Legislator Case Law & Legislation
262/2016 AI generated

262/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 262/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 262 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 262/2016

Legislator headnote

AI generated

262/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 262 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 262/2016

Keywords

AI generated
improvement of financial situation financial mismanagement economic hardship improved country conditions performance issues lack of self-sufficiency
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 262 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 262/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/8/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 679/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1601/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την με ημερομηνία κατάθεσης 27/3/2012 αίτησή του και τους με ημερομηνία κατάθεσης 10/9/2015 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπαηλιάδης ανέγνωσε την από 29/9/2015 έκθεση της ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. α' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ως " πράγματα " κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όπως και οι λόγοι εφέσεως. Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ενώ για το ορισμένο του λόγου αυτού απαιτείται ο αναιρεσείων να εκθέτει στο δικόγραφο της αναιρέσεως το είδος της παραβάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση, ότι κακώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τις προτάσεις της αντιδίκου του, στις οποίες η τελευταία περιέλαβε αυτούσιο το σώμα των πρωτοδίκων προτάσεών της, χωρίς περιληπτική ή ειδική αναφορά στα σημεία εκείνα των προτάσεων που αφορούσαν τους λόγους εφέσεώς του, οι οποίοι απορρίφθηκαν. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος καθόσον, ο αναιρεσείων δεν αναφέρει: α) το περιεχόμενο των διαλαμβανομένων στις προτάσεις της αντιδίκου του πραγματικών ισχυρισμών, τους οποίους το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη, από το οποίο θα κριθεί αν αυτοί αποτελούν πράγματα ή όχι κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 α του Κ.Πολ.Δ. και β) σε τι συνίσταται η παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο ή έκπτωση.

ΕΠΕΙΔΗ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίον αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ) πρέπει να αναφέρεται ο κανόνας δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, έστω και συνοπτικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποια αναγκαία για την επάρκειά της στοιχεία δεν αναφέρονται και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποια είναι τα μέρη των αιτιολογιών που αντιφάσκουν με άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν περιέχει πλήρη αιτιολογία για τον σχηματισμό της κρίσεως για την απόρριψη της εφέσεώς του, έχει αντιφάσεις και εμφανίζει λογικά κενά. Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι παντελώς αόριστος και απορριπτέος, καθόσον δεν αναφέρονται καθόλου οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε οι ανεπάρκειες και οι αντιφάσεις της.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 672 του Α.Κ., που ορίζει ότι, " καθένας από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε την σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία ", σπουδαίο δε λόγο αποτελούν τα περιστατικά εκείνα ή ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να αξιωθεί από οποιονδήποτε των συμβαλλομένων μερών η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι την συμφωνημένη ή εκ του νόμου υποχρεωτική λήξη της ( Ολ. Α.Π. 10/1995 ). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν συγκεκριμένα περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου συνιστούν την αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου είναι κρίση νομική που ελέγχεται αναιρετικώς. Τυχόν δε ανυπαρξία σπουδαίου λόγου ή αν ο προβαλλόμενος ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας δεν είναι τόσο σπουδαίος και σοβαρός ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει την πρόωρη λύση της συμβάσεως καθιστά την καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου άκυρη. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 672 του Α.Κ., μη λαμβάνοντας υπόψη την σύμβαση, την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη αλλά και τις ιδιαίτερες περιστάσεις που συνοδεύουν τα περιστατικά αυτά. Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος, καθόσον δεν αναφέρει τις παραδοχές, συνοπτικά έστω, της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε σε τι συνίσταται η παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 672 του Α.Κ. και ειδικότερα ποιες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση, δηλαδή αν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 672 του Α.Κ. ή ότι προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην ως άνω διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

ΕΠΕΙΔΗ, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναιρέσεως διακρίνονται σε θετικές και αρνητικές. Θετικές είναι α ) η ύπαρξη αποφάσεως υποκειμένης σε αναίρεση ( άρθρα 552 και 554 του Κ.Πολ.Δ. ), β ) άσκηση αυτής από πρόσωπο νομιμοποιούμενο προς τούτο ( άρθρα 556 και 558 του Κ.Πολ.Δ. ), γ ) θεμελίωσή της σε ένα τουλάχιστον λόγο αναιρέσεως ( άρθρο 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ), δ ) η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο διάδικο που την ασκεί και ε ) η τήρηση ορισμένου τύπου και προθεσμίας για την άσκησή της, ενώ αρνητικές προϋποθέσεις είναι α ) η άσκησή της για πρώτη φορά ( άρθρο 555 του Κ.Πολ.Δ. ), β ) η μη αποδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως και γ ) η μη παραίτηση του διαδίκου από την τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως. Από τα ανωτέρω, συνδυαζόμενα και προς τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1, 571 παρ. 1, 2, 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να είναι παραδεκτή και αν ακόμη δεν περιέχει κανένα παραδεκτό και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, αλλά αρκεί να περιέχει κάποιο λόγο αναιρέσεως, έστω και απαράδεκτο ή αόριστο. Η διάκριση δε μεταξύ απαράδεκτης και παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως με απαράδεκτους λόγους αναιρέσεως έχει πρακτική σημασία για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 562 παρ. 4 και 569 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, κατά την πρώτη των οποίων ο Άρειος Πάγος μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο αναιρέσεως, τον οποίον προτείνει ο εισηγητής και κατά τη δεύτερη πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, επί εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 679 /2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν απορρίφθηκε η αγωγή του, με την οποίαν ζητούσε να κριθεί άκυρη ως καταχρηστική, η, για σπουδαίο λόγο, καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Ο εναγών προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την τότε επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε." στις 16-2-1998 ως τραπεζικός υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην αρχή αορίστου χρόνου, η οποία στην συνέχεια μετατράπηκε σε ορισμένου χρόνου και τοποθετήθηκε στο νεοϊδρυθέν Κατάστημά της στην…, όπου του ανατέθηκε η Διεύθυνση αυτού, στο οποίο και υπηρέτησε με τον βαθμό του Τμηματάρχη Β' μέχρι την 1-11-2002, οπότε και μετατέθηκε στην…, όπου και ανέλαβε τη Διεύθυνση του εκεί υποκαταστήματός της. Και ναι μεν το Κατάστημα …υπό τη διεύθυνση του ενάγοντος αρχικά μεν αναπτύχθηκε επιτυχώς στην τοπική τραπεζική αγορά, σύμφωνα και με την από 15/30-3-2000 έκθεση επιθεωρήσεως των Επιθεωρητών Κ. Β. και Ι. Μ. για το έτος 1999 (μόλις δεύτερο έτος λειτουργίας του), ενώ είχε προϋπολογισθεί ζημία 14.500.000 δραχμών, τελικώς εμφάνισε κέρδη 123.800.000 δραχμών " ξεπερνώντας ... όλες τις προσδοκίες ", ειδικά δε οι στόχοι στις καταθέσεις και χορηγήσεις " υπερκαλύφθηκαν ", έτσι ώστε οι πρώτες ν' αυξηθούν κατά 149 % ( έναντι 12% ) και οι δεύτερες κατά 268% ( έναντι 144% ), ενώ διαπιστώθηκε "άνοδος" όλων των λοιπών κλάδων εργασιών, στην έκθεση, ωστόσο, τονιζόταν ότι ενόψει της αυξήσεως των εργασιών το προσωπικό δεν επαρκούσε ποσοτικά. Στην συνέχεια, όμως, λόγω επιδειχθείσας εκ μέρους του χαλαρότητας στην εφαρμογή των τραπεζικών κανόνων και αντί να μεριμνήσει, ώστε να μειώσει τους ρυθμούς αναπτύξεως του Καταστήματός του, τόσο όσο του επέτρεπε η κάθε φύσεως υποδομή που διέθετε, η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχό του και προκάλεσε πλήθος αντικανονικών ενεργειών ή συναλλαγών που εξέθεσαν την εναγομένη Τράπεζα σε σοβαρούς κινδύνους να υποστεί η τελευταία ζημιές και να τρωθεί η φήμη της. Δηλαδή η εικόνα της κερδοφορίας και αναπτύξεως, που αρχικά εμφάνισε το ως άνω Κατάστημα …και είχαν σαν αποτέλεσμα θετικές εκθέσεις τόσο για το Κατάστημα όσο και για τον ίδιο τον ενάγοντα, αποδείχθηκε τελικά επίπλαστη, καθόσον δεν απέδωσε τις αναμενόμενες και οφειλόμενες εισπράξεις και κέρδη για την Τράπεζα, αλλά αντίθετα οι ενέργειες και πρωτοβουλίες του ενάγοντος αποδείχθηκαν επιπόλαιες και κατά προφανή παράβαση των τραπεζικών κανόνων. Συγκεκριμένα, σε γενόμενο έλεγχο του ως άνω Καταστήματος που διενεργήθηκε τον Ιανουάριο του 2002 από τους υπηρετούντες στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεωρήσεως της εναγομένης Α. Κ., Διευθυντή της Διευθύνσεως Γενικής Επιθεωρήσεως, και Π. Τ., Επιθεωρητή, διαπιστώθηκαν οι εν λόγω παρατυπίες που έχουν καταγραφεί και στην υπ' αριθμ. .../29-1-2002 έκθεσή τους και που αφορούσαν αφενός μεν παραβάσεις της διαδικασίας πιστοδοτήσεων και αφετέρου αντικανονικές κινήσεις λογαριασμών καταθέσεων. Συνεχίζει το Εφετείο, ότι το Κατάστημα…, το οποίο τελούσε υπό τη Διεύθυνση του ενάγοντος : α ) δεν ενημέρωνε τα υπερκείμενα κλιμάκια για τις πιστοδοτήσεις που πραγματοποιούσε με εγκρίσεις του και εντός των ορίων του, β ) πιστοδοτούσε πελάτες με βάση ληγμένα ή αθεώρητα πιστωτικά όρια των υπερκειμένων κλιμακίων, γ ) δεν ενημέρωνε τις κεντρικές υπηρεσίες για πλήθος καθυστερημένων λογαριασμών, που υπερέβαιναν το ποσό των 2.000.000 ΕΥΡΩ, δ ) αποενεχυρίαζε τις περισσότερες υπέγγυες επιταγές και είτε τις αντικαθιστούσε, είτε τις απέδιδε απλήρωτες στους πιστούχους, ε ) συντηρούσε κυκλώματα επιταγών και χρηματοδοτούσε πολλούς πελάτες με κάλυμμα επιταγές ευκολίας, οι περισσότερες των οποίων σύρονταν σε λογαριασμούς που τηρούνταν στο ίδιο Κατάστημα και στ ) δεν ανέφερε στην " ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. " συναλλαγματικές εκχωρήσεως της "...." ποσού 38.000.000 δραχμών και της " ...." ποσού 47.970.000 δραχμών. Στην συνέχεια κατά το χρονικό διάστημα από τις 28-1 μέχρι 1-3-2002, επακολούθησε τακτικός έλεγχος των πιστοδοτήσεων από τον Επιθεωρητή Γ. Μ., ο οποίος συνέταξε πλήρη και αναλυτική έκθεση, στην οποίαν εντοπίστηκαν και καταγράφηκαν ουσιώδη προβλήματα ή παρατυπίες σε 181 περιπτώσεις. Στις γενικές παρατηρήσεις της ως άνω εκθέσεως επιβεβαιώθηκαν και οι παρατηρήσεις του προηγηθέντος ελέγχου των προαναφερθέντων ελεγκτών και επιπλέον αναφέρονται και οι εξής διαπιστώσεις : α ) χρηματοδότηση πιστούχων χωρίς αυτή να δικαιολογείται από τα οικονομικά τους στοιχεία και την συνολική εικόνα τους, β ) έμμεση χρηματοδότηση πιστούχων μέσω χρηματοδοτήσεως αξιογράφων τους σε χορηγητικούς λογαριασμούς άλλων πιστούχων χωρίς εμπορική συνάφεια, γ) ανεπαρκής παρακολούθηση της ασφαλίσεως - ανανεώσεως ασφαλιστηρίων των ενυποθήκων ακινήτων, ενώ εντοπίστηκαν ακίνητα υπασφαλισμένα ή ακόμη και ανασφάλιστα κ.λ.π. Και ναι μεν επισημάνθηκε η θετική εξέλιξη των μεγεθών του Καταστήματος, ωστόσο τονιζόταν ότι τα στελέχη του παρέβαιναν κατ' εξακολούθηση βασικούς κανόνες ( όπως καθορίζονταν στον κανονισμό πιστοδοτήσεων και στις εγκυκλίους της Τράπεζας ), στη διαδικασία εγκρίσεως και διαχειρίσεως των πιστοδοτήσεων με αποτέλεσμα να εκτίθεται η Τράπεζα σε σοβαρούς κινδύνους, ενώ αναγνωριζόταν και η ανάγκη προσωρινής αριθμητικής ενισχύσεως του Τμήματος Χορηγήσεων του Καταστήματος με υπαλλήλους. Ύστερα από τον παραπάνω τακτικό έλεγχο ο ενάγων, ως Διευθυντής του εν λόγω ελεγχθέντος Καταστήματος, ενημέρωσε τη Διεύθυνση Γενικής Επιθεωρήσεως και τις αρμόδιες κεντρικές υπηρεσίες ότι οι περισσότερες από τις ως άνω εκκρεμότητες είχαν δήθεν τακτοποιηθεί, οπότε στα πλαίσια εξακριβώσεως του βαθμού συμμορφώσεώς του διενεργήθηκε νέος έκτακτος έλεγχος κατά το χρονικό διάστημα από 15 έως 19-7-2002 από τον Επιθεωρητή Α. Κ., ο οποίος συνέταξε σχετική έκθεση, στην οποίαν αναφέρονται στην μεν εισαγωγή της ότι " η παρατηρηθείσα επανάληψη των περισσοτέρων και ουσιαστικότερων παρεκκλίσεων από τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας της Τράπεζας αποδεικνύει ότι το Κατάστημα δεν συμμορφώθηκε προς τις υποδείξεις του Εσωτερικού ( τακτικού ) ελέγχου " στις δε γενικές παρατηρήσεις ότι: " α ) Το Κατάστημα, δεν υποβάθμισε τους λογαριασμούς που εμφάνιζαν ιδιαίτερα προβλήματα. Έτσι στο τοπικό μηχανογραφικό σύστημα χορηγήσεων οι ταξινομημένες σαν Κ ( κανονικές ) χορηγήσεις ανέρχονται στο 96% του συνόλου, ποσοστό ... που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, β ) το κατάστημα εξακολουθεί να πιστοδοτεί όλους τους πελάτες του, που δεν μεταφέρθηκαν στο Δικαστικό ( Τμήμα ) και που έτυχαν υποδεέστερης ταξινομήσεως από τον ... τακτικό έλεγχο κατά παράβαση του Κανονισμού Πιστοδοτήσεων, γ ) το κατάστημα δεν υπέβαλε καταστάσεις καθυστερήσεων για το Α' και Β' τρίμηνο του 2001 δεν συμπεριλαμβάνει τους περισσοτέρους λογαριασμούς που εμφανίζουν προσωρινές ή ουσιαστικές καθυστερήσεις, δ ) ... Σε πλήθος φακέλων βρέθηκαν λευκά παραστατικά υπογεγραμμένα από τους πελάτες, ε ) η διαχείριση των επιταγών ευκολίας αποτελεί καθημερινή απασχόληση των στελεχών ... σε βάρος της αναπτύξεως ή της ορθής διαχειρίσεως των πιστοδοτήσεων, στ ) οι έμμεσες και συνεπώς ανεπιθύμητες λόγω αυξημένου ρίσκου χορηγήσεις αυξήθηκαν από τον περασμένο Φεβρουάριο...., ζ) Σε καμία περίπτωση λήψεως εξασφαλιστικής προσημειώσεως δεν λήφθηκε το καλώς έχει από τη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών ή τουλάχιστον δεν επιδείχθησαν στον έλεγχο... ". Ενόψει λοιπόν, όλων των παραπάνω, συνεχίζει το Εφετείο, η εναγομένη αναγκάστηκε να μεταθέσει την 1-11-2002 τον ενάγοντα, στο νεοϊδρυθέν Υποκατάστημα …και συγχρόνως τοποθέτησε ως Διευθυντή του Καταστήματος …το Ν. Χ., πρώην διευθυντικό στέλεχος της Εμπορικής Τράπεζας, ο οποίος ουδεμία γνωριμία με τον ενάγοντα ή με κάποιον άλλο συνάδελφό του στο νέο χώρο εργασίας του είχε. Παράλληλα κατά του ενάγοντος, για τις διαπιστωθείσες με τις ως άνω εκθέσεις ελέγχου κατ' εξακολούθηση παραβάσεις και παραλείψεις βασικών κανόνων του Κανονισμού Πιστοδοτήσεων και των Εγκυκλίων της, κατά τη διαχείριση του Χαρτοφυλακίου Πιστοδοτήσεων του Καταστήματος Κομοτηνής και για το χρονικό διάστημα που ασκούσε σε αυτό καθήκοντα Διευθυντή ο ενάγων, ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη, αφού αποτέλεσμα των ως άνω παραβάσεων - παραλείψεών του ήταν να εκτεθεί η εναγομένη Τράπεζα σε σοβαρούς πιστωτικούς κινδύνους, ικανούς να προξενήσουν οικονομική ζημία σε αυτή, διότι αρκετές από τις πιστοδοτήσεις δεν αποπληρώνονταν και είχαν οδηγηθεί στις Οριστικές Καθυστερήσεις και Εμπλοκές. Έτσι την 1-9-2003 του κοινοποιήθηκε το Δ/Δ 957/28-8-2003 έγγραφο αυτής που αποτελούσε και το πειθαρχικό κατηγορητήριό του με το οποίο η τελευταία τον καλούσε να απαντήσει επί δώδεκα ( 12 ) πειθαρχικών παραβάσεων που του απέδιδε. Επειδή, όμως οι απαντήσεις του εν λόγω ενάγοντος που εμπεριέχονταν στις από 18-9 και 30-9-2003 επιστολές του, δεν κρίθηκαν πειστικές και δεν ευσταθούσαν κατά την κρίση της εναγομένης, η οποία του κοινοποίησε το Δ/Δ 980/3-11-2003 έγγραφό της, με το οποίο του απέδωσε οριστικά κατηγορία και για τις δώδεκα ( 12 ) ως άνω παραβάσεις και συγκεκριμένα του καταλόγιζε ότι ως Διευθυντής του Καταστήματος της …: α ) δεν ενημέρωσε το υπηρεσιακό υπερκείμενο κλιμάκιο για δεκαπέντε ( 15 ) χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων που έγιναν στην ευχέρεια του καταστήματος, β ) προέβη σε χρήση των πιστωτικών ορίων χωρίς θεώρηση από τα υπερκείμενα κλιμάκια σε δεκαπέντε ( 15 ) περιπτώσεις πιστούχων, γ) χρηματοδότησε κατ' επανάληψη επιταγές και συναλλαγματικές ευκολίας δεκαεννιά ( 19 ) πιστούχων, χωρίς να τηρηθούν οι στοιχειώδεις κανόνες ελέγχου περί της εμπορικότητάς τους, αν και σε πολλές περιπτώσεις διασταυρούμενες επιταγές σύρονταν σε λογαριασμούς καταθέσεων όψεως του καταστήματος, οπότε ήταν εύκολη η διαπίστωσή τους, δ ) δεν ενημέρωσε τα υπερκείμενα κλιμάκια για πενήντα ένα ( 51 ) καθυστερημένους λογαριασμούς χρηματοδοτήσεων και δεν ζήτησε εγκρίσεις - οδηγίες για τη διαχείριση αυτών, με συνέπεια την εξασθένιση της θέσεως της Τράπεζας, ε ) προέβη σε εκτεταμένη αποδέσμευση ενεχυριασμένων επιταγών σε κάλυμμα χρηματοδοτήσεων και επιστροφή τους σε οκτώ ( 8 ) πιστούχους ή διαδοχικές αντικαταστάσεις άλλων επιταγών, χωρίς έγκριση των ανωτέρω κλιμακίων, στ ) χρηματοδότησε έμμεσα δύο πελάτες, μέσω χρηματοδοτήσεως αξιογράφων τους, σε χορηγητικούς λογαριασμούς άλλων πιστούχων, χωρίς εμπορική συνάφεια μεταξύ τους, ζ) χρηματοδότησε δεκατέσσερις ( 14 ) πιστούχους χωρίς αυτό να δικαιολογείται από τα οικονομικά τους στοιχεία, η ) χρηματοδότησε έξι ( 6 ) πελάτες με δυσμενή στοιχεία χωρίς μάλιστα αναφορά στα υπερκείμενα κλιμάκια, θ ) δεν ανήγγειλε στην " ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. " πλήθος απλήρωτων ενεχυριασμένων επιταγών -συναλλαγματικών έξι ( 6 ) πιστούχων, ι) δεν έλαβε τα προβλεπόμενα από τις εγκρίσεις απαραίτητα καλύμματα - εξασφαλίσεις κατά την χορήγηση πιστοδοτήσεων ( ή μεταγενεστέρως αυτής ) σε δώδεκα ( 12 ) περιπτώσεις, ια ) δεν έλαβε σε διάφορες συμβάσεις, τις προβλεπόμενες από τις εγκρίσεις υπογραφές εγγυητών, με αποτέλεσμα την εξασθένηση της θέσεως της Τράπεζας, σε τριάντα μία ( 31 ) περιπτώσεις και ιβ ) πραγματοποίησε χρηματοδοτήσεις ή έκδοση εγγυητικών επιστολών, χωρίς αυτές να καλύπτονται από την σύμβαση ανοικτού λογαριασμού ή σύμβαση εγγυητικής επιστολής, σε επτά ( 7 ) περιπτώσεις πιστούχων. Αποτέλεσμα δε των ως άνω παραβάσεων ήταν να εκτεθεί η εναγομένη Τράπεζα σε σοβαρούς πιστωτικούς κινδύνους, καθόσον για αρκετές περιπτώσεις πιστοδοτήσεων δεν υπήρχαν πηγές αποπληρωμής, κατά παράβαση των άρθρων 11 παρ. 3 και 17 του Οργανισμού Προσωπικού της, και για τους λόγους αυτούς η αρμόδια Διεύθυνση Προσωπικού της τον παρέπεμψε στις 3-11-2003 στο ( Πενταμελές ) Δευτεροβάθμιο Αναθεωρητικό (Πειθαρχικό) Συμβούλιο, που συνήλθε ( σε πρώτο βαθμό, λόγω της ιδιότητας του ελεγχομένου ενάγοντος ως Διευθυντής Καταστήματός της ), στις 18 και 25-11-2003 και μετά διαδοχικές αναβολές, στις 9-12-2003 και 13-1-2004, οπότε και συνεδρίασε, τελικά και κήρυξε αυτόν ( ενάγοντα ) ομόφωνα πειθαρχικά ελεγκτέο και του επέβαλε και για τις δώδεκα προαναφερθείσες πειθαρχικές παραβάσεις, για τις οποίες είχε παραπεμφθεί, ποινή προσωρινής απολύσεως τριών μηνών, χωρίς αποδοχές. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων προσέφυγε στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, το οποίο συνεδρίασε, στις 20-2-2004, ως δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, απέρριψε την προσφυγή αυτού και ομόφωνα επικύρωσε την πρωτοβάθμια ποινή. Περαιτέρω ο τελευταίος προσέφυγε και στο τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Πειθαρχικό Συμβούλιο στο Υπουργείο Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας του άρθρου 29 παρ. 2 του Νόμου 1346/1983, το οποίο με την από 10-2-2005 απόφασή του απέρριψε την προσφυγή του και διατήρησε την επιβληθείσα ως άνω πειθαρχική ποινή. Τέλος το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης στην από 23-5-2006 συνεδρίασή του, κατόπιν και της υπ' αριθμ. 9/ 22-5-2006 αποφάσεως του Συμβουλίου Εργασιακών Σχέσεων και αφού έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 71/15-5-2006 εισήγηση του Διευθυντή Διαχειρίσεως Ανθρωπίνων Πόρων, την υπ' αριθμ. 4721/5-5-2006 γνωμοδότηση της Διευθύνσεως Νομικών Υπηρεσιών και την από 2-5-2006 γνωμοδότηση του καθηγητή του Εργατικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών Γ. Λ., αποφάσισε, κατά πλειοψηφία, να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 672 του Α.Κ. Ο ενάγων υπέβαλε την από 10-2-2004 έγκλησή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ροδόπης, σε βάρος του Ν. Χ. ( που ανέλαβε χρέη Διευθυντή στο Κατάστημα …μετά τον ενάγοντα ) και του ως άνω Επιθεωρητή Γ. Μ., για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδούς καταμηνύσεως η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την υπ' αριθμ ... διάταξη του ανωτέρω Εισαγγελέως. Κατά της τελευταίας ( απορριπτικής διατάξεως ) ο ενάγων άσκησε προσφυγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 20/2005 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Θράκης με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του ενάγοντος. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, για όλες τις προπεριγραφείσες αντικανονικές και παράτυπες ενέργειες και παραλείψεις του ενάγοντος, για τις οποίες του αποδόθηκαν ευθύνες ως Διευθυντή του Καταστήματος …της εναγομένης Τράπεζας , στο οποίο έλαβαν αυτές χώρα, εκτέθηκε σε κίνδυνο η φήμη, η αξιοπιστία και τα συμφέροντα της τελευταίας, αφού κατέστη επισφαλής η είσπραξη σημαντικών απαιτήσεών της.

Συνεπώς καταλήγει το Εφετείο, υπήρξε πράγματι σπουδαίος λόγος, που ήταν δυνατόν να κλονίσει την εμπιστοσύνη της εναγομένης προς το πρόσωπο του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να κρίνει αυτή, δικαιολογημένα, δια των αρμοδίων οργάνων της, ως αναγκαία και επιβεβλημένη την οριστική και άμεση διακοπή της συνεργασίας μαζί του, προβαίνοντας στις 26-5-2006 νομότυπα στην έγγραφη καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως. Επομένως, η εν λόγω καταγγελία δεν υπήρξε καταχρηστική, αφού έλαβε χώρα αποκλειστικά για σπουδαίο λόγο, που αφορούσε καθαρά την υπηρεσιακή στάση και συμπεριφορά του ενάγοντος που με τις προεκτεθείσες ενέργειες ή παραλείψεις του έθετε σε κίνδυνο τις υποθέσεις της εναγομένης Τράπεζας, ώστε δικαιολογημένα να κλονιστεί ανεπανόρθωτα η εμπιστοσύνη της τελευταίας προς το πρόσωπο αυτού ( ενάγοντος ), ως ανωτέρου στελέχους της και να καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε περαιτέρω με αυτόν συνεργασία, οποιασδήποτε μορφής και σε οποιαδήποτε θέση, ενώ, λόγω της βαρύτητας των ενεργειών αυτών και της υπεύθυνης θέσεώς του ως Διευθυντή που αυτός κατείχε, η εξακολούθηση της εργασιακής συμβάσεως συνεπαγόταν κίνδυνο επαναλήψεως τέτοιων ενεργειών στο μέλλον και συνακόλουθα κίνδυνο βλάβης των δικαιολογημένων συμφερόντων της εναγομένης, για την αποτροπή του οποίου το μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο ήταν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του. Αντίθετη κρίση, ότι δηλαδή η εν λόγω αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί μόνο με την επιβληθείσα πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσεώς του, δεν θα ήταν δικαιολογημένη για να θεωρηθεί, μετά ταύτα, ανεκτή η συνέχιση της εργασιακής του συμβάσεως στην εναγομένη Τράπεζα, αφού σύμφωνα με την καλή πίστη, την παραπάνω έλλειψη εμπιστοσύνης της τελευταίας προς το πρόσωπο του ενάγοντος δεν μπορεί να αποκαταστήσει οποιαδήποτε πειθαρχική τιμωρία αυτού, δοθέντος ότι στο ευαίσθητο τραπεζικό περιβάλλον η ύπαρξη εμπιστοσύνης αποτελεί προϋπόθεση, άνευ ετέρου, για την παροχή υπηρεσιών σε οποιαδήποτε θέση. Κατόπιν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια, απέρριψε την έφεση του εναγομένου. Κρίνοντα έτσι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ως άνω διατάξεων ( 672 και 281 του Α. Κ. ) και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 28 του Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, που καταρτίστηκε με την από 27-5-2004 Ε.Σ.Σ.Ε. ( σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 1876/1990 ) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, η λύση της συμβάσεως εργασίας του προσωπικού της Τράπεζας ( εναγομένης ) επέρχεται, με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, την αυθαίρετη απουσία αυτού για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός μηνός, με καταγγελία της συμβάσεως από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο και λόγω επιβολής κατά το άρθρο 25 του Κανονισμού της ποινής της οριστικής παύσεως, σε κάθε δε περίπτωση η λύση της συμβάσεως εργασίας επέρχεται αυτοδικαίως με την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του υπαλλήλου. Στην περίπτωση δε καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του υπαλλήλου από την Τράπεζα απαιτείται απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του προσωπικού της εναγομένης κρίνεται κατά τον χρόνο της καταγγελίας και συνακόλουθα ο χρόνος αυτός είναι ο κρίσιμος για την εφαρμογή των, περί καταγγελίας, διατάξεων του Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφαση, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έγινε για σπουδαίο λόγο, με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, εφαρμόζοντας τον, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, ισχύοντα Κανονισμό Εργασίας του προσωπικού της εναγομένης και όχι τον ισχύοντα, κατά τον χρόνο της επιβολής της πειθαρχικής ποινής, Κανονισμό, ορθά εφάρμοσε το νόμο, οι δε αντίθετες αιτιάσεις, που προβάλλονται με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επιπλέον των ανωτέρω ο εφαρμοσθείς στην κρινομένη περίπτωση νέος Κανονισμός Εργασίας της Τράπεζας έχει ισχύ νόμου και δεν απαιτείται να γνωστοποιηθεί στον ενάγοντα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, ( άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27 Μαρτίου 2012 αίτηση καθώς και τους από 10 Σεπτεμβρίου 2015 προσθέτους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1601/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ( 1.800 ) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και

ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ