262/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Φεβρουαρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25186/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2789/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Νοεμβρίου 2003 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated262/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 262 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 262/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Βιοτεχνικής και Εμπορικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Π. ΣΑΡΑΜΟΥΡΤΣΗ Α.Β.Ε.Ε" που εδρεύει στη ...... και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κωτσή.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπακώστα, με δήλωση κατ' αρθρ. 242 παρ, 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Φεβρουαρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25186/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2789/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Νοεμβρίου 2003 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 12 Νοεμβρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 513, 516, 288 και 343 εδ. α' ΑΚ, συνάγεται ότι ο αγοραστής που δεν παραλαμβάνει το πράγμα, το οποίο προσφέρεται προσηκόντως από τον πωλητή, περιέρχεται σε υπερημερία οφειλέτη, οπότε ο πωλητής μπορεί να ασκήσει τα κατά το άρθρο 383 ΑΚ δικαιώματα. Κατά δε τα άρθρα 383 και 385 ΑΚ, σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη ο δανειστής έχει, πλην άλλων, το δικαίωμα να υπαναχωρεί από τη σύμβαση, δεν απαιτείται δε να τάξει προηγουμένως εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση κατά την πρώτη των διατάξεων αυτών, εάν από την όλη στάση του οφειλέτη προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο ή αν ο δανειστής εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της συμβάσεως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 ΑΚ, αν η σύμβαση είναι εκτελεστέα κατά διαδοχικές τμηματικές παροχές και ο οφειλέτης περιήλθε σε υπερημερία ή υπαίτια αδυναμίας ως προς μια τμηματική παροχή, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση ή υπαναχωρήσει ως προς μόνη την παροχή αυτή, ενώ ως προς τις υπόλοιπες παροχές έχει τα δικαιώματα αυτά μόνο αν η καθυστέρηση ή η αδυναμία είναι τόσο ουσιώδης, ώστε ο δανειστής δεν έχει πια συμφέρον για το υπόλοιπο μέρος της συμβάσεως ή αν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι δεν θα εκπληρωθούν οι υπολοιπόμενες παροχές.
Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 387 παρ. 2 ΑΚ, η δηλωθείσα υπαναχώρηση, ως διαπλαστικό δικαίωμα, επιφέρει άνευ ετέρου τη λύση της συμβάσεως και την απόσβεση των εξ αυτής υποχρεώσεων. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στις 16 Αυγούστου του έτους 1994 στη ...... συνήφθη μεταξύ των διαδίκων προφορικά σύμβαση πωλήσεως, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος, που διατηρεί πτηνοτροφείο, ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στην ενάγουσα, που διατηρεί, επιχείρηση παραγωγής και επεξεργασίας κρέατος πουλερικών, 35.000 κοτόπουλα κρεατο-παραγωγής, που θα εξέτρεφε επί 42 έως 44 ημέρες στο πτηνοτροφείο του, το βάρος των οποίων θα κυμαίνονταν σε 1800 έως 2000 γραμμάρια το κάθε πουλερικό ζωντανό, αντί τιμήματος 380 δραχμών το κιλό ζώντος, που θα καταβαλλόταν αμέσως με την παράδοση των πουλερικών.
Η παράδοση συμφωνήθηκε να γίνει μετά 42 έως 44 ημέρες από την επομένη της παραλαβής των νεοσσών, από την επιχείρηση εκκολαπτηρίου αυτών. Σε εκτέλεση της συμφωνίας ο εναγόμενος αγόρασε για λογαριασμό της ενάγουσας στις 22.8.1994, 17.500 νεοσσούς και στις 25.8.1994, 17.500 νεοσσούς αντί τιμήματος 120 δραχμών τον καθένα. Προς εξασφάλιση της καταβολής του τιμήματος η ενάγουσα παρέδωσε στον εναγόμενο στις 19.9.1994 την υπ' αριθμ. ......
μεταχρονολογημένη επιταγή της ποσού 4.536.600 δραχμών (35.000 κιλά Χ 120 δρχ το κιλό) με ημερομηνία εκδόσεως την 26.12.1994 σε διαταγή της πωλήτριας εταιρίας. Στις 3.10.1994 ο εκπρόσωπος της ενάγουσας Χ πήγε στο πτηνοτροφείο του εναγομένου και ζήτησε από τον τελευταίο να επισπεύσει την παράδοση των πουλερικών γιατί υπήρχε στην αγορά μεγάλη ζήτησή τους λόγω του αφθώδους πυρετού, που είχε παρουσιασθεί στα βοοειδή.
Παρά τις αντιρρήσεις του εναγομένου ότι χρειάζονταν δύο-τρεις ημέρες προκειμένου να φθάσουν τα κοτόπουλα στο συμφωνηθέν βάρος τελικά συμφωνήθηκε ν' αρχίσει η παράδοση των πουλερικών της πρώτης παρτίδας στις 4.10.1994 και να καταβληθεί το τίμημά τους με επιταγή της ενάγουσας εκδόσεως της 4.10.1994, το οποίο κατά τους πρόχειρους υπολογισμούς ανερχόταν στο ποσό των 13.000.000 δραχμών (ήτοι 17.500 περίπου κοτόπουλα Χ 2000 γραμ.
το καθένα = 35.000 κιλά Χ 380 δραχμές το κιλό = 13.300.000 δραχμές). Πράγματι η ενάγουσα έστειλε τα φορτηγά της στις βράδυνες ώρες της 4ης, 5ης και 6ης Οκτωβρίου του 1994 και παρέλαβε από το πτηνοτροφείο ολόκληρη την πρώτη παρτίδα των κοτόπουλων. Κατά το διάστημα αυτό παραλήφθηκαν από την ενάγουσα και αντίστοιχα παραδόθηκαν από τον εναγόμενο στην ενάγουσα, όπως ομολογείται και από τα δύο διάδικα μέρη, 16.760 κοτόπουλα βάρους 31.084 κιλών Για την αγορά αυτή εκδόθηκαν" τα υπ' αριθμ. ......, ......, ......, ......
και ...... δελτία αποστολής της ενάγουσας. Κατά την παράδοση της πρώτης ποσότητας των πουλερικών στις 4.10.1994 ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου της ενάγουσας παρέδωσε στον εναγόμενο την υπ' αριθμ. ...... επιταγή, εκδόσεώς της στη ...... με ημερομηνία εκδόσεως 7.10.1994, σε διαταγή του εναγομένου, ποσού 13.000.000, πληρωτέα στο Υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος στα ...... .
Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι τις 6.10.1994 τις πρωινές ώρες, ήτοι πριν την παραλαβή της τελευταίας δόσης, των 2050 κοτόπουλων, ο εκπρόσωπος της ενάγουσας Χ απέστειλε στην Εθνική Τράπεζα την ταυτόχρονη Υπεύθυνη Δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, με την οποία δήλωσε ότι ανακαλεί την παραπάνω επιταγή. Μετά τη δήλωση αυτή ανακλήσεως η άνω πληρώτρια Τράπεζα αρνήθηκε την πληρωμή της επιταγής στον τελευταίο κομιστή Α, στον οποίο τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση ο εναγόμενος προς εξόφληση αμοιβής του για την εκτέλεση έργου επέκτασης του πτηνοτροφείου του εναγομένου, όταν αυτός την εμφάνισε προς πληρωμή στις 7.10.1994 στην τράπεζα.
Ο Α αμέσως ειδοποίησε τον εναγόμενο, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε έντονα στον εκπρόσωπο της ενάγουσας τηλεφωνικά για την αντισυμβατική του συμπεριφορά και τη μη τήρηση της συμφωνίας τους για καταβολή του τιμήματος των παραδοθέντων πουλερικών. Ο τελευταίος στην απαίτηση του εναγομένου για άμεση καταβολή του τιμήματος απάντησε ότι δεν σκοπεύει να καταβάλει αμέσως το τίμημα και γι αυτό ανακάλεσε την επιταγή.
Η ενάγουσα μετά από αυτό δεν έστειλε στις 7.10.1994, τις βράδυνες ώρες, στο πτηνοτροφείο του εναγομένου τα φορτηγά της αυτοκίνητα για παραλαβή της δεύτερης παρτίδας των κοτόπουλων, όπως είχε υποχρέωση με τη σύμβαση πωλήσεως και βέβαια ούτε κατέβαλε το τίμημά τους. Ο εναγόμενος, αφού περίμενε μάταια μέχρι τις 12.10.1994, φοβούμενος περαιτέρω ζημία της λόγω του κινδύνου πάχυνσης των κοτόπουλων πάνω από 2000 γραμμάρια και μη ανεύρεσης αγοραστών περαιτέρω, επειδή, η αγορά δεν έχει ζήτηση για τέτοιου βάρους κοτόπουλα, και μη έχοντας συμφέρον για την εκπλήρωση από την ενάγουσα της τμηματικής (δεύτερης) πώλησης υπαναχώρησε από αυτήν και βρήκε νέο αγοραστή τον Β, στον οποίο πώλησε την δεύτερη παρτίδα των κοτόπουλων με τίμημα 380 δραχμές το κιλό ζώντος κοτόπουλου.
Έτσι δέχεται το Εφετείο η ενάγουσα είχε υποχρέωση, αφενός μεν να καταβάλει αμέσως, τοις μετρητοίς, με την παράδοση των κοτόπουλων της πρώτης παρτίδας το συμφωνηθέν τίμημα, αφετέρου, δε να παραλάβει εγκαίρως στη συμφωνηθείσα ημερομηνία (7.10.1994) τη δεύτερη παρτίδα των πωληθέντων κοτόπουλων, με συνέπεια να καταστεί υπερήμερη οφειλέτρια και ως προς την καταβολή του τιμήματος της πρώτης παρτίδας κοτόπουλων που της παραδόθηκε και ως προς την παραλαβή της δεύτερης παρτίδας τους που της είχε πωληθεί.
Αντίθετα ο εναγόμενος δεν κατέστη υπερήμερος περί την εκπλήρωση της συμβατικής του υποχρεώσεως, δηλαδή της παραδόσεως της δεύτερης παρτίδας των κοτόπουλων. Στις 10.10.1994 ο κομιστής της τελευταίας επιταγής εμφάνισε εκ νέου αυτήν στην πληρώτρια τράπεζα, η οποία και βεβαίωσε στο σώμα της την άρνηση πληρωμής της λόγω ανακλήσεώς της από την ενάγουσα.
Μετά από αίτηση του κομιστή εκδόθηκε η 2738/14.10.1994 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκη, η οποία υποχρέωσε και τους δυο διαδίκους να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας τους το ποσό των 13.000.000 δραχμών πλέον τόκων και εξόδων. Αντίγραφο εξ απογράφου της διαταγής αυτής επιδόθηκε για εκτέλεση στην ενάγουσα τις 14.10.1994 χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Στις 17.10.1994 η ενάγουσα προς αποφυγή πληρωμής της διαταγής πληρωμής επέδωσε στον εναγόμενο την από 12.10.1994 εξώδικη δήλωσή του ισχυριζόμενος υπερημερία του και μη παράδοση της υπόλοιπης ποσότητας των πουλερικών στις 7.10.1994, για το λόγο ότι ο εναγόμενος ζητούσε 380 δραχμές το κιλό ενώ κατ' αυτήν η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 290 δραχμές το κιλό.
Ο εναγόμενος σ' απάντηση της εξώδικης αυτής δήλωσης επέδωσε στις 20.10.1994 στην ενάγουσα την από 10.10.1994 εξώδικη δήλωσή του με την οποία διαμαρτύρονταν για την αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, την υπερημερία της και την μη πληρωμή της επιταγής της για την καταβολή του τιμήματος της πωλήσεως των πουλερικών.
Τελικά η ενάγουσα προς αποφυγή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον της κατέβαλε προς εξόφληση της διαταγής πληρωμής στις 25.10.1994 με μετρητά και επιταγές στον δικαστικό επιμελητή ...... το ποσό των 13.000.000 δραχμών και στις 28.11.1994 με μετρητά στο πληρεξούσιο δικηγόρο Δημ. Αμάσογλου, το ποσό των 876.000 δραχμών. Στη συνεχεία η πρώτη επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 26.12.1994 που είχε εκδόσει η ενάγουσα σε διαταγή της εταιρίας "Γ και Σία ΕΕ" επιστράφηκε από την τελευταία στην ενάγουσα, όπως ομολογείται και από τους δύο διαδίκους.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω δέχεται το Εφετείο ότι το τίμημα των πωληθέντων και παραδοθέντων κοτόπουλων ανέρχεται στο ποσό των 11.811.920 δραχμών (31.084 κιλά Χ 380 δραχμές το κιλό). Καταβάλλοντας επομένως η ενάγουσα το ποσό των 13.000.000 δραχμών στον κομιστή της ισόποσης επιταγής της για λογαριασμό του εναγομένου, κατέβαλε χωρίς νόμιμη αιτία το ποσό των 1.188.080 δραχμών (13.000.000 - 11.811.920), το οποίο είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει (καταβάλει) ο τελευταίος στην ενάγουσα.
Τα παραπάνω περιστατικά και ιδίως ότι το συμφωνηθέν τίμημα πωλήσεως ζώντος κοτόπουλου ήταν 380 δραχμές το κιλό και όχι 290 δραχμές το κιλό, που ισχυρίζεται με την αγωγή της η ενάγουσα, προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Ακολούθως με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή της ενάγουσας: 1) για καταβολή ποσού 3.985.000 δραχμών λόγω του ότι αυτό κατέχει ο εναγόμενος χωρίς νόμιμη αιτία ως επί πλέον του συμφωνηθέντος τιμήματος για την πωληθείσα και παραδοθείσα ποσότητα των 31.084 κιλών ζώντων κοτόπουλων, είναι εν μέρει βάσιμη στην ουσία της για το ποσό των 1.188.080 δραχμών και 2) για καταβολή ποσού 4.452.282 δραχμών λόγω αποζημίωσης της για τη μη εκτέλεση της συμβάσεως (μη παράδοση της συμφωνηθείσας πωληθείσας ποσότητας των κοτόπουλων από υπερημερία του εναγομένου) είναι ουσιαστικά αβάσιμη.
Άρα η αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή. Και ότι, κατ' ακολουθία, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που είπε τα αντίθετα και έκανε δεκτή την αγωγή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε τον εναγόμενο να πληρώσει στην ενάγουσα, αντίστοιχα, τα ποσά των 3.985.640 δραχμών και των 2.108.100 δραχμών και συνολικά το ποσό των 6.093.740 δραχμών, κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις και έσφαλε.
Άρα η έφεση, με την οποία ο εκκαλών παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος. Και ότι συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση, να εκδικασθεί στη ουσία της η αγωγή και να γίνει δεκτή αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να γίνει δεκτή αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά ένα μέρος και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.188.800 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την 28-7-1995 (επομένη της επίδοσης καταψηφιστικής αγωγής που απορρίφθηκε ως αόριστη).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του χρόνου κατά τον οποίο προσδιορίσθηκε το ύψος της τιμής πωλήσεως ανά χιλιόγραμμο πουλερικού στο ποσό των 380 δραχμών. Ειδικότερα η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι σύμφωνα με την από 16-8-1994 καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων μερών σύμβαση πωλήσεως πουλερικών, το ύψος του τιμήματος αυτών προσδιορίσθηκε στο ποσό των 380 δραχμών ανά χιλιόγραμμο ζώντος κοτόπουλου.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραπάνω αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το δεύτερο μέρος του ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, τιμολόγια πωλήσεως τρίτων αγοραστών η ανά χιλιόγραμμο τιμή πωλήσεως πουλερικών κυμαίνεται από 340 μέχρι 350 δραχμές και παρά ταύτα η προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικά δέχθηκε ότι η ανά χιλιόγραμμο τιμή πώλησης στην ένδικη σύμβαση συμφωνήθηκε στο ποσό των 380 δραχμών ανά χιλιόγραμμο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον η εκκαλουμένη έλλειψη ανάγεται στην, αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω, ως προς το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η ίδια από το άρθρο 559 αρ. 19 αιτίαση, με την οποία προβάλλεται ότι με ελλιπείς αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η ενάγουσα τυγχάνει υπερήμερη δανείστρια της παροχής και δεν αιτιολόγησε το λόγο για τον οποίο δέχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν είναι υπερήμερος οφειλέτης αυτής, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον, όπως, κατά τα ανωτέρω προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε στην ένδικη περίπτωση, ότι η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) κατέστη υπερήμερη οφειλέτρια και ως προς την καταβολή του τιμήματος της πρώτης παρτίδας κοτόπουλων που της παραδόθηκε και ως προς την παραλαβή της δεύτερης παρτίδας κοτόπουλων του της είχαν πωληθεί.
Για τον ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναίρεσης κατά το ίδιο μέρος του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η ενάγουσα ως υπερήμερος δανείστρια περί την παραλαβή της υπόλοιπης ποσότητας πουλερικών, δεν αποσαφηνίζεται (η προσβαλλόμενη απόφαση), αν η προσφερθείσα παροχή ήταν πραγματική και προσήκουσα (άρθρο 349 ΑΚ).
Και αυτό καθόσον, κατά τις παραδοχές της, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) κατέστη υπερήμερη οφειλέτρια και ως προς την καταβολή του τιμήματος της πρώτης παρτίδας και ως προς την παραλαβή της δεύτερης παρτίδας κοτόπουλων που της είχε πωληθεί. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος (δεύτερος) αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλιπείς αιτιολογίες, για το λόγο ότι δέχεται ότι ο εναγόμενος υπαναχώρησε της συμβάσεως χωρίς να τάξει σ' αυτή (ενάγουσα) εύλογη προθεσμία με εκπλήρωση (άρθρο 383 ΑΚ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον μετά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, το εφετείο δέχθηκε, ότι ο εναγόμενος (δανειστής) δεν έταξε την οριζόμενη στα άρθρα 383-384 ΑΚ προθεσμία, για το λόγο ότι εξαιτίας της υπερημερίας του ενάγοντος δεν είχε συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης (άρθρο 385 ΑΚ).
Τέλος, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος τους, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα τιμολόγια τρίτων, όχι για άμεση απόδειξη αλλά για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τα οποία προκύπτει ότι το συμφωνηθέν τίμημα, κατά το χρόνο καταρτίσεως της ενδίκου συμβάσεως, ανερχόταν σε 300 και όχι, όπως δέχθηκε το εφετείο, σε 380 δραχμές, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από τη βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη τα αποδεικτικά μέσα και κυρίως έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχουν ληφθεί υπόψη τα παραπάνω έγγραφα.
Για τον ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος η προβαλλομένη από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ αιτίαση, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 12-10-1994 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας με την οποία αυτή καλούσε τον εναγόμενο να της παραδώσει εντός δύο ημερών την υπόλοιπη ποσότητα στη συμφωνηθείσα τιμή. Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 12-10-1994 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας που επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτή στο εφετείο για να αποδείξει την υπερημερία του αναιρεσιβλήτου ως προς την παράδοση της υπόλοιπης ποσότητας των 3.916 χιλιογράμμων κοτόπουλων, πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, εγκειμένης στη παράλειψη του αναιρεσείοντα να αναφέρει ότι ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αναίρεση.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ