262/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 262 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated262/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 262 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 262 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Σύμβαση εργασίας. Η αποχώρηση του μισθωτή με συγκατάθεση του εργοδότη αποτελεί τρόπο λύσεως της συμβάσεως διαφορετικό από τη λύση που επέρχεται με καταγγελία. Η συγκατάθεση μπορεί να συναχθεί και από τη στάση του εργοδότη μέχρι τη χρονική στιγμή της πραγματικής παύσης της προσφοράς των υπηρεσιών του εργαζομένου. Εφ΄όσον υπαρχει αποχώρηση με συγκατάθεση, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα αποζημίωσης του εργοδότη για άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργαζομένου. Δικαίωμα επί του επιδόματος ισολογισμού σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως εντός του έτους στο οποίο αυτό αντιστοιχεί.
Αριθμός 262/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 23η Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "BNP PARIBAS", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο Παρίσι της Γαλλίας, διατηρεί γραφείο στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Γαβαλά.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Παπαμιχαήλ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 174/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 185/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 9-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, οι μισθωτοί, που απασχολούνται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη (με την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 2112/1920) ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας ή, αν σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου, το 65ο έτος της ηλικίας, αποχωρώντας από την υπηρεσία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της αποζημιώσεως που ορίζεται από το ν. 2112/1920 για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 και 2 του ν. 3198/1955. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή τους είναι [μεταξύ των άλλων και] η συγκατάθεση του εργοδότη στην αποχώρηση του μισθωτή από την εργασία του. Η συγκατάθεση αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτή και μπορεί να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, δηλαδή συναγόμενη εμμέσως από τη συμπεριφορά του εργοδότη εν όψει και των πραγματικών περιστατικών συγκεκριμένης περιπτώσεως, αλλά, πάντως, σαφής και αναμφίβολη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με την δι' αυτής επικυρωθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής: Η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Banque Nationale de Paris", που ήδη, κατόπιν συγχωνεύσεως με την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Paribas", κατέστη ως νομικό πρόσωπο η αναιρεσείουσα, την 14-11-1988, είχε προσλάβει τον αναιρεσίβλητο ως υπάλληλο, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Στη συνέχεια η σύμβαση έγινε αορίστου χρόνου και ο αναιρεσίβλητος, επί σειρά ετών, πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα, ως διευθυντικό στέλεχος. Ο αναιρεσίβλητος, την 27-9-2004, απέστειλε επιστολή προς τον ιεραρχικά προϊστάμενό του, στην οποία κατά λέξη ανέφερε "Αγαπητέ Μ., με την παρούσα, σου υποβάλλω την παραίτησή μου από τη θέση του διευθυντή του καταστήματος ... . Τελευταία εργάσιμη ημέρα θα είναι η Δευτέρα 11-10-2004". Αν και έλαβε γνώση της επιστολής αυτής, η αναιρεσείουσα δεν αντέδρασε με κανένα τρόπο και ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε οριστικά από την εργασία του την 11-10-2004. Με την επιστολή, που υποβλήθηκε μετά την παρέλευση 15 ετών συνεχούς απασχόλησης στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας, ο αναιρεσίβλητος εξέφρασε ρητώς τη βούλησή του προς λύση της συμβάσεως εργασίας. Από το γεγονός της μη εναντίωσης της αναιρεσείουσας στην ως άνω επιθυμία του αναιρεσίβλητου, κατά το χρονικό διάστημα από τη διατύπωσή της μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής παύσεως αυτού να παρέχει την εργασία του, που συνέβη μετά από 14 ημέρες, συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα έδωσε σιωπηρά και αναμφίβολα στον αναιρεσίβλητο τη συγκατάθεσή της για να αποχωρήσει από την υπηρεσία της. Κατόπιν αυτού, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 και ότι ορθώς το Πρωτοδικείο είχε επιδικάσει σ' αυτόν το ποσό των 31.624,99 ευρώ, ως το ήμισυ της νόμιμης αποζημίωσης την οποία θα ελάμβανε αυτός, αν η σύμβαση εργασίας είχε καταγγελθεί εκ μέρους της αναιρεσείουσας. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρθηκαν, αφού από το γεγονός της μη εναντίωσης της αναιρεσείουσας στη δήλωση αποχώρησης του αναιρεσιβλήτου από την υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από 27-9-2004, που έγινε η δήλωση αποχώρησης, μέχρι την 11-10-2004, που επήλθαν τα αποτελέσματα αυτής, συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα έδωσε σ' αυτόν σιωπηρά και αναμφίβολα τη συγκατάθεσή της για οικειοθελή αποχώρηση από την υπηρεσία της και, μάλιστα, πριν απ' αυτήν. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ.1 και 4 του ν. 2112/1920, την υποχρέωση τηρήσεως προθεσμίας κατά την καταγγελία της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπέχει όχι μόνον ο εργοδότης, αλλά και ο μισθωτός. Η προθεσμία αυτή είναι ανάλογη προς το χρόνο της προηγηθείσας διάρκειας της συμβάσεως εργασίας, αλλά για την καταγγελία που γίνεται από το μισθωτό προσδιορίζεται στο ήμισυ της προθεσμίας που θα έπρεπε να τηρήσει ο εργοδότης και δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από τρεις μήνες. Ο εργοδότης οφείλει πάντοτε, είτε τηρήσει είτε όχι την εν λόγω προθεσμία, να καταβάλει στο μισθωτό την αναλογούσα αποζημίωση, ως προϋπόθεση του κύρους της καταγγελίας που αυτός επιχειρεί (άρθρο 5 παρ.3 του ν. 3198/1955). Ο μισθωτός, καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας χωρίς να τηρήσει την προβλεπόμενη προθεσμία προειδοποίησης, οφείλει και αυτός να καταβάλει το ήμισυ της αποζημίωσης, την οποία θα λάμβανε εάν τη σύμβαση είχε καταγγείλει ο εργοδότης, μη δυνάμενη να υπερβεί τις τακτικές αποδοχές τριών μηνών. Η αποζημίωση αυτή, είτε οφείλεται από τον εργοδότη είτε από το μισθωτό, είναι κατ' αποκοπή και δεν συνδέεται προς την επέλευση πραγματικής ζημίας στα οικονομικά συμφέροντα του μέρους της συμβάσεως εργασίας, προς το οποίο απευθύνεται η καταγγελία. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αποτελεί τρόπο λύσεως αυτής διαφορετικό από την αποχώρηση του μισθωτή με τη συγκατάθεση του εργοδότη, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 και ως εκ τούτου η διάταξη του άρθρου 4 του ν. 2112/1920 δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην τελευταία περίπτωση.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, με το να μην αντιδράσει στην καταγγελία της συμβάσεως, που έγινε εκ μέρους του αναιρεσίβλητου και στη δεκατετραήμερη προθεσμία προειδοποίησης, που τέθηκε από αυτόν, δεν επισήμανε τη δημιουργία προβλημάτων στη λειτουργία του καταστήματος, όπου βρισκόταν μέχρι τότε η θέση εργασίας του και δεν ζήτησε από αυτόν να παραμείνει περισσότερο χρόνο για να ενημερώσει τον αντικαταστάτη του. Και ότι, σε κάθε περίπτωση, η αναιρεσείουσα δεν προσδιόρισε κάποια ζημία αυτής, απότοκη της πρόωρης αποχώρησης του αναιρεσίβλητου. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας αχθείσα σε συμψηφισμό αξίωση αποζημιώσεως αυτής λόγω μη τηρήσεως της νομίμου προθεσμίας προειδοποιήσεως εκ μέρους του αναιρεσίβλητου κατά την άσκηση της καταγγελίας, η οποία είχε προβληθεί με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου που έγινε στο ακροατήριο και επαναλήφθηκε στις προτάσεις του, ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δεν είχε αποδειχθεί ζημία της φερομένης ως δικαιούχου. Έτσι, όπως έκρινε, το Δικαστήριο της ουσίας, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό διατακτικό (ΚΠολΔ 578), διότι ο εν λόγω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας στηριζόταν σε αναληθή προϋπόθεση, αφού δεν επρόκειτο περί καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του μισθωτή, αλλά περί αποχωρήσεως αυτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1, είναι απαράδεκτος.
ΕΠΕΙΔΗ, στο Πρακτικό Συμφωνίας που επισυνάπτεται στην από 17-5-1984 ΣΣΕ του προσωπικού των Τραπεζών, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 15474/1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, απέκτησε την ισχύ ουσιαστικού νόμου και διατηρήθηκε έκτοτε, ορίζεται ότι "Στο προσωπικό των Τραπεζών χορηγείται μέσα στο μήνα Μάρτιο κάθε χρόνου επίδομα ισολογισμού που είναι ίσο με το 1/2 των μηνιαίων αποδοχών". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η καταβολή του επιδόματος σε όλο το προσωπικό των Τραπεζών, το οποίο τεκμαίρεται ότι καταπονείται ιδιαίτερα στη διάρκεια της σχετικής διαδικασίας και αντιστοιχεί στο οικονομικό έτος για το οποίο συντάσσεται ο εκάστοτε ισολογισμός, δηλαδή σ' αυτό που προηγήθηκε του χρόνου της καταβολής του. Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι, που συνέβη να αποχωρήσουν για οποιοδήποτε λόγο από την υπηρεσία κατά τη διάρκεια του έτους αυτού, λαμβάνουν ανάλογο προς το χρόνο της εργασίας τους κλάσμα του 1/2 των μηνιαίων αποδοχών τους. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε απασχοληθεί στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας μέχρι την 11-10-2004 και ότι, ως εκ τούτου, δικαιούταν να λάβει μέρος του επιδόματος ισολογισμού του έτους αυτού, ανάλογο προς το χρόνο της απασχόλησής του εντός του έτους 2004, ανεξάρτητα του ότι είχε παύσει να ανήκει στο προσωπικό της αναιρεσείουσας κατά το επόμενο έτος 2005, εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η καταβολή του επιδόματος στους δικαιούχους. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρθηκαν. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 185/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 13η Δεκεμβρίου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 22α Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ