Legislator Case Law & Legislation
262/2007 AI generated

262/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 262/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 262 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

262/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 262 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 262 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 262/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ... και 2) ... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νικολόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1) ... , 2) ... , 3) ... και 4) .... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Παπαντωνίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1303/2004 μη οριστική,1156/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-9-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 6-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968 προκύπτει ότι, μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (23-5-1968), ο κληρούχος που αποκαταστάθηκε κατά την εποικιστική νομοθεσία, καθώς και οι κληρονόμοι του, δε λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν και συνεπώς στην περίπτωση που έχει εκδοθεί και μεταγραφεί το οριστικό παραχωρητήριο του κλήρου (άρθρο 1 παρ. 3 του α.ν. 431/1968), είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή τους κτήση από τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου και η απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε αυτό, υπό τον περιορισμό να μην επέρχεται με αυτήν κατάτμηση του κληροτεμαχίου. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 του ΑΚ, για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, χωρίς να έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε η νομή αυτού. Για την ύπαρξη νομής, σύμφωνα με την τελευταία από τις διατάξεις αυτές, απαιτούνται δύο στοιχεία: α) η φυσική εξουσίαση του πράγματος, (CORPUS), την οποία αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα και β) η διάνοια κυρίου, η πρόθεση, δηλαδή, για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας (ANIMUS DOMINII), η οποία εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης αυτού, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η πρόθεση αυτή να κατευθύνεται σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να συνοδεύεται από την πεποίθηση αυτού που εξουσιάζει το πράγμα ότι έχει και την κυριότητα αυτού (OPINIO DOMINII). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε, ότι το υπ΄ αριθμ. ... κληροτεμάχιο της οριστικής διανομής του αγροκτήματος .. , συνολικού εμβαδού εμβαδού 3275 τ. μέτρων, παραχωρήθηκε στο δικαιοπάροχο των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων), με το ... παραχωρητήριο του Δ/τή της ΑΤΕ, που μεταγράφηκε νόμιμα. Το ακίνητο αυτό το κατέλαβε "ως δικό του", από το 1930, που πέθανε ο πατέρας του, ... , γνωρίζοντάς την ιδιότητά του ως κληροτεμαχίου. Αυτός το περιέφραξε. Όταν, με την .... (ΦΕΚ .... ) απόφαση του Νομάρχη Σερρών, τμήμα του απαλλοτριώθηκε για τη διάνοιξη της επαρχιακής οδού ... , ο ... μετείχε στη διαδικασία καθορισμού της αποζημίωσης, ως εικαζόμενος δικαιούχος, αναγνωρίσθηκε δε ως κύριος που απέκτησε την κυριότητά του με χρησικτησία και δικαιούχος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στο τμήμα που απαλλοτριώθηκε (αριθ.75/1980 και 434/1981 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών). Με το .... προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σερρών ... ο ίδιος προσυμφώνησε την πώληση του ακινήτου αυτού (του τμήματος, εμβαδού 2621,50 τ.μέτρων, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση τμήματός του) προς τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), σε εκτέλεση δε του προσυμφώνου αυτού, συντάχθηκε το ... οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο το εν λόγω ακίνητο πωλήθηκε και μεταβιβάσθηκε σε αυτούς. Περαιτέρω έκρινε το Εφετείο ότι με τη μεταβίβαση αυτή οι ενάγοντες δεν έγιναν κύριοι του εν λόγω ακινήτου με παράγωγο τρόπο, διότι δεν είχε γίνει κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία ο δικαιοπάροχός τους πωλητής, αφού αυτός "μόνον κατείχε το επίδικο ανεπίδεκτο χρησικτησίας πριν της παραχωρήσεώς του, χωρίς την ύπαρξη διανοίας κυρίου νομής". Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την αναγνωριστική της κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε αυτή γίνει δεκτή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ, καθώς και του άρθρου 1 του α.ν. 431/1969, με το να δεχτεί ότι αποκλείει την διάνοια κυρίου προς ύπαρξη νομής για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία η γνώση ότι το ακίνητο ήταν κληροτεμάχιο, το οποίο μάλιστα μετά την γενόμενη, όπως δέχτηκε, μεταγραφή του παραχωρητηρίου που είχε εκδοθεί, δεν ήταν κατά νόμο ανεπίδεκτο χρησικτησίας, με το να δεχτεί, δηλαδή, ότι δεν αρκεί η πρόθεση εξουσίασης του ακινήτου όπως αρμόζει σε κύριο, αλλά απαιτείται επιπλέον αυτή να κατευθύνεται στην έννομη απόκτηση δικαιώματος και να συνοδεύεται από πεποίθηση κυρίου. Επίσης, το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, που συνιστά τη βάση της αγωγής των αναιρεσειόντων, της απόκτησης, δηλαδή, κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, με έκτακτη χρησικτησία από το δικαιοπάροχο αυτών με την άσκηση νομής σε αυτό επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από εκείνο που προβλέπει ο νόμος, αφού η παραδοχή του ότι αυτός "κατείχε ως δικό του" το εν λόγω ακίνητο, η οποία σημαίνει την ύπαρξη διάνοιας κυρίου σε αυτόν, έρχεται σε αντίφαση προς την περαιτέρω παραδοχή ότι αυτός "δεν είχε διάνοια κυρίου", ενώ κατείχε το ακίνητο αυτό, έτσι δε δεν μπορεί να ελεγχθεί εάν ορθώς ή όχι το Εφετείο εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 974 του ΑΚ. Επομένως, είναι βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 1 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, ισχυριζόμενοι, κατ' ορθή εκτίμηση των λόγων αυτών, ότι σε αυτήν περιέχονται οι ανωτέρω αντιφατικές αιτιολογίες και ότι το Εφετείο με αυτήν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Ακολούθως, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1156/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.- Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων εβδομήντα (970) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ