262/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 262 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 262/2012
Legislator headnote
AI generated262/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 262 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 262/2012
Full text
Απόφαση 262 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 262/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κοκκινίδου.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σαντούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2942/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6265/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 9-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 11-5-2011 έκθεσή του ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο Αθανασίου Κουτρομάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ή 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του περί της νομικής βασιμότητας της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλο παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι στις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης περιλαμβάνονται ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972), κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ` αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής. Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 και επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει εν γνώσει του ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Η αξίωση προς αποζημίωση κατά τα άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή κατά τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (ΟλΑΠ 23/2007). Για την πληρότητα δε του δικογράφου της αγωγής, με την οποία διώκεται η κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις αποζημίωση του κομιστή μη πληρωθείσας, αν και νομοτύπως και εμπροθέσμως εμφανισθείσας, επιταγής απαιτείται κατ` αρθ. 216 ΚΠολΔ να διαλαμβάνεται σ` αυτό 1) η έκδοση της επιταγής από τον εναγόμενο εν γνώσει ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, 2) η ύπαρξη ζημίας, 3) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημίας και της παράνομης ως άνω συμπεριφοράς του εκδότη και 4) η εμπρόθεσμη εμφάνιση αυτής προς πληρωμή. (ΑΠ 577/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, η από 3-6-2005 "αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία ακάλυπτης επιταγής" του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος έχει, κατά λέξιν, ως εξής: "Ο εναγόμενος εξέδωσε στην Αθήνα μια (1) επιταγή (μεταχρονολογημένη) της ΝΟVA ΒΑΝΚ εις διαταγήν μου, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 31....με χρέωση στον λογαριασμό που τηρεί ο εναγόμενος στην παραπάνω πληρώτρια Τράπεζα με την ρητή εντολή προς την πληρώτρια Τράπεζα να πληρώσει στην Αθήνα σε διαταγή μου, το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000) και έτσι κατέστην εγώ νόμιμος κομιστής της επιταγής. Την ως άνω επίδικη επιταγή μεταβίβασα στον Γ. Κ., κάτοικο ..., δια λευκής οπισθογραφήσεως και έτσι κατέστη αυτός νόμιμος κομιστής της επίδικης επιταγής. Ο ως άνω νόμιμος κομιστής Γ. Κ., μεταβίβασε την επίδικη επιταγή δια λευκής οπισθογραφήσεως στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία " Κ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και κατέστη αυτή νόμιμη κομίστρια της επιταγής. Εν συνεχεία την ανωτέρω επιταγή, μεταβίβασε η τελευταία νόμιμη κομίστρια δια οπισθογραφήσεως στην Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS ΑΕ (κατ/μα Λέοντος Σοφού) την 2-2-2004 ως αξία σε ενέχυρο, η οποία την έστειλε προς είσπραξη μέσω ΔΗΣΣΕ την 31-8-2004. Η ως άνω νόμιμη κομίστρια Τράπεζα ΕUROΒΑΝΚ ΕRGASIAS ΑΕ, επέστρεψε την 2-9-2004 την παραπάνω επιταγή ασφράγιστη στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Κ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, σε εκτέλεση της έγγραφής εντολής της και κατέστη αυτή εκ νέου νόμιμη κομίστρια της επιταγής. Η τελευταία νόμιμη κομίστρια μεταβίβασε εκ νέου δια οπισθογραφήσεως την επίδικη επιταγή στην ΕUROBΑΝΚ ERGASIAS ΑΕ, προκειμένου να γίνει συμψηφιστική εξόφληση από την ανωτέρω τράπεζα την 6-9-2004, μέσω του γραφείου συμψηφισμού της καικατέστη αυτή νόμιμη κομίστρια της επιταγής. Η παραπάνω επιταγή εμφανίστηκε προς πληρωμή νόμιμα και εμπρόθεσμα στην Θεσσαλονίκη την 7-9-2004 από την EUROBANK ERGASIAS AE, στην πληρώτρια Τράπεζα (ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟVΑ ΒΑΝΚ ΑΕ) και δεν πληρώθηκε λόγω μη επαρκούς υπολοίπου, όπως προκύπτει έπειτα από έλεγχο του ηλεκτρονικού κέντρου της πληρώτριας τράπεζας και η σχετική βεβαίωση καταγράφηκε στο σώμα της επίδικης επιταγής την 7-9-2004 από την πληρώτρια Τράπεζα. Στην συνέχεια η ως άνω επίδικη επιταγή επιστράφηκε από την πληρώτρια τράπεζα στην τελευταία κομίστρια (ΕUROΒΑΝΚ ΕRGASIAS ΑΕ) απλήρωτη και αφού η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία Κ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ, η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, κατέβαλε το ποσό της επιταγής στην ως άνω τελευταία κομίστρια, έγινε εκ νέου νόμιμη κομίστρια αυτής. Κατόπιν πλήρωσε ο Γ. Κ.. κάτοικος ... το ποσό της επίδικης επιταγής στην τελευταία νόμιμη κομίστρια Κ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ, η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και έγινε εκ νέου αυτός νόμιμος κομιστής της επιταγής. Τέλος αφού πλήρωσα εγώ το ποσό της επίδικης επιταγής στον τελευταίο κομιστή Γ. Κ., κάτοικο ..., αυθημερόν της εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή έγινα εγώ νόμιμος κομιστής της. Επειδή όποιος εκδίδει ακάλυπτη επιταγή υπόκειται σε ποινική δίωξη με βάση την διάταξη του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 1325/77 και Ν 2408/1996 κατά την οποία η πράξη αυτή του εκδότη αποτελεί ποινικό αδίκημα υποχρεώνοντας τον παραβάτη να αποζημιώσει το δικαιούχο. Επειδή, από την παραβίαση των διατάξεων ποινικών νόμων - οι οποίοι έχουν θεσπισθεί όχι μόνο για την προστασία του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου, αλλά και για να προστατεύουν το ατομικό συμφέρον καθενός προσώπου χωριστά - γεννάται σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ υποχρέωση του δράστη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προς αποζημίωση του προσώπου εκείνου το δικαίωμα ή συμφέρον του οποίου έχει προσβληθεί από την αξιόποινη συμπεριφορά του. Επειδή, περαιτέρω τέτοια υποχρέωση έναντι του δικαιούχου τραπεζικής επιταγής (κομιστή) έχει και ο εκδότης αυτής αν η επιταγή εμφανισθεί εμπρόθεσμα και δεν πληρωθεί λόγω της εν γνώσει του ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων του στον πληρωτή. Επειδή, ανεξάρτητα από την ποινική ευθύνη του- ο εκδότης είναι υποχρεωμένος σε καταβολή αποζημίωσης με βάση τις σχετικές με την αδικοπραξία διατάξεις των άρθρων 914 επ. 297 επ. 298 επ. ΑΚ, διότι: α) Ο εναγόμενος εξέδωσε την ως άνω τραπεζική επιταγή ενώ γνώριζε ότι ο λογαριασμός του παρουσίαζε ανεπαρκές υπόλοιπο. β) Η επιταγή, αν και εμφανίσθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεν πληρώθηκε, όπως αυτό αποδεικνύεται από την σχετική βεβαίωση επί του σώματος αυτής από την ως άνω Τράπεζα. γ) Ο εναγόμενος αν και γνώριζε την έλλειψη αντικρίσματος της επιταγής που εξέδωσε κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης και πληρωμής αυτός, ήθελε να εκδώσει και να θέσει σε κυκλοφορία το συγκεκριμένο αξιόγραφο. δ) Από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου ζημιώθηκα το ποσόν των δέκα χιλιάδων ευρώ (1Ο.ΟΟΟ),όσο δηλαδή και το ποσό της τραπεζικής επιταγής που δεν εξοφλήθηκε και ε) Η ζημία μου αυτή είναι αποτέλεσμα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου. Επειδή μετά την πραγμάτωση του ανωτέρω περιγραφομένου αδικήματος οι αξιώσεις της δικαιούχου τραπέζης από αδικοπραξία μεταβιβάσθηκαν με εκχώρηση στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία Κ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ η οποία πλήρωσε το ποσό της επιταγής στην δικαιούχο τράπεζα και η εκχώρηση αυτή αναγγέλθηκε στον οφειλέτη. Κατά τον ίδιο τρόπο μετά την πληρωμή της επιταγής, μεταβιβάσθηκαν οι σχετικές αξιώσεις από την εταιρία με την επωνυμία Κ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ στον Γ. Κ.. και εν συνεχεία σε εμένα και αναγγέλω στον εναγόμενο τη γενόμενη εκχώρηση με την παρούσα αγωγή μου. Επειδή, πρέπει να υποχρεωθυεί ο εναγόμενος να μου αποκαταστήσει την ζημία που μου προξένησε και η οποία είναι ίση με το ποσό της επιταγής που δεν πληρώθηκε δηλαδή να μου καταβάλλει το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000) νομιμότοκα από την επομένη της εμφάνισης της επιταγής (ήτοι νομιμότοκα από 8-9-2004) μέχρι την εξόφληση. Επειδή διαφορετικά και όλως επικουρικώς, ο εναγόμενος πρέπει να υποχρεωθεί να μου καταβάλει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 επ το ως άνω ποσό των 10.000 ευρώ (10.000) επειδή εγώ ως τελευταίος κομιστής της επίδικης απώλεσα το εξ αναγωγής δικαίωμα μου λόγω παραγραφής, πλην όμως ο εναγόμενος έγινε αδικαιολογήτως πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας μου και πρέπει να υποχρεωθεί να μου καταβάλει την ωφέλεια αυτή, η οποία σώζεται μέχρι σήμερα και η οποία ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ" Με βάση τα ανωτέρω, εζητείτο στη συνέχεια με την αγωγή να επιδικασθεί στον ενάγοντα αποζημίωση ίση προς το ποσό της επιταγής, νομιμότοκα, και να απαγγελθεί κατά του εναγομένου προσωπική κράτηση, ως μέσον εκτελέσεως της αποφάσεως. Τα εκτεθέντα στοιχεία, ανταποκρινόμενα πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερομένων ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.914, 297, 298 ΑΚ, 79 Ν. 5960/1933), καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής με την οποία εγείρεται αυτοτελής αξίωση από αδικοπραξία, προς αποζημίωση του κομιστού, από έκδοση ακάλυπτης επιταγής, εν γνώσει του εκδότη αυτής, ότι δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα είτε κατά το χρόνο έκδοσης, είτε κατά το χρόνο πληρωμής της, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων. Κατά συνέπεια, δεν είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον προσάπτεται στο Εφετείο, ότι, κατά παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Περαιτέρω, οι δεύτερος, τρίτος, πέμπτος και έβδομος αναιρετικοί λόγοι, προβάλλονται απαραδέκτως, αφού δι' αυτών, ρητώς και ευθέως πλήττεται η εκ μέρους του ουσιαστικού δικαστηρίου εκτίμηση των αποδείξεων σε ζητήματα της υποθέσεως. Απαραδέκτως προτείνεται επίσης και δη προεχόντως λόγω της αοριστίας του, ο όγδοος λόγος, σύμφωνα με τον οποίο "το δικαστήριο ... παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν απαράδεκτα και δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν", σε κάθε δε περίπτωση, διότι, οι αναιρετικοί λόγοι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναφέρονται περιοριστικά στις διατάξεις του άρθρου 560 Κ.ΠολΔ., σ' αυτές δε, δεν συγκαταλέγεται ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., λόγος επί του οποίου επιχειρείται να θεμελιωθεί ο ως άνω όγδοος λόγος του αναιρετηρίου.
Εξ άλλου, με την προσβαλλόμενη απόφαση, πλην άλλων, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών (δηλαδή ο αναιρεσείων) εξέδωσε την προκείμενη επιταγή και την παρέδωσε στον ενάγοντα, προς εξόφληση ισοπόσου μέρους οφειλομένου σε αυτόν τιμήματος από την αγορά εμπορευμάτων (2.000 παντελονιών ειδικής παραγγελίας συνολικής αξίας 24.000 ευρώ), όπως συνομολογείται από τους διαδίκους. Ο προβαλλόμενος με τον τρίτο λόγο της εφέσεως ισχυρισμός του εκκαλούντος περί ελαττώματος της υποκείμενης αιτίας, και δη ότι η αιτία για την οποία εξεδόθη η επιταγή δε επακολούθησε, ήτοι ότι η παράδοση των εμπορευμάτων δεν έλαβε χώρα, πέραν του ότι τυγχάνει απορριπτέος ως αλυσιτελής και επομένως απαράδεκτος, αφού με αυτόν διώκεται η εξαφάνιση διάταξης της εκκαλουμένης απόφασης κατά την οποία -ισχυρίζεται ο εκκαλών- ότι έγινε δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική, στηριζόμενη στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, βάση της, αν και τέτοια κρίση δεν διέλαβε η εκκαλουμένη που δεν προχώρησε στην εξέταση της επικουρικής αυτής βάσης, δεχθείσα την κύρια, τυγχάνει απορριπτέος και ως ουσιαστικά αβάσιμος. Συγκεκριμένα αμφότερα τα διάδικα μέρη συνομολογούν ότι η επίδικη επιταγή εδόθη σε κάλυψη μέρους τιμήματος από την πώληση εμπορευμάτων, των οποίων η παράδοση στον εναγόμενο έλαβε χώρα, γεγονός που αποδεικνύεται τόσο από τη σαφή κατάθεση του ενόρκως εξετασθέντος μάρτυρα, σε αντίθεση με τον μη πειστικό ισχυρισμό του εναγομένου ότι ενώ είχε καθυστερήσει η παράδοση των εμπορευμάτων (ενδυμάτων) επί εξάμηνο και πλέον, αυτός αντί να απαιτήσει την επιστροφή της ανωτέρω επιταγής, απέστειλε στον ενάγοντα και δεύτερη επιταγή εκδόσεως της συζύγου του ποσού 10.000€ με ημερομηνία λήξεως 30.10.2004. Εν όψει των ανωτέρω καθίσταται προφανές ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής της επιταγής, γνώριζε ότι ο βαρυνόμενος με την πληρωμή της λογαριασμός στερούταν διαθεσίμων κεφαλαίων, ωστόσο την εξέδωσε αποδεχόμενος την επιζήμια για τον ενάγοντα συνέπεια της πράξης του αυτής...". Ενόψει τούτου είναι αβάσιμος ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, (εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του) σύμφωνα με τον οποίον το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί ότι " δεν υπάρχει πλέον αιτία για την έκδοση της επιταγής, διότι δεν ακολούθησε η πώληση που ήταν η αιτία της εκδόσεως της". Εξ άλλου, είναι εντελώς αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, ο διαλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο ισχυρισμός, ότι: " Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισα, τους ισχυρισμούς και τις ενστάσεις μου, τα οποία παραδεκτώς προέβαλα, παρά τον αναιτιώδη χαρακτήρα των επιταγών, στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο".
Τέλος, προβάλλεται αβασίμως, ο έκτος λόγος του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τον οποίον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, " ο ενάγων δεν ζημιώθηκε από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, εφόσον, κατά το χρόνο εμφάνισης και μη πληρωμής της άνω επιταγής δεν ήταν κομιστής ταύτης και άρα ούτε και δικαιούχος της εξ αδικοπραξίας απαίτησης" αφού, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής αυτής, όπως έγινε δεκτό ότι συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του, όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-11-2009 αίτηση του Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6265/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ