262/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated262/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, εφόσον η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 262 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 262/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Π. του Λ., 2)Ε. συζ. Α. Ο., το γένος Λ. Π., 3)Α. Π. του Π., 4)Λ. Π. του Π. και 5)Γ. Σ., κατοίκων .... Οι 1ος, 2η και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Αγγελίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και οι 3η και 4ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Κ., κατοίκου ..., δικηγόρου, ως οριστικού συνδίκου της πτωχευσάσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα, και 2)Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Λ. Π. - Γ. Σ. Ο.Ε." που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και η 2η δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2004 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4127/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 914/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31/10/2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 18/3/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Κατά δε τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει, ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.
Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, η επίσπευση της αρχικής συζητήσεως της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 31ης Μαρτίου 2014 είχε γίνει από τους αναιρεσείοντες, μεταξύ των οποίων οι 3η και 4ος από αυτούς. Οι τελευταίοι, ενώ είχαν εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Αγγελίδη κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την προκείμενη δικάσιμο, δεν εμφανίστηκαν κατ' αυτήν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, εφόσον η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή.
Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 68, 74, 76, 556 παρ. 1 και 558 του ΚΠολΔ, η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικητή αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, για έλλειψη έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 15-16/1995).
Επίσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 76 παρ.1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, στις περιπτώσεις αναγκαστικής ομοδικίας (και τέτοια υπάρχει μεταξύ της ομόρρυθμης εταιρείας και των ομορρύθμων εταίρων, όταν ενάγονται για εταιρικές υποχρεώσεις), το ένδικο μέσο που ασκείται από τον ένα από τους αναγκαστικούς ομοδίκους, ναι μεν δεν πρέπει να στρέφεται και κατά του αναγκαστικού ομοδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη εις βάρος του ασκούντος το ένδικο μέσο, πλην όμως έχει αποτελέσματα και υπέρ του ομοδίκου που δεν άσκησε το ένδικο μέσο, ο οποίος πρέπει να καλείται για να μετάσχει στη συζήτηση του ένδικου μέσου.
Αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης τούτου, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς όλους, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 576 του ίδιου Κώδικα. Στην ένδικη περίπτωση, που αφορά εναγωγή ομόρρυθμης εταιρείας (δεύτερης αναιρεσίβλητης) και ομορρύθμων εταίρων της (αναιρεσειόντων) από τον πρώτο αναιρεσίβλητο για οφειλές της ομόρρυθμης εταιρείας, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος που, ασκούμενη από τους αναγκαίους ομοδίκους της δεύτερης αναιρεσίβλητης, στρέφεται κατ' αυτής, εφόσον η τελευταία, η οποία τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη παραστάθηκε ως ομόδικος με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, θεωρείται ότι άσκησε και εκείνη την ασκηθείσα από τους ομοδίκους της αναίρεση (άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ) και εντεύθεν είναι λογικώς και νομικώς απαράδεκτο να εμφανίζεται ταυτοχρόνως με τις ιδιότητες της αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης (Ολ.ΑΠ 15-16/1996, Ολ.ΑΠ 24/1997).
Πάντως, παραδεκτώς προχωρεί η συζήτηση της υποθέσεως, εφόσον η εν λόγω αναγκαία ομόδικος των αναιρεσειόντων είχε κληθεί να παραστεί στην αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο (βλ. την 8064γ/23.12.2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αιγίου Ε. Κ.), οπότε η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση και εκείνης για τη δικάσιμο αυτή.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 914/12 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων - εναγομένων, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που κατά μερική παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου, οριστικού, συνδίκου της αναφερόμενης σ' αυτήν πτωχεύσασας εταιρείας, υποχρέωσε τους εναγομένους, να του καταβάλουν το ποσό των 184.270,13 ευρώ, νομιμοτόκως, οφειλόμενο στην πτωχεύσασα με βάση την αναφερόμενη σ' αυτήν σύμβαση.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Αντιφατικότητα αιτιολογίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχεται, ως αποδειχθέντα, γεγονότα τα οποία αλληλοαποκλείονται ή όταν δεν είναι σαφές ποία είναι εκείνα τα οποία θεμελιώνουν το διατακτικό, ενώ η αντίφαση πρέπει να υφίσταται μεταξύ των αιτιολογιών του αυτού κεφαλαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. 275/21-2-2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε πτώχευση η εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΑΕ" (ΠΕΑΤ ΑΕ), και ορίστηκε ημέρα παύσεως των πληρωμών η 9-2-2000.
Εν συνεχεία με την υπ' αριθ. 1260/2001 απόφαση του το ίδιο άνω δικαστήριο διόρισε οριστικό σύνδικο της πτώχευσης τον νυν ενάγοντα δικηγόρο (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο). Η άνω πτωχεύσασα, εταιρεία και πριν από την πτώχευση της είχε καταρτίσει με την πρώτη εναγομένη εταιρεία (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), την από 13-6-1994 έγγραφη σύμβαση αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την πώληση στην Πάτρα των εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων, που διακινούνταν και πρακτορεύονταν από την ΠΕΑΤ ΑΕ, για λογαριασμό της να εισπράττει το τίμημα από τις πωλήσεις και να παρακρατεί τη προμήθεια της, που ορίστηκε σε ποσοστό 20% μείον ΦΠΑ επί των αναγραφομένων τιμών των πωλουμένων εντύπων.
Στην αμοιβή της πρώτης εναγομένης συμπεριλαμβάνονταν όλα τα έξοδα για την εκτέλεση του συμβατικού σκοπού, δηλαδή τα γενικά έξοδα, τα έξοδα διαφήμισης και προώθησης των εντύπων, τα έξοδα επιστροφής των αδιάθετων εντύπων κλπ. Πράγματι η συμφωνία αυτή λειτούργησε από της υπογραφής της και μεταξύ των συμβαλλόμενων τηρείτο ένας χρεοπιστωτικός λογαριασμός, στον οποίο καταχωρούνταν οι διάφορες χρεοπιστώσεις.
Σύμφωνα με τον όρο 7 της ως άνω σύμβασης η πρώτη εναγομένη όφειλε μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μηνός να επιστρέφει στην ΠΕΑΤ ΑΕ τα τυχόν αδιάθετα έντυπα του αμέσως προηγουμένου μήνα, συνοδεύοντας τα με την σχετική κατάσταση στην οποία αναγράφονταν τα παραληφθέντα, πωληθέντα και επιστραφέντα έντυπα του μηνός εκείνου.
Εν συνεχεία γινόταν εκκαθάριση από την ΠΕΑΤ ΑΕ του μεταξύ τους λογαριασμού για τον προηγούμενο μήνα, η οποία αποστελλόταν στην πρώτη εναγομένη στο τέλος κάθε μήνα. Η τελευταία όφειλε να ελέγξει την εκκαθάριση αυτή και εντός οκτώ ημερών να διατυπώσει εγγράφως τις τυχόν αντιρρήσεις της. Η διαδικασία αυτή τηρήθηκε μεταξύ των άνω συμβαλλομένων μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 1999.
Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη, στις 12-10-1999, αναγνώρισε εγγράφως το χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο, του μεταξύ των διαδίκων τηρουμένου κατά τον άνω αναφερθέντα τρόπο (με το σύστημα των χρεοπιστώσεων) λογαριασμού ύψους 23.408.320 δρχ. ή 68.696,46 ευρώ, που αφορούσε την εκκαθάριση του μηνός Ιουνίου 1999• Το ποσό αυτό μεταφέρθηκε στην εκκαθάριση του μηνός Ιουλίου, από την οποία αποδεικνύεται ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του μηνός αυτού ανέρχεται στο ποσό των 55.331.259 δρχ., στην εκκαθάριση του μηνός Αυγούστου 1999 το χρεωστικό υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των 71.244-820 δρχ., του μηνός Σεπτεμβρίου 1999 στο ποσό των 66.366.551 δρχ., του μηνός Οκτωβρίου 1999 στο ποσό των 79.608.500 δρχ., του μηνός Νοεμβρίου στο ποσό των 83.933.950 δρχ.
και του μηνός Δεκεμβρίου 1999 στο ποσό των 66.488.747 δρχ.. Κατά των εκκαθαριστικών αυτών λογαριασμών της ΠΕΑΤ ΑΕ, των οποίων έλαβε γνώση εγκαίρως η πρώτη εναγομένη δεν διατύπωσε καμιά έγγραφη αντίρρηση. Περαιτέρω από τα ίδια άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια της καλής συνεργασίας που είχαν οι συμβαλλόμενες εταιρείες, από το έτος 1994 μέχρι το 1999, είχαν συμφωνήσει, ατύπως, όπως δεν αμφισβητείται, μετά από πρόταση της εναγομένης να προωθεί η τελευταία τα έντυπα και σε περιοχές εκτός του νομού Αχαΐας, όπως στην Κυπαρισσία, περιοχές στις οποίες η εναγομένη διένειμε και άλλα έντυπα, που δεν πρακτόρευε η ενάγουσα, χωρίς επιπλέον αμοιβή και με δικά της έξοδα, προς διευκόλυνση της τελευταίας, η οποία της είχε παραχωρήσει την αποκλειστική διάθεση των εντύπων της, με μεγάλο κέρδος με αποκλεισμό και άλλων επιθυμούντων να αναλάβουν τη διανομή στις περιοχές αυτές.
Στην πραγματικότητα, η παροχή των υπηρεσιών αυτών εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της εναγομένης, αποφεύγοντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, τον ανταγωνισμό από άλλο διανομέα, που θα είχε ως συνέπεια τη μείωση των κερδών της, τα οποία ήταν εξόχως σημαντικά, από την αποκλειστικότητα της διανομής στις περιοχές αυτές.
Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή, η εναγομένη δεν επιθυμούσε την ύπαρξη ανταγωνιστή στη διανομή εντύπων, επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του ενόρκως καταθέσαντος, με την επιμέλεια της εναγομένης, Μ. Ρ.. Τέλος η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι η εναγομένη, κατά την πενταετή διάρκεια της συνεργασίας της με την ενάγουσα, ουδέποτε προέβαλε σχετική αξίωση στην αντισυμβαλλόμενη της, αν και όπως προαναφέρθηκε κάθε μήνα γινόταν η εκκαθάριση των μεταξύ τους λογαριασμών.
Απαίτηση για τις αξιώσεις της αυτές προέβαλε η εναγομένη, περί το τέλος της συνεργασίας της με την ενάγουσα, όταν εξέδωσε το με αριθμό 18/8-6-1999 τιμολόγιο με το οποίο χρέωνε αυτήν (ενάγουσα) με το ποσό των 41.736.600 δρχ. με την αιτιολογία μεταφορά τύπου για λογαριασμό του Πρακτορείου εφημερίδων Αθηναϊκού τύπου από την Πάτρα στην Κυπαρισσία από 1-1-1995 μέχρι 30-6-1999, μήνες 54 Χ 655.000 = δρχ.
επί πιστώσει". Το τιμολόγιο αυτό κατά την κρίση του δικαστηρίου, απέστειλε προς την ΠΕΑΤ μετά τον μήνα Οκτώβριο του 1999, γιατί στον εκκαθαριστικό λογαριασμό του μηνός Ιουνίου 1999, που υπογράφηκε και σφραγίστηκε από την πρώτη εναγομένη στις 12-10-1999, δεν υπάρχει καμιά έγγραφη αμφισβήτηση της περί της ακρίβειας αυτού (λογαριασμού), ούτε και διατυπώνεται σ' αυτόν κάποια έγγραφη περί του τιμολογίου αυτού απαίτηση της (πρώτης εναγομένης) η οποία έπρεπε να υπάρχει, αφού το εν λόγω τιμολόγιο είχε ήδη εκδοθεί από τον Ιούνιο κατά τα ισχυρισμούς της, και έτσι τον μήνα Οκτώβριο που υπογράφηκε η αναγνώριση του λογαριασμού του Ιουνίου 1999, ήταν ήδη γνωστή σ' αυτήν και έπρεπε να διατυπώσει εγγράφως την αντίρρηση της αυτή περί της μη παραδοχής των εγγραφών του εν λόγω λογαριασμού όπως υποχρεούτο από τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης και όχι να τον αναγνωρίσει πανηγυρικά, όπως έπραξε.
Σύμφωνα λοιπόν με τα άνω αποδειχθέντα το κονδύλιο αυτό ύψους 41.731.600 δρχ. ή 122.485 ευρώ, το οποίο η πρώτη εναγομένη προβάλλει σε συμψηφισμό δεν οφείλεται στην πρώτη εναγομένη και ορθά η εκκαλουμένη απέρριψε το αίτημα περί συμψηφισμού του με το αιτούμενο με την αγωγή ποσό και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τον σχετικό λόγο έφεσης τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Απορριπτέος μετά ταύτα και άνευ αντικειμένου καθίσταται και ο πρώτος λόγος της έφεσης τους με τον οποίο παραπονούνται οι εκκαλούντες ότι κακώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιγή το αίτημα τους περί διενεργείας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης για να διαπιστωθεί αν το εν λόγω τιμολόγιο έχει καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία της ΓΤΕΑΤ ΑΕ, αφού ανεξαρτήτως οποιοσδήποτε καταχώρησης του ή μη, κρίθηκε ουσιαστικά αβάσιμο το εν λόγω κονδύλιο που προβάλλει σε συμψηφισμό, ούτε άλλωστε και τυχόν καταχώρηση του στα εν λόγω βιβλία θα αποδείκνυε, ενόψει της ρητώς διατυπωθείσας αντίρρησής της (ΠΕΑΤ ΑΕ), το αντίθετο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη λήξη της συνεργασίας των συμβαλλόμενων σχετικά με την άνω από 13-6-1994 σύμβαση τους, ήτοι στις 31-12-1999 και με τον λογαριασμό του μηνός Δεκεμβρίου 1999 εμφανίζεται χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πρώτης εναγομένης ύψους 66.488.747 δρχ. ή 195-124,71 ευρώ, κατά του οποίου η πρώτη εναγομένη δεν προέβαλε κατά τα επιβαλλόμενα από την σύμβαση αυτή, και εντός της νόμιμης προθεσμίας από την παραλαβή του (των οκτώ ημερών βάσει του 8ου όρου της σύμβασης) αντιρρήσεις περί της ακρίβειας των χρεοπιστώσεων που αναφέρονται σ' αυτόν και τον ενέκρινε σιωπηρά...
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι έκτοτε (από την παραλαβή του λογαριασμού του Δεκεμβρίου 1999) και παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας δεν έχει καταβάλει το άνω οφειλόμενο ποσό παρά τα συμφωνημένα (9ος όρος της σύμβασης). Λόγω δε της παράβασης αυτής των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και συγκεκριμένα του ενάτου όρου της από 13-6-1994 σύμβασης, ο οποίος ομιλεί περί καταβολής στο τέλος κάθε δεκαημέρου της αξίας των πωληθέντων κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα εντύπων, κατέπεσε υπέρ της ΠΕΑΤ ΑΕ, η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα ποσού 600.000 δρχ.
ή 1760,82 ευρώ, λόγω μη προσήκουσας εκπλήρωσης της σύμβασης. Όμως η ΠΕΑΤ ΑΕ στην εκκαθάριση του μηνός Δεκεμβρίου 1999, από παραδρομή των υπαλλήλων της, πίστωσε το λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης με το ποσό αυτό, αφαιρώντας αυτό από το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο και ως εκ τούτου θα πρέπει το ποσό αυτό να επιδικαστεί στην ΠΕΑΤ ΑΕ, αφού κατά τα ανωτέρω δεν τηρήθηκαν οι όροι της σύμβασης από την πρώτη εναγόμενη.
Να σημειωθεί ότι για το κονδύλιο αυτό και αντίστοιχο κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης, δεν υποβάλλονται παράπονα εκ μέρους των εναγομένων-εκκαλούντων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η πρώτη εναγομένη οφείλει στην ΠΕΑΤ ΑΕ συνολικά το ποσό των 196.885,53 ευρώ (195.124,71 + 1760,82 ευρώ). Από το ποσό αυτό όμως πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 4.298.700 δρχ.
ή 12.615,40 ευρώ που υποχρεώθηκε να καταβάλει η πρώτη εναγομένη και που προέβαλε σε συμψηφισμό, στην εταιρία "ΝΑΣΜΑΝΙΑ", μετά από κατάσχεση εις χείρας τρίτου ήτοι στα χέρια της (πρώτης εναγόμενης), με την από 8-2-2000 κατάσχεση σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 210/2000 έκθεση δήλωσης τρίτου, κατάσχεση που έλαβε χώρα δυνάμει της υπ' αριθ. 18392/1999 διαταγής πληρωμής του δικαστή Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εις βάρος της ΠΕΑΤ ΑΕ αντίστοιχου ποσού.
Επομένως, η πρώτη εναγομένη, αφού γίνει δεκτή η ένσταση της περί συμψηφισμού του άνω ποσού με την οφειλομένη απαίτηση της ΠΕΑΤ ΑΕ οφείλει στην τελευταία το ποσό των 184.270,13 ευρώ (196.885,53 - 12.615,40 = 184.270,13). Η εκκαλουμένη άρα που έστω και εν με μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται και συμπληρώνονται επιτρεπτά, από τις παρούσες, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους και σε ολόκληρο τον καθένα τους να καταβάλουν στον ενάγοντα με την ιδιότητα του ως οριστικού συνδίκου της πτωχευσάσης ΠΕΑΤ ΑΕ, το ποσό των 184.270,13 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση δεν έσφαλε".
Με τον 2° λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον ενώ δέχεται όλους τους λοιπούς όρους της από 13/6/1994 έγγραφης σύμβασης μεταξύ της πτωχεύσασας εταιρείας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης στους οποίους παραπέμπει, απορρίπτει σιωπηρά και δεν αναφέρεται στον όρο 15 αυτής, με βάση τον οποίο η τελευταία θα ελάμβανε τα έξοδα μεταφοράς (οδοιπορικά) από την πτωχεύσασα, αν μετέφερε έντυπα και εφημερίδες εκτός της περιοχής ευθύνης της.
Όμως, οι εν λόγω αιτιάσεις δεν ασκούν έννομη επιρροή, στηρίζονται δε σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο, διότι το Εφετείο την κρίση του περί του ότι η πτωχεύσασα δεν όφειλε το ποσόν του τιμολογίου για την μεταφορά τύπου για λογαριασμό του Πρακτορείου Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου από την Πάτρα στην Κυπαρισσία, την στήριξε στην ιδιαίτερη αυτοτελή συμφωνία των ως άνω συμβαλλομένων, σύμφωνα με την οποία είχαν συμφωνήσει, ατύπως, μετά από πρόταση της πρώτης εναγομένης να προωθεί η τελευταία τα έντυπα και σε περιοχές εκτός του νομού Αχαΐας, όπως στην Κυπαρισσία, χωρίς επιπλέον αμοιβή και με δικά της έξοδα, προς διευκόλυνση της πτωχεύσασας, η οποία της είχε παραχωρήσει την αποκλειστική διάθεση των εντύπων της.
Το σχετικό δε περί τούτου αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλομένη με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, ελέγχεται αλυσιτελής και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον ενώ υπήρχε ομολογία του αναιρεσίβλητου συνδίκου, εμπεριεχόμενη στις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, περί του ότι η ένδικη σύμβαση λειτούργησε συνεχώς υπό τους ίδιους όρους (και επομένως κατά τους αναιρεσείοντες και υπό τον όρο 15 αυτής) από το έτος υπογραφής της μέχρι το Δεκέμβριο του 1999, το Εφετείο αποφάνθηκε διαφορετικά για το παραπάνω ζήτημα.
Οι ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στοιχειοθετούν τον αναιρετικό λόγο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον συνάπτονται προς την επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου και όχι σε σχέση με τις σκέψεις για την απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ως αόριστης ή μη νόμιμης.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος του (στοιχείο Α), με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, χωρίς επαρκή αιτιολογία, απέρριψε, ως αόριστο, το αίτημά της που αφορούσε ανταπαίτησή της κατά της πτωχεύσασας από 12 εμβάσματα συνολικού ποσού 92.000.000 δραχμών και προβλήθηκε με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της, είναι απαράδεκτος.
Κατά το υπόλοιπο μέρος του τρίτου λόγου (στοιχεία Β, Γ) αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν παραθέτει εκείνα τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων κατέληξε στο συμπέρασμα του για την ανωτέρω επίμαχη άτυπη συμφωνία, παρά το ότι αυτοί την αμφισβήτησαν, στηριζόμενοι στα επικαλούμενα και προσκομισθέντα στο δικαστήριο της ουσίας έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προέκυπτε ότι δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία, καθώς και ότι δεν παραθέτει στο συλλογισμό του, σε τι συνίστανται και από ποια στοιχεία προκύπτουν τα μεγάλα κέρδη ή τα εξόχως σημαντικά κέρδη από τη διανομή των εντύπων της πτωχεύσασας σε περιοχές εκτός του νομού Αχαΐας στα πλαίσια δήθεν της άτυπης συμφωνίας.
Όμως, οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Τούτο, διότι εφόσον είναι σαφές το σχετικό με την επίμαχη συμφωνία πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή το τι αποδείχθηκε, δεν ασκεί έννομη επιρροή, θεμελιωτική του ως άνω αναιρετικού λόγου το γιατί αποδείχθηκε οι δε επικαλούμενες λοιπές αιτιάσεις και παραλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, η περί των οποίων κρίση του Εφετείου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Οκτωβρίου 2013 αίτηση των 1) Γ. Π., 2)Ε. συζ.Α. Ο., 3)Α. Π., 4)Λ. Π. και 5)Γ. Σ., για αναίρεση της 914/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του 1ου αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ