Legislator Case Law & Legislation
262/2014 AI generated

262/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 262/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

262/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, με το άρθρο 2 § 2 α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζες κ.λπ. η από το ν. 2112/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως, οφειλόμενη αποζημίωση, δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τις 240.000 δραχμές.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 262 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 262/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Π. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Δραγασάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και του Γ. Σ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 738/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1938/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 27-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6 § 1 του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65° έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με την συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ.

αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το αρθρ. 5 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του αρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8 § 4 του ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5 § 1 του ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής:

Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για την χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, και 9 του ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του ν. 2112/1920 ή του β.δ.

της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και την θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσης της εργασιακής σύμβασης με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:

α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διάταξης προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας.

Στην περίπτωση, όμως, που με τον κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, εφόσον δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 1110/1986, ΑΠ 20/2013). β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει την συνδρομή του στοιχείου αυτού.

γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων, και την συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη.

Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων την συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 19 του συμβατική ισχύ έχοντος Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας οι μόνιμοι υπάλληλοί της απολύονται μόνο (α) λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, δηλ. του 63ου έτους για τους Διευθυντές κ.λπ. και του 60ου για τους Εντεταλμένους Τμηματάρχες - Προϊσταμένους και τους εξομοιουμένους με αυτούς, καθώς και για το προσωπικό των λοιπών βαθμών (β)...

κ.λπ., οι δε συμπληρώσαντες κατά την διάρκεια του έτους το άνω όριο ηλικίας αποχωρούν της υπηρεσίας, τιθέμενοι υπό σύνταξη, από 1ης Ιανουαρίου του επομένου έτους. Εξάλλου, κατά το άρθ. 16 του Κανονισμού αυτού η υπαλληλική σχέση λύεται (α) με καταγγελία από την Τράπεζα (β) με παραίτηση του υπαλλήλου και (γ) με απόλυση.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθ. 18 του ίδιου Κανονισμού (α) ο υπάλληλος δικαιούται να παραιτηθεί χωρίς να είναι υποχρεωμένος να εκθέσει τους λόγους της παραίτησής του (β) η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως, η δε υπαλληλική σχέση λύεται μόνο με την αποδοχή της (γ) η αποδοχή της παραίτησης είναι υποχρεωτική μέσα σε έναν μήνα από την υποβολή της και θεωρείται ότι έχει γίνει αυτοδίκαια δεκτή, αν παρέλθει η παραπάνω προθεσμία και δεν γίνει δήλωση για αναβολή της αποδοχής της, ενώ επιτρέπεται έγγραφη ανάκληση της παραίτησης πριν γίνει αποδεκτή.

Κατά τα ανωτέρω οι εργασιακές συμβάσεις του προσωπικού της Τράπεζας είναι καταρχήν ορισμένου χρόνου, διότι προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση των μισθωτών της με την συμπλήρωση του καθοριζομένου ορίου ηλικίας, εφόσον, όμως, με τον κανονισμό προβλέπεται η δυνατότητα λύσης πριν από τον χρόνο αυτόν με την υποβολή έγγραφης παραίτησης, υποχρεωτικής για την Τράπεζα, πληρούται η ενυπάρχουσα διαλυτική αίρεση και η σύμβαση με την υποχρεωτική αυτήν αποδοχή μετατρέπεται σε (εξαρχής) αορίστου χρόνου, η παραίτηση δε αυτή, χωρίς δικαίωμα εναντίωσης της Τράπεζας, ταυτίζεται με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεσή της και κατά συνέπεια ο με τον τρόπο αυτόν αποχωρών υπάλληλος δικαιούται την ως άνω αποζημίωση.

Εξάλλου, με το άρθρο 2 § 2 α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζες κ.λπ. η από το ν. 2112/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως, οφειλόμενη αποζημίωση, δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τις 240.000 δραχμές.

Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δραχμές με το άρθρο 1 ν.δ. 207/1974, σε 1.000.000 δραχμές με το άρθρο 24 ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δραχμές με το άρθρο 24 ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 ν. 1876/1990, σε 7.500 ευρώ με το άρθ. 7 § 5 ν. 3075/2002 και σε 15.000 ευρώ με το άρθ. 21 § 13 ν. 3144/2003, ενώ με το άρθρο 1 §§ 1 και 2 ν.δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα τιθέμενα ως άνω με το άρθ. 2 § 2 α.ν. 173/1067 ανώτατα όρια αποζημίωσης ισχύουν για κάθε περίπτωση οφειλόμενης αποζημίωσης (σύμφωνα με γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονισμό ή σύμβαση) στους αποχωρούντες υπαλλήλους του Δημοσίου, τραπεζών κ.λπ.

Όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος, όπως οι παράγραφοι αυτές προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, 1 § 6 περ. ε' ν. 1256/1982, 9 § 1 ν. 1232/1982, 51 ν. 1892/1990 και των άρθ. 1 § 1, 2 § 1 εδ. α - ζ, 4 § 1 και 8 § 4 του κυρωθέντος με το ν. 3427/1927 και ισχύ νόμου έχοντος καταστατικού της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, η Τράπεζα αυτή δεν περιλαμβάνεται στον δημόσιο τομέα και επομένως υπάλληλος αυτής που αποχωρεί από την υπηρεσία της δικαιούται την προβλεπόμενη από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 8 ν. 3198/1955 αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 §§ 2 και 3 του α.ν. 173/1967 και 1 §§ 1 και 2 ν.δ. 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν (ΠλΟλΑΠ 1/2006, ΑΠ 170/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση έφεσης εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας "Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", επί αγωγής της τώρα αναιρεσίβλητης υπαλλήλου της με αντικείμενο την καταβολή της διαφοράς μεταξύ της καταβλητέας σ' αυτήν αποζημίωσης, λόγω της παραίτησής της, χωρίς τους περιορισμούς των άρθ. 2 α.ν. 173/1967 και 1 ν.δ. 618/1970 ως προς το ανώτατο όριο της αποζημίωσης αυτής, και της καταβληθείσης μικρότερης με βάση τους περιορισμούς αυτούς, με την προσβαλλομένη 1938/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου την 3-12-1984 και εξελίχθηκε μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη Λογιστηρίου, ότι υπέβαλε την από 29-1-2008 έγγραφη αίτησή της, με την οποία ζητούσε την παραίτησή της και η οποία έγινε δεκτή με την 1389/12.11.2008 απόφαση του Διοικητή της εναγομένης και έτσι αποχώρησε από την υπηρεσία της την 17-11-2008, διαγραφείσα από την δύναμη του προσωπικού της Τράπεζας, πριν συμπληρώσει την 15-12-2011 το 60ο έτος της ηλικίας της (ως έχουσα γεννηθεί την 15-12-1951), όπως προβλεπόταν για τους Τμηματάρχες από το άρθ. 19 του Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της εναγομένης, στον οποίο είχε προσχωρήσει η ενάγουσα κατά την πρόσληψή της, ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας διεπόταν από τον ως άνω συμβατικής ισχύος κανονισμό που προέβλεπε την λύση της σύμβασης εργασίας με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας στο τέλος του ως άνω έτους και επομένως ήταν ορισμένου χρόνου, ότι με τον ίδιο Κανονισμό, οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης με μονομερή δήλωση παραίτησης του μισθωτού, ότι υπήρχε επομένως διαλυτική αίρεση στην ως άνω σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, η οποία πληρώθηκε με την δήλωση παραίτησης που υπέβαλε και έτσι η σύμβαση εργασίας αυτής κατέστη εξυπαρχής αορίστου χρόνου και λύθηκε με την συγκατάθεση της εργοδότριάς της εναγομένης που αποδέχθηκε την παραίτηση αυτή από τότε που ζήτησε η ενάγουσα να ισχύσει, ότι η ενάγουσα κατά τον χρόνο της παραίτησής της δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος και επομένως δικαιούται, σύμφωνα με το άρθ. 8 εδ.

α' ν. 3198/1955, ως αποζημίωση το 50% (και όχι το 40%) της αποζημίωσης που θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την Τράπεζα, χωρίς τους περιορισμούς από τα άρθ. 2 § 2 α.ν. 173/1967 και 1 § 1 ν.δ. 618/1970, αφού η εναγομένη δεν υπάγεται στον δημόσιο τομέα, ότι οι αποδοχές της ενάγουσας κατά τον τελευταίο πριν την παραίτησή της μήνα ανέρχονταν στο ποσό των 2.610,99 ευρώ και συνεπώς έπρεπε να λάβει, κατά τα γενόμενα ως άνω δεκτά, ως αποζημίωση, έχοντας συμπληρώσει υπηρεσία στην εναγομένη 23 ετών και 11 μηνών, το ποσό των 29.971,98 ευρώ, αντί του οποίου η εναγομένη κατέβαλε σ' αυτήν 15.000 ευρώ και επομένως της οφείλει την διαφορά, δηλ.

ποσό 14.971,98 ευρώ, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης κατά της πρωτόδικης απόφασης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως οι περί του αντιθέτου τρείς πρώτοι λόγοι της κρινόμενης αίτησης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙΙ. Κατά το άρθ. 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Κατά συνέπεια μόνη η παραίτηση υπαλλήλου της Τράπεζας αυτής λίγο πριν την υποχρεωτική αποχώρησή του λόγω της συμπλήρωσης του οριζομένου από τον Κανονισμό της ορίου ηλικίας, προκειμένου να διεκδικήσει τη νόμιμη αποζημίωση για την πρόωρη αποχώρηση, και η στην συνέχεια άσκηση αγωγής για την καταβολή της αποζημίωσης αυτής, χωρίς άλλα περιστατικά, δεν συνιστά κατάχρηση, αλλά χρήση νομίμου δικαιώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα εναγομένη με λόγο της έφεσής της επανέφερε ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, ισχυριζομένη ειδικότερα ότι η ενάγουσα παραιτήθηκε από την υπηρεσία της ελάχιστο χρόνο πριν από την συμπλήρωση του χρόνου συνταξιοδότησής της, χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος προς τούτο λόγος και χωρίς ν' απειλούνται τα συνταξιοδοτικά της δικαιώματα, αποκλειστικά και μόνο για να εισπράξει την ως άνω αποζημίωση, την ένσταση δε αυτή το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη, απορρίπτοντας γι' αυτό τον συναφή λόγο της έφεσης.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και επομένως ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι απορριπτέος κατά μεν το σκέλος του από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ως αβάσιμος, κατά δε το σκέλος του από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου για έλλειψη αιτιολογιών ως προς την απόρριψη της ένστασης αυτής ως απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος αυτός μπορεί να ιδρυθεί μόνο αν το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία αγωγής, ένστασης κ.λπ.

και όχι όταν τις απέρριψε ως μη νόμιμες, αόριστες κ.λπ., ενώ αν ήθελε θεωρηθεί ότι με αυτόν η ίδια πλημμέλεια προσάπτεται και κατά τα λοιπά στην αναιρεσιβαλλομένη, όλως αορίστως πάντως και χωρίς ουδεμία εξειδίκευση, ως αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση έχει πλήρεις αιτιολογίες. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-10-2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για αναίρεση της 1938/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ