Supreme Court dismisses retrial request for perjury as new evidence does not prove innocence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the applicant's request to retry a final perjury conviction, ruling that newly discovered documents failed to prove innocence. The applicant argued that undisclosed administrative records and a prior acquittal revealed facts contradicting the original verdict, but the court found these materials were either already known or insufficient to overturn the conviction. Consequently, the court determined the retrial request was substantively unfounded and dismissed it while ordering the applicant to pay court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 525(1)(2) and 529(c)(3) of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that a retrial for perjury is only granted if new undiscovered facts clearly demonstrate innocence, and mere challenges to factual findings or previously known evidence do not constitute a valid ground for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 261 / 2026 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 261 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κ. Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α.
Συνήλθε σε Συμβούλιο σε δημόσια συνεδρίασή του στο ακροατήριο του, στις 10 Δεκεμβρίου 2024, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Α. Π. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ζαβαλιάννη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 1049/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ. πρωτ. ...-2024 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2024.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Σοφουλάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Μπαρδάκη με αριθμό ...-2024, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ.1 αριθμ. 2, 528 παρ.1, 3 και 529 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 18-6-2024 αίτηση του Α. Π. του Α. , κατοίκου ... , οδός ... , η οποία κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 18-6-2024, συνταχθείσας εκθέσεως εγχειρίσεως, από τον Ιωάννη ΖΑΒΑΛΙΑΝΝΗ του Παύλου, Δικηγόρο του Δ.Σ.Α. , δυνάμει της από 13-5-2024 εξουσιοδοτήσεως, με την οποία, για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν, ζητεί προς το συμφέρον του, την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1049/2018 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα:
Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής της ουσιαστικής αλήθειας στη συγκεκριμένη περίπτωση και η αποτροπή απαράδεκτων για το αίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών-αθωώσεων). Έτσι, ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας διέπεται από προϋποθέσεις και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλημμελειών για την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης (ΑΠ 1238/2019).
Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 αριθμ. 2 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη κατά την οποία, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους, ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Επίσης, απαιτείται οι αποδείξεις να ήταν άγνωστες στον καταδικασθέντα γιατί, διαφορετικά, θα μπορούσε να τις προσκομίσει (ΑΠ 50/2019, ΑΠ 913/2013). Οι όροι "νέες αποδείξεις" και "νέα γεγονότα" στη θεωρία και τη νομολογία δεν είναι ταυτόσημοι και κατά συνέπεια για τη θεμελίωση του συγκεκριμένου λόγου επανάληψης της διαδικασίας μπορούν να προσάγονται είτε νέες αποδείξεις για ήδη γνωστά γεγονότα, είτε νέα γεγονότα για ήδη γνωστές αποδείξεις, είτε νέες αποδείξεις για νέα γεγονότα (ΑΠ 201/2020) και μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεότερες εκείνων που προηγουμένως εξετάσθηκαν, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης (ΑΠ 547/2020, ΑΠ 538/2020, ΑΠ 1094/2006), ένορκες βεβαιώσεις που περιέχουν την εκτός δικαστηρίου μαρτυρία κάποιου (ΑΠ 1183/2014), με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή, σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (ΑΠ 518/2023, ΑΠ 603/2022, ΑΠ 181/2022, ΑΠ 163/2022).
Ως γεγονότα εκλαμβάνονται, κατά την ίδια διάταξη, περιστατικά, σχέσεις, ιδιότητες, τα οποία είναι δυνατόν να ασκήσουν, αμέσως ή εμμέσως, επιρροή στην ελάσσονα πρόταση της αποφάσεως, η οποία πλήττεται με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας. Δεν είναι, όμως, νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες, που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση ή τυχόν δικονομικά σφάλματα αφορώντα την εξέλιξη της όλης ποινικής διαδικασίας ή σφάλματα σε σχέση με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των επιμέρους δικονομικών πράξεων ή γενικότερα σε σχέση με την εφαρμογή των υπόλοιπων δικονομικών διατάξεων.
Επίσης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως κι απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη οι δικαστές που την εξέδωσαν (ΑΠ 226/2020, ΑΠ 201/2020, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 293/2019, ΑΠ 50/2019), αφού η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί τακτικό ένδικο μέσο, αλλά ο χαρακτήρας και η αληθής φύση της την κατατάσσει στα έκτακτα ένδικα μέσα, όπως με σαφήνεια ορίζει ο ισχύων Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (άρθρο 462 παρ. 2 ΚΠΔ) [Αιτιολ.
Έκθ. Σχ ΚΠΔ, σελ. 117, Λ. Μαργαρίτη, Ο Νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ' άρθρο του ν. 4620/2019, Τόμος Δεύτερος, έκδοση 2020, σελ. 1911, Αργ. Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 6η έκδοση, σελ. 988].
Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 528 Κ.Π.Δ., η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τον σύζυγό του ή τον συνδεόμενο με σύμφωνο συμβίωσης ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δεύτερου βαθμού ή από τον συνήγορό του ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε και πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
Η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας μπορεί να υποβληθεί και με αντιπρόσωπο, έχοντα ειδική προς τούτο εντολή (ΑΠ 426/2019, Λ. Μαργαρίτη, ό. π. σελ. 1967).Υποβάλλεται δε στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση.
Αναφορικά με την αρμοδιότητα για την επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας δικαστική κρίση, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 529 εδ. α' και 528 παρ. 3, εφόσον πρόκειται για απόφαση Τριμελούς Εφετείου, αρμόδιο να αποφανθεί είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), το οποίο σχηματίζει την κρίση του από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία ή συνάπτονται στην αίτηση.
Ο κατ' άρθρο 528 παρ. 3 εδ. β' Κ.Π.Δ. έλεγχος βασιμότητας της αίτησης από τον Εισαγγελέα, πριν την εισαγωγή στο Συμβούλιο, δεν έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα. Σκοπός του παραπάνω ελέγχου είναι η διευκρίνιση ή η συμπλήρωση των προσαγόμενων στοιχείων, ούτως ώστε να είναι δυνατή η εισαγωγή της υπόθεσης στο Συμβούλιο.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 εδ. γ' ΚΠΔ, παρέχεται στο Συμβούλιο η δυνατότητα να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης, εφόσον η συγκεκριμένη έρευνα κρίνεται ως σκόπιμη και αναγκαία, ανεξαρτήτως της προηγούμενης διεξαγωγής του ελέγχου βασιμότητας της αίτησης εκ μέρους του Εισαγγελέα, διότι συνιστά αυτοτελή δικαιοδοτική ενέργεια του Συμβουλίου (Λ. Μαργαρίτης, ό. π. σελ. 1972 και 1977).
Κατά την διάταξη του άρθρου 62 Κ.Π.Δ. "Απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου για ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη δεν δεσμεύει τον ποινικό δικαστή, αποτελεί όμως γι` αυτόν στοιχείο που το εκτιμά ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις (άρθρα 177 και 178)". Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται η πλήρης ανεξαρτησία των ποινικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις (έστω και τελεσίδικες) των αστικών δικαστηρίων, με εξαίρεση την περίπτωση του άρθρου 60 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Το δεδικασμένο των πολιτικών δικαστηρίων δεν είναι δεσμευτικό για τα ποινικά δικαστήρια και συμβούλια. Η απόφαση αστικού δικαστηρίου δεν δεσμεύει τον ποινικό δικαστή ακόμη και αν αυτή εκδόθηκε πριν από την εκδίκαση στο ακροατήριο της ποινικής κατηγορία, καθόσον σε αντίθετη περίπτωση η δέσμευση ή μη του ποινικού δικαστή από το δεδικασμένο της πολιτικής απόφασης θα καθοριζόταν όχι από το νόμο αλλά από τον ίδιο τον δικαστή.
Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 93 - 96 Συντάγματος αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ. ΚΠολΔ, 57 ΚΠΔ, 197 ΚΔΔ).
Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας. Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης [Ολ.ΑΠ. (Πολ.) 4/2020, ΑΠ (Πολ) 1332/2021].
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών Α. Π. του Α. , με την από 18-6-2024 αίτησή του ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1049/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, η οποία είναι αμετάκλητη (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2024 πιστοποιητικό της Γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και την από 4-6-2024 βεβαίωση του Τμήματος Εκκαθάρισης - Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με την αίτηση αυτή ζητείται να επαναληφθεί, προς το συμφέρον του αιτούντος, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση, με την οποία καταδικάστηκε για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα (άρθρ. 224 παρ. 2-1 Π.Κ.) σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, η οποία ανεστάλη επί 3ετία. Ως λόγος επανάληψης της διαδικασίας προβάλλεται η αποκάλυψη νέων αποδείξεων κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 αριθμ. 2 ΚΠΔ, μετά την οριστική καταδίκη του αιτούντος, που περιγράφονται επαρκώς και επισυνάπτονται στην αίτηση, η οποία παραδεκτά υποβλήθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 18-6-2024 από τον ίδιο την αιτούντα και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 1049/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, κρίθηκε ένοχος για την ως άνω πράξη και του επιβλήθηκε η προαναφερθείσα ποινή.
Το Δικαστήριο που εξέδωσε την ανωτέρω απόφαση, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, ήτοι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, από την ανάγνωση των εγγράφων, που βρίσκονται στη δικογραφία και την όλη αποδεικτική διαδικασία, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορούμενου αποδείχτηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή μεταφορά:
"...Στην κρινομένη υπόθεση από τις ένορκες καταθέσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου και από την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην Θεσσαλονίκη εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα αποκρύπτοντας την αλήθεια, καθ' όσον επί διερευνήσεως σχετικής καταγγελίας του, η οποία αφορούσε θανάτους ασθενών από αμελή συμπεριφορά του συναδέλφου του (και νυν εγκαλούντος) Φ.
Ε. , ομότιμου καθηγητή της Α' χειρουργικής κλινικής του ΑΧΕΠΑ και θεράποντος ιατρού κατέθεσε εν γνώσει του ενόρκως ως μάρτυρας τα εξής ψευδή: Στις 25-7-2012 στα πλαίσια διερεύνησης καταγγελίας του, η οποία υπεβλήθη ενώπιον του υπουργού Υγείας, ο κατηγορούμενος κατέθεσε τα κάτωθι ψευδή περιστατικά σχετικά με τα αίτια θανάτου της ασθενούς Π.
Π. ενώπιον των επιθεωρητών υπηρεσιών υγείας και πρόνοιας: α) "...υποδέχθηκα την ασθενή στην ΜΕΠ της κλινικής... όταν παρέλαβα την ασθενή με ενημέρωσαν ότι ήταν σε βαριά κατάσταση αιμορραγικού σοκ με χαμηλή αρτηριακή πίεση και ότι είχε γίνει τρώση της κάτω κοίλης φλέβας κατά την διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης", ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν παρέλαβε ούτε φρόντισε την ασθενή, γιατί απουσίαζε και την ως άνω ασθενή παρέλαβε ο συνάδελφός του Μ.
Δ. και β) σε σχετική ερώτηση αν υπέβαλε την καταγγελία εις βάρος του ως άνω Ε. Φ. προς αντιρρόπηση εξαιτίας των τριών ΕΔΕ που διενεργήθηκαν εις βάρος του κατέθεσε ότι: "δεν υπάρχει καταδικαστικό πόρισμα", ενώ το αληθές είναι ότι διενεργήθηκαν εις βάρος του τρεις ΕΔΕ, κρίθηκε ένοχος και του επιβλήθηκαν αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές (βλ.
σχετικώς το από 19-4-2011 έγγραφο της Πρυτανείας του ΑΠΘ που αφορά επιβολή ποινή εγγράφου επιπλήξεως στον κστηγορούμενον για ασυνεπή συμπεριφορά που δεν συνάδει με την ιδιότητα του ακαδημαϊκού δασκάλου αλλά και την υπ' αριθμ. 3246/2011 απόφαση της Διοικήσεως του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΑΧΕΠΑ", βάσει της οποίας ανεστάλη η λειτουργία και η συμμετοχή του κατηγορουμένου στην Α' Προπαιδευτική Χειρουργική Κλινική του ως άνω νοσοκομείου).
Πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι στα συμπεράσματα της "Έκθεσης αποτελεσμάτων Ελέγχου - Πορίσματος Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης" που συντάχθηκε από τους Επιθεωρητές ΣΕΥΥΠ Α. Ζ. και Π. Τ. , σημειώνονται μεταξύ των άλλων και τα εξής επί λέξει: "...Ο καταγγέλων κ. Α. Π. δεν είχε ιδία αντίληψη των περιστατικών. Η καταγγελία σχετικά με τους παραπάνω ασθενείς, έγινε κυρίως λόγω της αντιπαλότητάς του με τον κ.
Π...." και εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της ως άνω σχετική πράξεως, δηλαδή της ψευδορκίας μάρτυρος που αποδίδεται σ' αυτόν..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αιτούντα του ότι: "...Στην Θεσσαλονίκη εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα αποκρύπτοντας την αλήθεια.
Συγκεκριμένα, επί διερεύνησης καταγγελίας του που αφορούσε θανάτους ασθενών από αμελή συμπεριφορά του συναδέλφου του (και νυν εγκαλούντος) Φ. Ε. , ομότιμου καθηγητή της Α' χειρουργικής κλινικής του ΑΧΕΠΑ και θεράποντος ιατρού κατέθεσε εν γνώσει του ενόρκως ως μάρτυρας τα εξής ψευδή: Στις 25-7-2012 στα πλαίσια διερεύνησης καταγγελίας του ενώπιον του υπουργού υγείας ο κατηγορούμενος κατέθεσε τα κάτωθι ψευδή σχετικά με τα αίτια θανάτου της ασθενούς Π.
Π. ενώπιον των επιθεωρητών υπηρεσιών υγείας και πρόνοιας: α) "...υποδέχθηκα την ασθενή στην ΜΕΠ της κλινικής...όταν παρέλαβα την ασθενή με ενημέρωσαν ότι ήταν σε βαριά κατάσταση αιμορραγικού σοκ με χαμηλή αρτηριακή πίεση και ότι είχε γίνει τρώση της κάτω κοίλης φλέβας κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης", ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν παρέλαβε ούτε κούραρε την ασθενή γιατί απουσίαζε και την ασθενή παρέλαβε ο συνάδελφός του Μ.
Δ. και β) σε σχετική ερώτηση αν υπέβαλε την καταγγελία σε βάρος του νυν μηνυτή προς αντιρρόπηση εξαιτίας των τριών ΕΔΕ που διενεργήθηκαν εις βάρος του κατέθεσε ότι: "δεν υπάρχει καταδικαστικό πόρισμα", ενώ το αληθές είναι ότι διενεργήθηκαν εις βάρος του τρεις ΕΔΕ, κρίθηκε ένοχος και του επιβλήθηκαν αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές...".
Ο αιτών για την ευδοκίμηση της αίτησής του προσκομίζει και επικαλείται, ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, τα κάτωθι: 1) την υπ' αριθμ. 1624/2020 απόφαση του Πολιτικού Τμήματος του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και 2) έγγραφα του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από τα οποία προκύπτει ότι όταν προέβη στην ως άνω επίδικη καταγγελία είχαν διενεργηθεί σε βάρος του δύο (2) και όχι τρεις (3) ένορκες διοικητικές εξετάσεις (ΕΔΕ), καθώς για την 3η ΕΔΕ δεν υπήρξε καταδικαστικό πόρισμα.
Ειδικότερα, ο αιτών διατείνεται ότι με την υπ' αριθμ. 1624/2020 απόφαση του Πολιτικού Τμήματος του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, η οποία εξεδόθη κατ' αντιμωλία μεταξύ αυτού, ως εναγομένου, και ενός εκ των καταγγελθέντων με την από 6-4-2012 επιστολή του προς τον τότε Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, του ιατρού Κ.
Π. , ως ενάγοντος, και αφορούσε το ίδιο ιστορικό γεγονός, το πολιτικό δικαστήριο στο σκεπτικό του δέχθηκε ότι "...Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο εναγόμενος, αυτά που κατήγγειλε σε βάρος του ενάγοντος, τα θεωρούσε αληθινά και εξέφραζε τις απόψεις αλλά και την αγωνία για την διερεύνησή τους, ανεξαρτήτως εάν αυτά ήταν αληθινά ή ψευδή, με συνέπεια να μην στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, κρίση, που διέλαβε στο σκεπτικό της και η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς την οποίαν δεσμεύεται το παρόν Δικαστήριο, αφού δεν ασκήθηκε αντέφεση (άρθρα 522 και 536 ΚΠολΔ).
Και τούτο προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της επίδικης επιστολής, όπως (Σύμφωνα με πληροφορίες καταγγέλθηκε χρηματισμός, χρήζει διερευνήσεως εάν υπάρχει δόλος, Ο λόγος, που απευθύνομαι στην Υμετέρα Εξοχότητα είναι...Η διαπίστωση του κατά πόσον αληθεύουν οι παραπάνω πληροφορίες... είναι αρμοδιότητα των Υμετέρων υπηρεσιών.
Συνάδελφοί μου και εγώ είμαστε αρωγοί στην παραπάνω προσπάθεια). Ανεξάρτητα συνεπώς από την τελική έκβαση των καταγγελιών αυτών, οι οποίες συνοδεύονταν από επαρκή στοιχεία για την περαιτέρω διερεύνησή τους από τα αρμόδια ποινικά και πειθαρχικά όργανα, γι' αυτό άλλωστε διερευνήθηκαν περαιτέρω και ασκήθηκαν και διώξεις, αυτές ήταν πρόσφορες, κατά αντικειμενική κρίση, να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, γεγονός, που γνώριζε ο εναγόμενος, αφού άφηνε σαφείς αιχμές κατά του προσώπου του ενάγοντος, με συνέπεια να στοιχειοθετείται το αδίκημα της δυσφήμισης.
Ο εναγόμενος, προς άρση του αδίκου της ως άνω πράξης του, πρόβαλε πρωτόδικα την ένσταση του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ, ισχυριζόμενος ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και με την ιδιότητά του ως πανεπιστημιακός καθηγητής και γιατρός ενός Δημόσιου Νοσοκομείου στο οποίο συνέβησαν τα περιστατικά αυτά, με πρόθεση να διερευνηθούν οι υποθέσεις, για τις οποίες υπήρχαν σχετικές καταγγελίες και στις οποίες δεν νοείται συγκάλυψη πράξεων ή παραλείψεων δημόσιων λειτουργών- γιατρών.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος υποβάλλοντας την επίδικη αναφορά του στον τότε Υπουργό Υγείας, ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και με σκοπό να διερευνηθούν οι καταγγελλόμενες υποθέσεις, που συνέβησαν στο Νοσοκομείο, στο οποίο υπηρετούσε, όπως ρητά αναφέρεται στην επιστολή του, όπως και πράγματι έγινε και ανεξαρτήτως του αποτελέσματος τους, το οποίο ο εναγόμενος δεν γνώριζε εκ των προτέρων.
Εξάλλου, ο εναγόμενος προέβη στην αναφορά του αυτή, διότι παρά το ότι είχε ενημερώσει τον Διοικητή του Νοσοκομείου Κ. Β. προς διερεύνηση των ως άνω περιστατικών, εκείνος ουδέν έπραξε, όπως αναγράφεται στην επίδικη επιστολή και θα αναφερθεί παρακάτω...".
Από την ως άνω υπ' αριθμ. 1624/2020 απόφαση του Πολιτικού Τμήματος του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης προσκομιζόμενη απόφαση, η οποία δύναται να θεωρηθεί ως νέα απόδειξη, πλην όμως, για όσους λόγους αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, δεν έχει αποδεικτική βαρύτητα ικανή να θεμελιώσει νέες άγνωστες αποδείξεις, ώστε από μόνες τους ή σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομισθεί και συνεκτιμηθεί προηγουμένως από τους δικαστές του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης να γίνεται φανερό ότι ο αιτών καταδικασθείς είναι αθώος και καταδικάσθηκε επομένως άδικα για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός (αιτών), καθόσον αυτή (απόφαση του Πολιτικού Τμήματος του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης), αφενός δεν δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο ούτε αναιρεί την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, όπως επίσης αβάσιμα διατείνεται ο αιτών και δεν οδηγεί σε ασφαλή και βέβαιη δικανική πεποίθηση περί της αθωότητας του καταδικασθέντος αιτούντος αφετέρου δε, ενόψει δε του συνολικού περιεχομένου της υπό κρίση αιτήσεως, είναι φανερό ότι επιδιώκεται με αυτήν ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο οποίος, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη είναι ανεπίτρεπτος.
Περαιτέρω, το γεγονός ότι το πολιτικό δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης) δέχθηκε με το σκεπτικό του την ένσταση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του εναγομένου (αιτούντος), κατ' άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ. και την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης της δυσφήμησης, δεν αναιρείται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, πράξη για την οποία έχει κηρυχθεί ένοχος με την αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Επίσης, οι ισχυρισμοί του αιτούντος ότι σε βάρος του διενεργήθηκαν δύο (2) και όχι τρεις (3) ένορκες διοικητικές εξετάσεις (ΕΔΕ), δεδομένου ότι ως προς την 3η διενεργηθείσα ΕΔΕ δεν υπήρξε καταδικαστικό πόρισμα, καθώς επίσης ότι με το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2009 έγγραφο του διοικητή του ΑΧΕΠΑ Δ. Γ. , έγγραφο που υφίστατο κατά την έκδοση της απόφασης, πλην όμως δεν είχε προσκομισθεί, σύμφωνα με το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι ο Επίκουρος Καθηγητής Α. Π. (αιτών) δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του κατά τις εφημερίες, δεν αναιρούν την θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, όπως αυτή διαλαμβάνεται στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Άλλωστε, η αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, έχει λάβει υπόψη της και έχει απαντήσει, απορρίπτοντας με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τους ισχυρισμούς που είχε προβάλλει ο αιτών, οι οποίοι είναι οι ίδιοι με αυτούς που προβάλλει με την υπό κρίση αίτησή του. Τέλος, η αίτησή του διαλαμβάνει, κατά το μεγαλύτερο μέρος της αιτιάσεις που δεν συνιστούν νόμιμο λόγο επανάληψης της διαδικασίας, καθώς αφορούν ισχυρισμούς που αμφισβητούν απλώς την ορθότητα των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση και επιδιώκουν τον ουσιαστικό επανέλεγχο αυτής από τον Άρειο Πάγο, με βάση το αποδεικτικό υλικό που είχε ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο που την εξέδωσε.
Τέλος, κατόπιν των προεκτεθέντων, δεν συντρέχει περίπτωση να διαταχθεί συμπληρωματική έρευνα περί των λόγων της αίτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 529 εδ. γ' ΚΠΔ, δεδομένου ότι για τον ίδιο δε λόγο δεν διενεργήθηκε από εμάς κατ' άρθρο 528 παρ. 3 εδ β' ΚΠΔ έλεγχος βασιμότητας. Επειδή κατ` ακολουθία των ανωτέρω, τα φερόμενα ως προκύψαντα νέα στοιχεία δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του αιτούντος, η κρινόμενη αίτησή του θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, να επιβληθούν δε σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α.- Να απορριφθεί ως αβάσιμη η από 18-6-2024 αίτηση του Α. Π. του Α. , κατοίκου ... , οδός ... , η οποία κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 18-6-2024, συνταχθείσας εκθέσεως εγχειρίσεως, από τον Ιωάννη ΖΑΒΑΛΙΑΝΝΗ του Παύλου, Δικηγόρο του Δ.Σ.Α. , δυνάμει της από 13-5-2024 εξουσιοδοτήσεως, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1049/2018 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης
Β.- Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΧΡΙΣΤΟΣ Δ. ΜΠΑΡΔΑΚΗΣ"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τα άρθρα 529§1 εδ. α' και 528§3 του ΚΠοινΔ αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, εκτός από την περίπτωση που η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο, οπότε αρμόδιο είναι το Συμβούλιο Εφετών.
2. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 4620/2019, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα άρθρα 585 και 589 παρ. 3 του νέου ΚΠΔ, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε πριν την 1-7-2019, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και "2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε".
Κατά την έννοια της παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου "νέα γεγονότα ή αποδείξεις", που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα.
Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε.
Τα νέα, άγνωστα, στους καταδικάσαντες δικαστές γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος.
Δεν μπορούν όμως, να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα που δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ` αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ` αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 39/2024, ΑΠ 1086/2009, ΑΠ 1034/2009, ΑΠ 746/2009, ΑΠ 444/2009).
Τη σχετική περί αυτού κρίση του σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας αρμόδιο συμβούλιο από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα. Τέλος, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) στο οποίο υπηρετεί, το οποίο αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο).
Αρμόδιο δε να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο.
Περαιτέρω, κατ` άρθρο 528 παρ. 1 το συμβούλιο, αν δεχτεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο, εφόσον παραμένει αρμόδιο καθ` ύλην. Στην αίτηση δε αυτή πρέπει να περιέχονται, με ποινή απαραδέκτου, με σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν (ΑΠ 39/2024, ΑΠ 842/2021, ΑΠ 816/2021, ΑΠ 357/2020, ΑΠ 201/2020).
3. Στην προκειμένη περίπτωση, παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 528 παρ.1 και 3 ΚΠΔ, η υπό κρίση από 18-06-2024 και με αρ. πρωτ. ...-2024 αίτηση του Α. Π. του Α. και της Ε. , κατοίκου ... (οδός ...), για επανάληψη, προς το συμφέρον αυτού, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ` αριθ. 1049/2018 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης Β' Βαθμού και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν. Η προσβαλλόμενη με αριθμό 1049/2018 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης Β' Βαθμού κατέστη αμετάκλητη, καθόσον δεν ασκήθηκε κατά αυτής αναίρεση , εντός της κατά το άρθρο 473 παρ.3 ΚΠΔ προθεσμίας, όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό με αρ. .../2024 της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και την από 4-6-2024 βεβαίωση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
4. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι με την υπ' αρ. 1049/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης Β' Βαθμού, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν κατ` έφεση Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "ο κατηγορούμενος στην Θεσσαλονίκη εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα αποκρύπτοντας την αλήθεια, καθ' όσον επί διερευνήσεως σχετικής καταγγελίας του, η οποία αφορούσε θανάτους ασθενών από αμελή συμπεριφορά του συναδέλφου του (και νυν εγκαλούντος) Φ.
Ε. , ομότιμου καθηγητή της Α' χειρουργικής κλινικής του ΑΧΕΠΑ και θεράποντος ιατρού κατέθεσε εν γνώσει του ενόρκως ως μάρτυρας τα εξής ψευδή: Στις 25-7-2012 στα πλαίσια διερεύνησης καταγγελίας του, η οποία υπεβλήθη ενώπιον του υπουργού Υγείας, ο κατηγορούμενος κατέθεσε τα κάτωθι ψευδή περιστατικά σχετικά με τα αίτια θανάτου της ασθενούς Π.
Π. ενώπιον των επιθεωρητών υπηρεσιών υγείας και πρόνοιας: α) " ..υποδέχθηκα την ασθενή στην ΜΕΠ της κλινικής .. όταν παρέλαβα την ασθενή με ενημέρωσαν ότι ήταν σε βαριά κατάσταση αιμορραγικού σοκ με χαμηλή αρτηριακή πίεση και ότι είχε γίνει τρώση της κάτω κοίλης φλέβας κατά την διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης", ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν παρέλαβε ούτε φρόντισε την ασθενή, γιατί απουσίαζε και την ως άνω ασθενή παρέλαβε ο συνάδελφός του Μ.
Δ. και β) σε σχετική ερώτηση αν υπέβαλε την καταγγελία εις βάρος του ως άνω Ε. Φ. προς αντιρρόπηση εξαιτίας των τριών ΕΔΕ που διενεργήθηκαν εις βάρος του κατέθεσε ότι "δεν υπάρχει καταδικαστικό πόρισμα", ενώ το αληθές είναι ότι διενεργήθηκαν εις βάρος του τρεις ΕΔΕ, κρίθηκε ένοχος και του επιβλήθηκαν αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές (βλ.
σχετικώς το από 19-4-2011 έγγραφο της Πρυτανείας του ΑΠΘ που αφορά επιβολή ποινή εγγράφου επιπλήξεως στον κατηγορούμενου για ασυνεπή συμπεριφορά που δεν συνάδει με την ιδιότητα του ακαδημαϊκού δασκάλου αλλά και την υπ' αριθμ. 3246/2011 απόφαση της Διοικήσεως του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΑΧΕΠΑ", βάσει της οποίας ανεστάλη η λειτουργία και η συμμετοχή του κατηγορουμένου στην Α' Προπαιδευτική Χειρουργική Κλινική του ως άνω νοσοκομείου).
Πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι στα συμπεράσματα της "Έκθεσης αποτελεσμάτων Ελέγχου - Πορίσματος Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης" που συντάχθηκε από τους Επιθεωρητές ΣΕΥΥΠ Α. Ζ. και Π. Τ. , σημειώνονται μεταξύ των άλλων και τα εξής επί λέξει "...Ο καταγγέλων κ. Α. Π. δεν είχε ιδία αντίληψη των περιστατικών. Η καταγγελία σχετικά με τους παραπάνω ασθενείς, έγινε κυρίως λόγω της αντιπαλότητας του με τον κ.
Π...." και εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της ως άνω σχετικής πράξεως, δηλαδή της ψευδορκίας μάρτυρος που αποδίδεται σ' αυτόν".
5. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο, στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον αιτούντα του ότι : ...στην Θεσσαλονίκη εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα αποκρύπτοντας την αλήθεια. Συγκεκριμένα, επί διερεύνησης καταγγελίας του, που αφορούσε θανάτους ασθενών από αμελή συμπεριφορά του συναδέλφου του (και νυν εγκαλούντος) Φ.
Ε. , ομότιμου καθηγητή της Α' χειρουργικής κλινικής του ΑΧΕΠΑ και θεράποντος ιατρού κατέθεσε εν γνώσει του ενόρκως ως μάρτυρας τα εξής ψευδή: 1) Στις 25-7-2012 στα πλαίσια διερεύνησης καταγγελίας του, ενώπιον του υπουργού υγείας, ο κατηγορούμενος κατέθεσε τα κάτωθι ψευδή σχετικά με τα αίτια θανάτου της ασθενούς Π.
Π. ενώπιον των επιθεωρητών υπηρεσιών υγείας και πρόνοιας: α) " ..υποδέχθηκα την ασθενή στην ΜΕΠ της κλινικής .. όταν παρέλαβα την ασθενή με ενημέρωσαν ότι ήταν σε βαριά κατάσταση αιμορραγικού σοκ με χαμηλή αρτηριακή πίεση και ότι είχε γίνει τρώση της κάτω κοίλης φλέβας κατά την διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης", ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν παρέλαβε ούτε κούραρε την ασθενή, γιατί απουσίαζε και την ασθενή παρέλαβε ο συνάδελφός του Μ.
Δ. και β) σε σχετική ερώτηση αν υπέβαλε την καταγγελία εις βάρος του νυν μηνυτή προς αντιρρόπηση εξαιτίας των τριών ΕΔΕ που διενεργήθηκαν εις βάρος του κατέθεσε ότι "δεν υπάρχει καταδικαστικό πόρισμα", ενώ το αληθές είναι ότι διενεργήθηκαν εις βάρος του τρεις ΕΔΕ, κρίθηκε ένοχος και του επιβλήθηκαν αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές".
6. Με την υπό κρίση αίτηση, ο αιτών επικαλείται ως λόγους επανάληψης της διαδικασίας τις ακόλουθες προσαγόμενες νέες αποδείξεις, που κατά τους ισχυρισμούς του καθιστούν πρόδηλο ότι δεν έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας κατ' εξακολούθηση για την οποία καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα : α) την με αρ. 1624/2020 απόφαση του Πολιτικού Τμήματος του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης , β) την με αρ. πρωτ. ...-2012 Γνωστοποίηση έκθεση ελέγχου και πόρισμα ΕΔΕ, γ) το με αρ. πρωτοκ....-2009 έγγραφο του Διοικητή του ΑΧΕΠΑ Γ. Δ. , δ) το με αρ. πρωτ. ...-2012 πόρισμα Σ. Χ. μετά από την από 15-9-2012 καταγγελία του Φ. Ε. , ε) την με αρ. 1887/2017 αθωωτική απόφαση το Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στ) την με αρ. πρωτ. 08-04-2009 επιβολή πειθαρχικής ποινής επίπληξης, ζ) την με αρ. πρωτ. 19-04-2011 επιβολή πειθαρχικής ποινής επίπληξης, η) το με αρ. πρωτ. ...-2015 έγγραφο του Διευθυντή της Κλινικής ...
7. Από το ανωτέρω περιεχόμενο της υπό κρίση αιτήσεως δεν προκύπτουν αξιόλογα "νέα γεγονότα" ή "αποδείξεις", άγνωστα στους Δικαστές που δίκασαν, κατά την έννοια του άρθρου 525§1 περ.2 ΠΚ, που από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν Δικαστήριο, καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος τέλεσης του εγκλήματος της ψευδορκίας για το οποίο καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. 8.
Ειδικότερα, από τη με αρ. 1624/2020 απόφαση του Πολιτικού Τμήματος του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε κατόπιν ασκηθείσας εφέσεως του αιτούντος εναγόμενου στην πρωτόδικη απόφαση με αρ. 184/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει αγωγή του ενάγοντος Κ.
Π. με την οποία ζητούσε να επιδικασθεί (εις βάρος του αιτούντα) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης , εξ αιτίας της υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του και αδικοπραξίας που υπέστη από τα ψευδή και συκοφαντικά σε βάρος του γεγονότα που περιέλαβε στην από 6-4-2012 επιστολή καταγγελία του στον Υπουργό Υγείας.
Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση και απέρριψε την αγωγή του Κ. Π. , δεχόμενο τον σχετικό ισχυρισμό του αιτούντος εναγόμενου, ότι τα όσα κατήγγειλε σε βάρος του Κ. Π. τα θεωρούσε αληθινά και εξέφραζε τις απόψεις αλλά και τη αγωνία για την διερεύνησή τους, ανεξάρτητα αν αυτά ήταν αληθινά ή ψευδή και ότι ενήργησε αποστέλλοντας την ανωτέρω αναφορά του από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Η ως άνω απόφαση, η οποία σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις μπορεί να θεωρηθεί ως νέα απόδειξη, δεδομένου ότι εκδόθηκε μετά την καταδικαστική με αρ. 1049/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, δεν πληροί την σχετική προϋπόθεση του άρθρου 525 ΚΠΔ , εκτιμώμενη είτε μόνη της, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, καθόσον δεν καθίσταται φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος καταδικάσθηκε άδικα για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ίδιος.
Και τούτο διότι η απόφαση του Πολιτικού Τμήματος του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν δεσμεύει το ποινικό Δικαστήριο, πολλώ μάλλον όταν ο ενάγων δεν ήταν ο μηνυτής, Φ. Ε. , αλλά τρίτο πρόσωπο (Κ. Π.), ανεξαρτήτως της σχέσεως της ιστορικής της βάσης της αγωγής με αυτήν της μηνύσεως, ούτε επηρεάζει την κρίση του για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της ψευδορκίας δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης ο αιτών "αυτά που κατήγγειλε σε βάρος του ενάγοντος, τα θεωρούσε αληθινά και εξέφραζε τις απόψεις αλλά και την αγωνία για την διερεύνηση τους, ανεξαρτήτως εάν αυτά ήταν αληθινά ή ψευδή" Επίσης, από την ίδια απόφαση προκύπτει ότι ο αιτών έχει καταδικασθεί σε πρώτο και δεύτερο βαθμό για συκοφαντική δυσφήμιση και ψευδή καταμήνυση εις βάρος του Κ.
Π. , με τις με αρ. 9517/2018 και 1809/2019 αποφάσεις του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για τις ίδιες καταγγελίες σε συνολική ποινή φυλάκισης 14 μηνών.
Περαιτέρω, εκ των ανωτέρω επικαλούμενων ως νέων εγγράφων, το με αρ. πρωτ. ...-2009 έγγραφο του Διοικητή του ΑΧΕΠΑ Δ. Γ. , το οποίο υφίστατο κατά την έκδοση της απόφασης, πλην όμως δεν είχε προσκομισθεί στη δίκη, αναφέρει ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του κατά τις εφημερίες, πλην όμως η κρίση αυτή δεν αναιρεί την θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, που αποδόθηκε στον αιτούντα όπως αυτή διαλαμβάνεται στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επιπλέον, από την με αρ. 1049/2018 απόφαση προκύπτει ότι το με αρ. πρωτ. ...-2012 πόρισμα του Σ. Χ. μετά από την από 15-9-2012 καταγγελία του Φ. Ε. και η με αρ. πρωτ. ...-2012 Γνωστοποίηση έκθεσης ελέγχου και πόρισμα ΕΔΕ έχουν περιληφθεί μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων της με αρ. 1049/2018 απόφασης που προσκόμισε ο αιτών με την ένδειξη υπ αρ.3 και 2 αντίστοιχα, οι δε πειθαρχικές ποινές επίπληξης που επιβλήθηκαν στον αιτούντα, περιλαμβάνονταν στην μαρτυρική κατάθεση του Κ.
Π. στο ακροατήριο και ως εκ τούτου όλα τα ανωτέρω ήταν γνωστά στους Δικαστές. Επισημαίνεται ακόμα ότι ο αιτών επικαλείται την με αρ. 1887/2017 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, χωρίς όμως να προσδιορίζει ποιο νέο στοιχείο προκύπτει από αυτήν, ενώ όσον αφορά στο με αρ. πρωτ. 543/17-07-2015 έγγραφο του Διευθυντή Μ.
ο ίδιος προσδιορίζει ότι από αυτό προκύπτει ότι εις βάρος του έγιναν δύο και όχι τρεις ΕΔΕ.
Τέλος, η αίτησή του διαλαμβάνει, κατά το μεγαλύτερο μέρος της αιτιάσεις που δεν συνιστούν νόμιμο λόγο επανάληψης της διαδικασίας, καθώς αφορούν ισχυρισμούς που αμφισβητούν απλώς την ορθότητα των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση και επιδιώκουν τον ουσιαστικό επανέλεγχο αυτής από τον Άρειο Πάγο, με βάση το αποδεικτικό υλικό που είχε ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο που την εξέδωσε. Τέλος, κατόπιν των προεκτεθέντων, δεν συντρέχει περίπτωση να διαταχθεί συμπληρωματική έρευνα περί των λόγων της αίτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 529 εδ. γ' ΚΠΔ, δεδομένου ότι για τον ίδιο δε λόγο δεν διενεργήθηκε από εμάς κατ' άρθρο 528 παρ. 3 εδ β' ΚΠΔ έλεγχος βασιμότητας.
9. Επειδή κατ' ακολουθία των ανωτέρω, τα φερόμενα ως προκύψαντα νέα στοιχεία δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του αιτούντος, η κρινόμενη αίτησή του θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, να επιβληθούν δε σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2024 και με αρ. πρωτ. ...-2024 αίτηση του Α. Π. του Α. και της Ε. , κατοίκου ... (οδός ...), για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της με την υπ` αριθ. 1049/2018 αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης Β' Βαθμού.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε τετρακόσια (400,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποσχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΕΚΔΟΘΗΚΕ, στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2026
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ