίωση αναγωγής, δεν απαιτείται να διαγνωστεί προηγουμένως δικαστικά η υποχρέωση του εναγομένου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, ότι η έκταση του δικαιώματος αναγωγής προσδιορίζεται τελικά από το δικαστήριο που εκδικάζει την αγωγή αναγωγής με βάση τα κριτήρια της υπαιτιότητας και της αιτιότητας...

είναι δυνατό αν η αγωγή εξ' αναγωγής γίνει τελικά δεκτή να καθοριστεί μικρότερο το ποσό αποζημίωσης...".

Συνεπώς, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων - εναγομένων που προβάλλουν προς απόκρουση της αγωγής ότι έπρεπε πριν την άσκησή της να διαγνωστεί δικαστικά η ύπαρξη και το ύψος της αξίωσης της αναιρεσίβλητης με την έκδοση απόφασης επί της σε βάρος της αγωγής των ζημιωθέντων τρίτων ότι με τη μη έκδοση τέτοιας απόφασης δεν παρήχθη δεδικασμένο έναντί της για τα ως άνω θέματα, ούτε και μπορεί πλέον να παραχθεί ή να υποκατασταθεί με την απόφαση που θα εκδοθεί επί της αγωγής, με αποτέλεσμα οι αξιώσεις της ενάγουσας να έχουν αποσβεστεί, με τον μονομερή, χωρίς τη συμμετοχή τους, συμβιβασμό και να μη μπορεί η ασφαλιστική εταιρεία να εναγάγει αυτούς καθώς τους αποστέρησε από τον φυσικό τους δικαστή, με την κατάρτιση του συμβιβασμού και την συνεπεία αυτού αποστέρηση από την δυνατότητα συμμετοχής τους στη δίκη, μεταξύ των τρίτων ζημιωθέντων και την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων, είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απορριπτέες ως μη νόμιμες και αφού λήφθηκαν υπόψη οι σχετικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, ορθώς, απερρίφθησαν με την απόφαση του Εφετείου.

Επίσης και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης της ενάγουσας λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε, με την αιτιολογία που παρατίθεται παρακάτω. Επομένως, ο παραπάνω τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος κατά το τμήμα αυτό. Μετά την απόρριψη των προαναφερομένων ισχυρισμών των εναγομένων-αναιρεσειόντων όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου νόμιμα το τελευταίο (Εφετείο) δέχθηκε με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ότι πληρούται ο περί απαλλαγής της ενάγουσας όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεν καλύπτονται από την ασφαλιστική σύμβαση οι εναγόμενοι και υπέχουν ευθύνη για την αποκατάσταση της ζημίας της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας, συνολικού ποσού 260.000 ευρώ, την οποία υφίσταται η τελευταία από την καταβολή αποζημίωσης στους τρίτους ζημιωθέντες - οικείους του θανόντος και η ενάγουσα δικαιούται να αναζητήσει από τους ασφαλισμένους της το εν λόγω ποσό, το οποίο (ποσό) έκρινε ότι είναι απολύτως εύλογο, για την ικανοποίηση της χρηματικής ικανοποίησης,που υπέστησαν από το θάνατο του οικείου τους.

Επίσης με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, απέρριψε και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, με τις παρακάτω παραδοχές της: "Τέλος, επικουρικώς, ισχυρίσθηκαν όχι ίο δικαίωμα αναγωγής της ενάγουσας ασκείται καταχρηστικά, καθώς, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες ασκείται, ήτοι μετά από εξωδικαστικό συμβιβασμό με τους ζημιωθέντες, χωρίς να προηγηθεί δίκη μεταξύ της ασφαλιστικής και των τελευταίων, ώστε να κριθεί η έκταση της ευθύνης τους και με την αποστέρηση του δικαιώματός τους να συμμετάσχουν στην τελευταία δίκη, στερήθηκαν παράνομα και αντισυνταγματικά και αντίθετα στα χρηστά ήθη του δικαιώματος υπεράσπισης των απευθείσας κατά των όποιων αξιώσεων του θανόντος κατ' αυτών, καθώς και του φυσικού τους δικαστή, που θα δίκαζε επί των αξιώσεων αυτών, αν δεν είχε η κρίση αυτή εμποδισθεί από την συμπεριφορά της ενάγουσας.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθώς τα ανωτέρω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος αναγωγής της ενάγουσας, δεδομένου ότι για να γεννηθεί η αξίωση αναγωγής, δεν απαιτείται να διαγνωστεί προηγουμένως δικαστικά η υποχρέωση του εναγομένου ή του ασφαλιστή προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, ούτε η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδίδεται στη δίκη μεταξύ του ζημιωθέντος τρίτου και του ασφαλιστή αποτελεί δεδικασμένο στη δίκη ασφαλιστή και του ασφαλισμένου..., αλλά η έκταση του δικαιώματος αναγωγής προσδιορίζεται, τελικά, από το δικαστήριο που εκδικάζει την αγωγή αναγωγής, το οποίο είναι και "ο φυσικός δικαστής" της υπόθεσης, δικαιουμένου του ασφαλισμένου στη δίκη αυτήν, ήτοι σε αυτήν που ανοίγεται με την εξ αναγωγής αγωγή του ασφαλιστή να του αντιτάξει ότι θα μπορούσε να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος στην περίπτωση που ο τελευταίος ενήγαγε τον ασφαλισμένο".

Συνεπώς, ο ίδιος τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. με τις αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις στο σύνολό τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά το τμήμα αυτό.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, διότι η αναιρεσίβλητη δεν απέδειξε, όπως η ίδια υποχρεούτο, τον αγωγικό της ισχυρισμό περί της ιδιοκτησίας των α' και β' εναγομένων (αναιρεσειόντων) επί του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την παθητική νομιμοποίηση αυτών, ώστε να στοιχειοθετηθεί ευθύνη αυτών (α' και β' των εναγομένων) υπό την οποία και μόνο ενάγονταν.

Αντίθετα δέχθηκε αυθαίρετα ως βάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, χωρίς την κατά νόμο απαραίτητη εξέταση της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος, που μόνη αυτή επέτρεπε τη νομική εκτίμηση της ύπαρξης κυριότητας των α' και β' εναγομένων επί του αυτοκινήτου, η οποία άδεια δεν προσκομίσθηκε, ούτε έγινε επίκληση αυτής από την ενάγουσα, άλλωστε δεν γίνεται επίκλησή της ούτε από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ότι το σφάλμα αυτό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είχε ως αποτέλεσμα, ότι το δικάσαν Εφετείο εφάρμοσε εν συνεχεία εσφαλμένα και την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν . 489/76 και δέχθηκε βάσει αυτής ευθύνη προς αποζημίωση των α' και β' εναγομένων ως ασφαλισμένων ιδιοκτητών του οχήματος, ενώ μη συντρέχουσας κυριότητας αυτών επί του αυτοκινήτου, δεν συγχωρείται κατά νόμο εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης και παραδοχή της αγωγής.

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες εκθέτουν (επικουρικά) προς στοιχειοθέτηση του προκειμένου λόγου της αναίρεσης, ότι και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί, ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο εφάρμοσε (νοερώς) (αφού δεν τις αναφέρει), τις διατάξεις που εγκαθίδρυαν την ιδιοκτησία και επομένως τον ιδιοκτήτη του επιδίκου αυτοκινήτου και πάλι μη σύννομα τις εφάρμοσε και τις παραβίασε, αφού στην περίπτωση αυτή προκύπτει και δέχθηκε (η προσβαλλόμενη απόφαση), ως υπάρχουσα την επί του επιδίκου αυτοκινήτου ιδιοκτησία των α' και β' εναγομένων, χωρίς να εξετάσει και να αναφέρει την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος, την οποία οι διατάξεις αυτές θεσπίζουν, ως το μόνο έγγραφο από το οποίο μπορεί να πιστοποιηθεί η συνδρομή των όρων του νόμου, για την ύπαρξη επί του αυτοκινήτου έννομης σχέσης της ιδιοκτησίας.

Ότι έτσι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του νόμου, ειδικότερα των άρθρων 1 §§ 1 και 3, 3 § 1, 5 § 1 και 6 §§ 1, 2 και 3 του ν. δ/τος 1146/1972 σε συνδυασμό και με τη διάταξη των άρθρων 1 και 2 ν. 722/1977, τις οποίες δεν εφήρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, την οποία εφάρμοσε ενώ δεν έπρεπε να εφαρμόσει, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις ύπαρξης της απαιτούμενης από τη διάταξη αυτή προϋπόθεσης της ιδιοκτησίας των εναγομένων επί του αυτοκινήτου.

Στην προκειμένη περίπτωση από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ευθύνη των α' και β' εναγομένων ερείδεται επί της ιδιότητάς τους ως ασφαλισμένων στην αναιρεσίβλητη, δυνάμει του από 23. 6.2005 αντιγράφου συμβολαίου ασφάλισης με διάρκεια ισχύος από 6-6-2005 έως 6-12-2005 για τις ζημιές που θα προκαλούσε έναντι τρίτων το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ...59 ΙΧΕ αυτοκίνητο και συνεπώς ασκώντας η αναιρεσίβλητη κατά των προαναφερομένων αντισυμβαλλομένων - ασφαλισμένων της το δικαίωμα αναγωγής και αξιώνοντας από αυτούς να της καταβάλλουν, όσα πλήρωσε στους παθόντες τρίτους ύστερα από εξώδικο συμβιβασμό νομιμοποιείται παθητικά να στραφεί κατ' αυτών και ο άνω λόγος της αναίρεσης με τις αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις που ήδη αναφέρθηκαν είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, προκειμένου να αχθεί στο πόρισμά του ότι δηλαδή οι α' και β' εναγόμενοι ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% ο καθένας του ζημιογόνου αυτοκινήτου έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα (ισχυρισμούς των διαδίκων, μαρτυρικές καταθέσεις, ασφαλιστήριο συμβόλαιο), ενώ αυτό δεν επιτρεπόταν από τις προεκτεθείσες νομικές διατάξεις (ιδίως από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 722/1977), που έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα, να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, για την διάγνωση και παραδοχή της επί του αυτοκινήτου ιδιοκτησίας, η οποία σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις μπορεί να πιστοποιείται ότι υπάρχει αποκλειστικά και μόνο από την άδεια κυκλοφορίας η οποία δεν προσκομίσθηκε και δεν έγινε επίκλησή της στο δικαστήριο της ουσίας. Ότι το ζήτημα της ιδιοκτησίας των εναγομένων (α' και β') ήταν ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, αφού ήταν αναγκαία προϋπόθεση του νόμου για την παθητική νομιμοποίηση των α' και β' εναγομένων, η έλλειψη της οποίας οδηγούσε στην απόρριψη της αγωγής ως προς αυτούς.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν για την απόρριψη του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, η διά της αγωγής ασκούμενη αξίωση της αναιρεσίβλητης ερείδεται επί της ιδιότητας των εναγομένων ως ασφαλισμένων και συνεπώς δεν ήταν κατά νόμο αναγκαία η επίκληση και προσκομιδή από την αναιρεσίβλητη της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος προς απόδειξη της συνιδιοκτησίας τους επ' αυτού, όπως αβάσιμα υπολαμβάνουν αυτοί (αναιρεσείοντες).

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με τον έκτο (6ο) λόγο της αναίρεσής τους αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 πλημμέλεια (παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου). Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες προβάλλουν προς στοιχειοθέτηση του παραπάνω λόγου τα εξής: "εφόσον η αναιρεσίβλητη επέλεξε να διατυπώσει στη σύμβαση αυτή τη ρήτρα απαλλαγής του ασφαλιστή από την ευθύνη του για την ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση οδήγησης του οχήματος υπό την επήρεια οινοπνεύματος και όχι με αυτοτελή όρο αλλά με παραπομπή στο κείμενο της ΥΑ Κ4-585/1978 (που κατά την προσβαλλόμενη απόφαση ήταν ούτως ή άλλως ανίσχυρη, ως εκδοθείσα ελλείψει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως), η εν λόγω Υπουργική απόφαση είχε εν προκειμένω αποκλειστικά και μόνο συμβατική ισχύ...

ότι ως προς το μέρος αυτό ίσχυε αποκλειστικά και μόνο ως είχε κατά τη σύναψη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ δεν μπορούσε να τροποποιηθεί παρά μόνο με νέα κοινή συμφωνία των συμβληθέντων, η οποία ουδόλως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε χώρα ... ότι το Εφετείο όφειλε και αυτεπαγγέλτως να εφάρμοζε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 του Συντάγματος, περί αποκλειστικής νομοθετικής αρμοδιότητας της βουλής, τις μνημονευόμενες από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 489/1978, το άρθρο 361 ΑΚ και το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 489/76 σε συνδυασμό το άρθρο 1ο της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, να διαγίγνωσκε, ότι η άνω απαλλακτική ρήτρα είναι ανίσχυρη, θεωρούμενη ως μη γεγραμμένη στο συμβόλαιο και να απέρριπτε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη και αυτεπαγγέλτως αφού χωρίς την ισχύ της απαλλακτικής ρήτρας η αναιρεσίβλητη υποχρεούτο κατά νόμο να καλύψει τους ασφαλισμένους κατά το επίδικο ατύχημα".

Περαιτέρω στον άνω λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν "ότι τα προβλεπόμενα ως μέρος του επιδίκου συμβατικά κείμενα, ήτοι η ΥΑ Κ4-585/1978 και ο ρητά αναφερόμενος στο άρθρο 25 παρ. 8 αυτής ν. 614/1977 είχαν παύσει να ισχύουν από το έτος 1992, ήτοι από τον χρόνο κατάργησης του ν. 614/1977 και ότι το ίδιο ίσχυε για τη μη αναφερόμενη στην επίδικη σύμβαση ΚΥΑ 13382/1/70511/δ/25/δ/25-11-97.

Ότι η απαλλακτική ρήτρα του 1ου άρθρου του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου που συνάφθηκε επτά έτη μετά την κατάργηση του ν . 614/1977 ήταν εξ αρχής ανεπίδεκτη εφαρμογής για τους ασφαλισμένους, αφού, ενώ ρητά εξαρτήθηκε για την έννοια και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της από άλλο κείμενο (ν. 614/1977), το κείμενο αυτό δεν αναφέρει τα εν λόγω ελλείποντα έννοια και προϋποθέσεις εφαρμογής της απαλλακτικής ρήτρας, προκειμένου να μπορούσε να εφαρμοστεί και να παύσει να ισχύσει η απαλλακτική ρήτρα.

Ότι τέτοια ισχυρή ρήτρα δεν υπάρχει και η προσβαλλόμενη απόφαση όφειλε κατ' ορθή εφαρμογή των άρθρων 10 και 11 παρ. 1 του νόμου 489/1976 να απέρριπτε την αναγωγή ως ασκούμενη χωρίς νόμιμο προς τούτο δικαίωμα της αναιρεσίβλητης, αφού η αναιρεσίβλητη υποχρεούτο σύμφωνα με τις άνω διατάξεις να εκάλυπτε τους ασφαλισμένους χωρίς δικαίωμα αναγωγής κατ' αυτών.

Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε και τις διατάξεις του άρθρου 42 του νέου ΚΟΚ και του τροποποιητικού αυτού άρθρου 43 του ν. 2936/2009, τις οποίες εφήρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ και το άρθρο 1 της ασφαλιστικής σύμβασης και ότι έτσι καθίσταται δυσμενέστερη η θέση των αναιρεσειόντων, αφού οδηγεί στην εκτίμηση (και κρίση) της υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού με κριτήρια άλλα και δυσμενέστερα από εκείνα που προέβλεπε η ΚΥΑ 13382/1/ 70511/25-11-1977".

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, αναφορικά με τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που προβάλλονται με τον άνω λόγο, τα εξής: "Όπως αποδεικνύεται από το από 23-6-2005 αντίγραφο συμβολαίου με διάρκεια ισχύος από τις 6-6-2005 έως τις 6-12-2005, κατά το αναγραφόμενο σε αυτό άρθρο 1ο "Η παρούσα ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του ΝΔ 400/70, του ν. 489/76, όπως ισχύει, της ΥΑ Κ4-585-78 ΑΥΕ/ΦΕΚ 795, όπως ισχύει, που εκδόθηκε με εξουσιοδότηση της παρ. 7 του άρθρου 6 του Ν. 489/76 και του Ν. 2496/97 όπου δεν τροποποιείται από τους ως άνω Ειδικούς Νόμους", και κατά το επίσης αναγραφόμενο σε αυτό άρθρο 2ο "Ο ασφαλισμένος έλαβε γνώση και αποδέχεται με την παραλαβή του παρόντος συμβολαίου τους επισυναπτόμενους γενικούς και ειδικούς όρους και εξαιρέσεις του συμβολαίου αυτοκινήτων ν. 489/76 και ΥΑ Κ4-585-78 ΑΥΕ/ΦΕΚ 795/8-4-78 ΤΑΕ και ΕΠΕ".

Συνεπώς στο συμβόλαιο ασφάλισης υπάρχει ρητή παραπομπή στους όρους της Κ4-585/8-4-1978 Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου η οποία στο άρθρο 25 περ. 8 ορίζει ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι "καθ'ον χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδρασιν οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τας προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ (Νόμος 614/1977". Ήδη η παραπομπή νοείται στο άρθρο 42 του ισχύοντος ΚΟΚ (ν. 2696/1999). Οι συμβαλλόμενοι αποδέχθηκαν τον όρο αυτό, όπως και όλους τους λοιπούς όρους, σιωπηρώς, αφού παρέλαβαν το συμβόλαιο, χωρίς να αντιταχθούν στον εν λόγω όρο".

Συνεπώς, ο άνω λόγος της αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, αλλά και τα αναφερόμενα σχετικώς στη μείζονα σκέψη της παρούσης, απορριπτέος ως αβάσιμος, στο σύνολο των επί μέρους αιτιάσεων που προβάλλονται με το λόγο αυτό.

Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση της μη λήψης υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγμάτων, τα οποία προτάθηκαν και ειδικότερα την έλλειψη υπαιτιότητας του γ' εναγομένου για το ατύχημα, συνδέοντας την έλλειψη αυτή με την ύπαρξη δένδρου στο όριο του δρόμου, που από αμέλεια των οργάνων του Δήμου δεν είχε αποκοπεί, το γεγονός ότι η ταχύτητα με την οποία έβαινε δεν ήταν υπερβολική, το γεγονός ότι αυτόπτες μάρτυρες κατέθεσαν ότι όταν έφυγε από το κέντρο διασκέδασης φαινόταν να μην έχει πρόβλημα για οδήγηση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον με την επίκληση της εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίασης (μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και εχόντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης), επιχειρείται να πληγεί ανεπιτρέπτως η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπ' αριθμ. εκθ. καταθέσεως …3/2017 αίτηση των αναιρεσειόντων (ως προς όλους τους λόγους και τις επιμέρους αιτιάσεις αυτών), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 37/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189 § 1 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμ. εκθ. καταθέσεως …/2017 αίτηση των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 37/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "AE ..." και ήδη "... Ltd", τα οποία ορίζει, ενιαίως, στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ