262/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated262/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην ένδικη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας ερευνάται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολ.Δικ. από τον Άρειο Πάγο, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι με σύμβαση μισθώσεως έργου, που καταρτίσθηκε στις αρχές Ιουνίου 1997, ανέθεσε στον εναγόμενο, που είναι πολιτικός μηχανικός, την έκδοση αδείας λειτουργίας μηχανουργείου σε οικόπεδό του στην περιοχή .......
Full text
Απόφαση 262 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 262/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζαχαρούλα Τσιρτζίδου.
Του αναιρεσιβλήτου: ....... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καράλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 280/2005 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 11-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε α)την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και β)την απόρριψη της αναιρέσεως κατά τα λοιπά. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 ΚΠολ.Δικ. το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή απαραδέκτου, εκτός άλλων στοιχείων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με την πλήρη έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων τα οποία είναι αναγκαία για τη στήριξη του αξιούμενου δικαιώματος. Η αναγραφή των συγκεκριμένων περιστατικών είναι απαραίτητη για να μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί, αλλά και το δικαστήριο να διατάξει τις επιβαλλόμενες αποδείξεις.
Εξ άλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 686, 340, 343, 383, 385, 387, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι επί υπερημερίας του εργολάβου λόγω μη έγκαιρης έναρξης της εκτελέσεως του έργου ή καθυστέρησης, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, ή της εκτέλεσης του έργου κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση χωρίς να περιμένει το χρόνο παράδοσης του έργου.
Με τη δήλωση υπαναχωρήσεως καταργείται η σύμβαση αναδρομικά (ex tunk) επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και δημιουργείται υποχρέωση αυτών να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1031/2004, ΑΠ 533/2002). Ο εργοδότης που ασκεί το δικαίωμα υπαναχώρησης μπορεί επί πλέον να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 387 ΑΚ, να του επιδικασθεί εύλογη, κατά την κρίση του δικαστηρίου αποζημίωση για την τυχόν ζημία από τη μή εκπλήρωση της συμβάσεως (Ολ.
ΑΠ 568/1975). Με τη διάταξη αυτή ο νόμος εισάγει μετριασμό της ανορθωτέας ζημίας (ΑΠ. 33/1980). Κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της αποζημιώσεως αυτής δεν τίθενται στο νόμο, το δικαστήριο δε της ουσίας έχει δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει ή μή, κατ' εύλογη κρίση, αποζημίωση, με τον περιορισμό μόνο ότι η εν λόγω αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει την πραγματική ζημία του δανειστή που βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια προς την αντισυμβατική διαγωγή του οφειλέτη (ΑΠ 679/1988, ΑΠ. 328/2006).
Στην ένδικη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας ερευνάται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολ.Δικ. από τον Άρειο Πάγο, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι με σύμβαση μισθώσεως έργου, που καταρτίσθηκε στις αρχές Ιουνίου 1997, ανέθεσε στον εναγόμενο, που είναι πολιτικός μηχανικός, την έκδοση αδείας λειτουργίας μηχανουργείου σε οικόπεδό του στην περιοχή .......
έναντι συνολικής αμοιβής, την οποία κατέβαλε εξ ολοκλήρου την 10-6-1997. Ότι κατά την συμφωνία τους η άδεια έπρεπε να εκδοθεί το αργότερο έως τον μήνα Μάϊο του 1998. Ότι λόγω της υπερημερίας του εναγομένου να παραδώσει την άδεια μέσα στην συμφωνηθείσα προθεσμία, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, έταξε σ' αυτόν τον Δεκέμβριο του 1999 εύλογη μέχρι τον Ιούνιο του 2000 προθεσμία, δηλώνοντας συγχρόνως ότι μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής αποκρούει την παροχή.
Ότι τόσο η προθεσμία αυτή, όσο και η νέα προθεσμία που έταξε στη συνέχεια στον εναγόμενο για την αποπεράτωση του έργου, παρήλθαν άπρακτες. Και ότι στις 29-11-2000 εκοινοποίησε στον υπερήμερο εναγόμενο την από 30-10-2000 εξώδικη δήλωση, με την οποία του γνωστοποίησε ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του αποδώσει το ποσό της αμοιβής που του καταβλήθηκε, ήτοι 2.132.484 δραχμές και να του καταβάλει ως εύλογη αποζημίωση α) το σε ευρώ ισόποσο 3.000 γερμανικών μάρκων που αντιστοιχούν στην αξία του αγορασθέντος από τον ίδιο εξοπλισμού, ο οποίος καταστράφηκε από την αχρησία (σκουριά), αφού από τον Δεκέμβριο του 1998 βρίσκεται σε αποθήκη της πατρικής του οικίας στο χωριό ......
και β) το ποσό των 350.000 δραχμών μηνιαίως (500.000 δρχ.-μείον 30% έξοδα συντήρησης μηχανημάτων, εισφορές σε τρίτους=350.000 δρχ.) επί 26 μήνες και συγκεκριμένα 4 μήνες (Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο) για το έτος 1998, 12 μήνες για το έτος 1999 και 10 μήνες γι9α το έτος 2000, και συνολικά το ποσό των 9.100.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί στο διαφυγόν κέρδος, το οποίο μετά πιθανότητος και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απεκόμιζε από την λειτουργία του μηχανουργείου κατά το ως άνω από μηνός Σεπτεμβρίου 1998 μέχρι του μηνός Οκτωβρίου 2000 χρονικό διάστημα, με δεδομένο ότι οι επιχειρήσεις μηχανουργείων στην ......
είναι ελάχιστες και ο κύκλος των εργασιών μεγάλος. Με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή αυτή ως προς το αίτημά της για επιδίκαση εύλογης αποζημίωσης πληροί τις προϋποθέσεις των προαναφερομένων διατάξεων του ΚΠολ.Δικ., είναι δηλαδή ορισμένη, με την έννοια ότι τα παρατιθέμενα ως άνω στοιχεία είναι επαρκή ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο, εκτιμώντας τις αποδείξεις και τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να κρίνει αν θα επιδικάσει ή όχι εύλογη αποζημίωση, η οποία, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ταυτίζεται προς το πλήρες διαφερον μη εκπληρώσεως και δεν μπορεί να υπερβεί την πραγματική ζημία την οποία υπέστη ο ενάγων από τη μη εκτέλεση της συμβάσεως.
Επομένως το Εφετείο που αποφάνθηκε αντιθέτως και απέρριψε την αγωγή ως προς το παραπάνω περί επιδικάσεως εύλογης αποζημίωσης αίτημα της ως αόριστη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και γιαυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση των από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολ.Δικ. αιτιάσεων, προβάλλεται πράγματι η από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολ.Δικ.
αιτίαση, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολ.Δικ. ιδρύεται άν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αίτημα της αγωγής του αναιρεσείοντος για επιδίκαση εύλογης κατ' άρθρο 387 παρ. 1 ΑΚ αποζημίωσης για την αποκατάσταση της πραγματικής ζημίας που υπέστη από την μή εκτέλεση της συμβάσεως και η οποία ανέρχεται στα αναφερόμενα στην αγωγή του ποσά. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και αναπτύχθηκε στην προηγούμενη σκέψη, το Εφετείο ερεύνησε το αγωγικό αυτό αίτημα και το απέρριψε ως αόριστο.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό απαραίτητη προϋπόθεση για να στοιχειοθετηθεί είναι να εισήλθε το δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως.
Συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μή νόμιμη ή αόριστη. Εξ άλλου για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως για ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να αναφέρεται επί πλέον στο αναιρετήριο και ποιά ακόμη πραγματικά περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για να είναι πλήρεις οι αιτιολογίες της, καθώς και ποιά πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτήν, αντιφάσκουν μεταξύ τους και σε τί συνίσταται η αντίφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως λόγω έλλειψης νόμιμης βάσεως της αποφάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμευση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 1/1993, Ολ. ΑΠ. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολ.Δικ. αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση α) έχει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία αναφορικά με την απόρριψη του ως άνω αγωγικού αιτήματος της εύλογης αποζημίωσης και β) δεν έχει επαρκή αιτιολογία ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι "ο αναιρεσίβλητος ολοκλήρωσε την μελέτη σε ποσοστό 80%".
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί α) ως προς το πρώτο σκέλος του ως απαράδεκτος, αφού το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση εύλογης αποζημίωσης απερρίφθη ως αόριστο και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται, κατά τα προεκτιθέμενα, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως και β) ως προς το δεύτερο σκέλος του ως αόριστος, διότι όχι μόνο δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές ως προς επίμαχο ζήτημα παραδοχές του Εφετείου στο σύνολό τους, αλλά κυρίως δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για να είναι πλήρης η αιτιολογία της ως προς το ζήτημα αυτό.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας πλήττει την ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561, παρ. 1 ΚΠολ.Δικ. εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 694/2003). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολ.Δικ.
αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του ο αναιρεσείων και δή την προσκομισθείσα σε νόμιμη μετάφραση από 25-11-2003 βεβαίωση του αρχιτέκτονα μηχανικού ..... και τα υπογεγραμμένα σχέδια αυτού. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε "τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση για καθένα από αυτά.
Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολ.Δικ. ότι έλαβε υπόψη "σχέδια προμελέτης" χωρίς να έχει γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον αναιρεσίβλητο, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα τα αποδεικτικά αυτά μέσα και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μόνο τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά το περί επιδικάσεως εύλογης αποζημίωσης αίτημα της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το κεφάλαιο τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Θράκης), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (580 παρ. 3 ΚΠολ.Δικ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το σκεπτικό κεφάλαιο την υπ'αριθ. 280/2005 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το κεφάλαιο τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίοντα, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21-12-2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12-2-2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ