Legislator Case Law & Legislation
2625/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on drug charges, upholding conviction for possession and sale of cannabis.

Case Number 2625/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a five-member court's conviction for drug offenses. The appellant argued for self-use of 233 grams of Indian cannabis, but the court rejected this defense as insufficient to justify possession. The court ruled that the lower court provided adequate reasoning and correctly applied the law regarding the definition of 'purchase' and 'possession' without needing precise weight or time details.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5(1)(b) and (z) of Law 1729/1987; The term 'purchase' implies an agreed price, and 'possession' requires physical control; specific quantity, time, or exact price is not required for conviction unless the law demands it.

Keywords

AI generated
drug possession drug sale cannabis offense insufficient defense legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 5(1)(b) and (z) of Law 1729/1987
Article 12(1) of Law 1729/1987
Article 510(1)(D) and (E) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1276/1993
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2625 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2625/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μιχαλόλια, για αναίρεση της με αριθμό 1.588/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1ης Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1800/2007.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν.1729/1987, όπως αυτό αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 10 του ν.2161/1993, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, εκτός των άλλων, αγοράζει ή κατέχει ναρκωτικά. Περαιτέρω, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών ουσιών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα, γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσο εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά.

Επίσης, η κατοχή ναρκωτικής ουσίας πραγματοποιείται με τη φυσική επί της ουσίας αυτής εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Ακόμη, για την αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με την τέλεση των εγκλημάτων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός:

α) της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει την τέλεση τούτων με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, εφόσον δεν τίθεται θέμα παραγραφής των εγκλημάτων τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη και δ) της ταυτότητας των πωλητών και των αγοραστών, του ύψους του καταβληθέντος τιμήματος, ως και του δόλου, εκτός αν ο νόμος αξιώσει πρόσθετα στοιχεία ή πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο (Βλ.

Ολ.ΑΠ 1276/1993). Προσέτι, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν.1729/1987, όπως ίσχυε με την τροποποίησή του με το ν.3189/2003 και εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση ως περιέχων ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις από τις αντίστοιχες κατά την αρχική εφαρμογή του (άρθρο 2 παρ.1 του Π.Κ.) η χρήση ναρκωτικών ουσιών αποτελεί αυτοτελές έγκλημα και δεν συνιστά αναγκαία συνέπεια της προηγηθείσας προμήθειας και κατοχής της ναρκωτικής ουσίας.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμένη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Όμως, επιβάλλεται να αιτιολογείται ιδιαίτερα η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, τέτοιοι δε ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής.

Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι, σε σχέση με την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ζ' του ν.1729/1987, όπως αυτό ήδη ισχύει, ο ισχυρισμός από το άρθρο 12 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 14 του ν.2161/1993 και στη συνέχεια ο τίτλος του και η πρώτη παράγραφός του με το άρθρο 5 παράγραφοι 2 και 3 του ν.3189/2003, με ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις περί κατοχής ναρκωτικών ουσιών σε ποσότητα που εξυπηρετούσε αποδεδειγμένα αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες, με συνέπεια την ευμενέστερη ποινική μεταχείρισή του, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας.

Όταν όμως ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι πράγματι τέτοιος, αλλά αρνητικός της κατηγορίας ή απλά υπερασπιστικό επιχείρημα, τότε αυτός δεν είναι αυτοτελής με την παραπάνω έννοια, γι' αυτό και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αληθινά, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, τα οποία παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο (Κακουρ-γημάτων) Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1.588/2007 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περί ώρα 01.15' της 17.9.1999, εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος από περιπολούντες αστυνομικούς να κινείται ύποπτα τη συμβολή των οδών ....

στην .... εποχούμενος στην υπ' αριθμ. .... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του. Στη θέα των αστυνομικών προσπάθησε να διαφύγει, πλην ανεπιτυχώς και στον έλεγχο που επακολούθησε, βρέθηκε να έχει στην κατοχή του 43 γραμμάρια ινδικής κάνναβης (φούντα), όπως ο ίδιος δε παραδέχθηκε είχε και άλλη ποσότητα στο σπίτι του, την οποία παρέδωσε στους αστυνομικούς, βάρους 190 γραμμαρίων.

Την πιο πάνω συνολική ποσότητα των 233 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης ο κατηγορούμενος είχε αγοράσει από κάποιον ".....", όπως ο ίδιος ανέφερε χωρίς να προσδιορίσει τα λοιπά στοιχεία του, και την κατείχε με σκοπό την εμπορία της και όχι αποκλειστικά για δική του χρήση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, αφού ο κατηγορούμενος ναι μεν όπως ο ίδιος ισχυρίζεται έκανε χρήση ινδικής κάνναβης από το έτος 1996 μέχρι 16.9.1999, πλην δεν είναι τοξικομανής και η κατοχή της ως άνω ποσότητας και μάλιστα 43 γραμμαρίων που έφερε μαζί του την ημέρα της συλλήψεώς του δεν δικαιολογεί τον ισχυρισμό του, ότι σκόπευε να κάνει χρήση από την ποσότητα αυτή και για το λόγο αυτό την έφερε μαζί του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί κατοχής όλης της ποσότητας της ινδικής κάνναβης, που ανευρέθηκε επάνω του και στην οικία του, για δική του αποκλειστική χρήση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, κήρυξε τούτον ένοχο της αγοράς και της κατοχής ναρκωτικής ουσίας, καθώς και της χρήσης ναρκωτικής ουσίας κατ' εξακολούθηση, χωρίς να είναι τοξικομανής, και, μετά παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της επίδειξης ειλικρινούς μετάνοιας και επιδίωξης να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του (άρθρο 84 παρ. 2α'και δ' Π.Κ.) τού επέβαλε για τις πράξεις αυτές ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών.

Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τόσο ως προς την τέλεση των πράξεων της αγοράς, κατοχής και χρήσης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικής ουσίας, όσο και ως προς τη μη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της περίπτωσης του άρθρου 12 παρ. 1 του ν.1729/1987, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το νόμο 3189/2003, διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την από τις αναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ.

απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω τριών (3) εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 και 98 Π.Κ., 4 παρ. 1, 3 πιν.

Α-5, 5 παρ. 1β' και ζ' και παρ. 2 και 12 παρ. 1 του ν.1729/1987 (όπως ίσχυαν μετά τις τροποποιήσεις τους με το ν.3189/2003), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην άνω καταδικαστική κρίση του, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά.

Ειδικότερα κα αναφορικά με την αιτίαση του αναιρεσείοντος για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του για εφαρμογή του άρθρου 12 παρ. 1 του ν.1729/1987, ο οποίος συγκεκριμένα διατείνεται ότι προμηθεύτηκε και κατείχε τη ναρκωτική ουσία για δική του αποκλειστική χρήση και όχι για περαιτέρω διάθεση ή πώληση, πρέπει να σημειωθεί ότι αιτιολογημένα απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο εν λόγω ισχυρισμός τούτου, με την παραδοχή ότι αυτός δεν είναι τοξικομανής και ότι είχε αγοράσει συνολική ποσότητα 233 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, εκ των οποίων 190 γραμμαρίων κατείχε στην οικία του και 43 γραμμάρια έφερε μαζί του κατά την ημέρα της σύλληψής του, ποσότητα που δεν δικαιολογεί τον ισχυρισμό του ότι σκόπευε να κάνει χρήση από την ποσότητα αυτή και για το λόγο αυτό την έφερε μαζί του.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, ακολούθως δε πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.10.2007 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.588/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ