261/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated261/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Full text
Απόφαση 261 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 261/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Φ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Σφυρή και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ. συζύγου Κ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Σιώρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10702/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2297/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσας με την από 14/9/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 14-9-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2297/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 27-11-2018 έφεση της εναγομένης της από 6-10-2014 αγωγής, ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθμ. 10702//2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν όλω κατ' ουσία την ως άνω αγωγή της ενάγουσας, νυν αναιρεσείουσας, και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη, οφείλει να καταβάλει το συνολικό ποσό των 51.983,07 ευρώ ως αμοιβή από σύμβαση έργου, και αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση και κράτησε την υπόθεση απέρριψε ως κατ' ουσία βάσιμη την ως άνω αγωγή λόγω παραγραφής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.
ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).
Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ. την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, η δε παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Ως έγερση της αγωγής, η οποία επιφέρει την κατά τα ανωτέρω διακοπή της παραγραφής, νοείται η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., ολοκλήρωση της άσκησης αυτής, με την έγκυρη επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο (Α.Π. 720/2019).
Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ., κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται ως να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή εντός έξι μηνών, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
Στην περίπτωση που η διακοπή της παραγραφής επέρχεται με την άσκηση της αγωγής, η νέα παραγραφή, ακόμη και στις αξιώσεις του άρθρου 250 Α.Κ., αρχίζει από την άσκηση αυτής, διακοπτόμενη δε μετά από κάθε νέα διαδικαστική πράξη, αρχίζει εκ νέου απ' αυτήν. Εξάλλου, ο νόμος ρυθμίζει ειδικά την παραίτηση από την αγωγή ή την απόρριψη αυτής για λόγους μη ουσιαστικούς, επαναλαμβάνοντας διάταξη του προϊσχύοντος δικαίου, ότι με την παραίτηση ή απόρριψη αυτή ματαιούται μεν η διακοπή και λογίζεται πως δεν έγινε, πλην όμως, αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από την παραίτηση ή την τελεσίδικη απόρριψη, η διακοπή της παραγραφής λογίζεται ότι χώρησε από την πρώτη αγωγή, χωρίς πάντως να θεωρείται ανεπίτρεπτη η άσκηση νέας αγωγής πριν από την τελεσιδικία που αρχίζει από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης και όχι απλώς από τη δημοσίευση της απορριπτικής οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1221/2011).
Κατά την έννοια του νόμου, απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία απορρίπτεται η αγωγή για λόγο, που δεν ανάγεται στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα, οι λόγοι εκείνοι, που, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωση αυτής.
Η δε τελεσιδικία της απόφασης αυτής επέρχεται, όταν κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ δεν μπορεί να ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας και έφεση κατά της ως άνω απόφασης λόγω παρέλευσης της προθεσμίας για την άσκηση των τακτικών αυτών ενδίκων μέσων ή λόγω παραίτησης από αυτά ή λόγω αποδοχής της πρωτοβάθμιας απόφασης, για το δικονομικό δε αυτό ζήτημα δημιουργείται δεδικασμένο κατά το άρθρο 322 παρ. 1 εδ.
β ΚΠολΔ. Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγομένου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής δεν επηρεάζεται από τον περιορισμό του αιτήματος της νέας αγωγής, ούτε από την υποβολή με αυτήν προσθέτου ή διαφόρου αιτήματος, το οποίο συνάπτεται με τη δικαστική νομιμοποίηση των διαδίκων και δεν διαφοροποιεί την ταυτότητα της διαγνωστέας αξίωσης (ΑΠ 505/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα άσκησε την από 30-11-2009 αγωγή της κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία αμοιβών) με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 40.400 ευρώ ως υπόλοιπη οφειλόμενη αμοιβή της από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου.
Η συζήτηση της αγωγής αυτής έγινε στις 11-1-2011 αντιμωλίαν των διαδίκων και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 47/2012 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε ορθώς ότι έπρεπε να δικαστεί η υπόθεση με την προσήκουσα τακτική διαδικασία και όχι με την εισαχθείσα των αμοιβών, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, επειδή δεν αναφέρονταν τα απαιτούμενα κατ' άρθρα 216 ΚΠολΔ και 681επ.
ΑΚ στοιχεία. Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε την 29-2-2012, αλλά δεν επιδόθηκε στην ενάγουσα, με συνέπεια να καθίσταται τελεσίδικη μετά πάροδο τριετίας από τη δημοσίευσή της κατά το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ την 1-3-2015. Στη συνέχεια και σε χρόνο πριν από την τελεσιδικία της ως άνω απόφασης στις 6-10-2014 η ενάγουσα άσκησε νόμιμα την ένδικη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ίδιας εναγόμενης για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, συμπληρώνοντας τα απαραίτητα στοιχεία κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, που είχαν καθοριστεί με την προαναφερθείσα απόφαση, με την οποίαν ζητούσε αρχικώς να υποχρεωθεί, και κατά μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει σ' αυτήν το συνολικό ποσό των 51.983, 07 ευρώ απαρτιζόμενο από το ποσό των 41.540,61 ευρώ ως δαπάνες του εκτελεσθέντος απ' αυτήν έργου και το ποσό των 10.442,46 ευρώ ως εργολαβική αμοιβή με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ανεπιφύλακτης παραλαβής του έργου (31-3-2006), άλλως από την επίδοση της προαναφερθείσας από 30-11-2009 αγωγής, με την οποίαν όχλησε την εναγομένη για την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, άλλως από την επίδοση της επίδικης αγωγής.
Η δεύτερη αυτή αγωγή, η οποία βασίζεται στην ίδια ιστορική αιτία ως προς την διαγνωστέα αξίωση αμοιβής και το αίτημά της, παρά το ότι είναι υψηλότερο απ' ό,τι ζητήθηκε με την πρώτη αγωγή, αποτελεί, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, επανάσκηση της πρώτης αγωγής, ανεξάρτητα από τον διαφορισμό των σχετικών αιτημάτων τους, τα οποία συνάπτονται με την ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων και δεν διαφοροποιούν την ταυτότητα της διαγνωστέας ουσιαστικής αξίωσης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 10702/2018 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, αφού απέρριψε τον νομίμως προβληθέντα ισχυρισμό της εναγομένης περί πενταετούς παραγραφής της απαίτησης κατ'άρθρο 250 αρ. 1, 5 ΑΚ της ενάγουσας, δεχόμενο κατ' ουσίαν την νομίμως προταθείσα αντένσταση της τελευταίας περί διακοπής της παραγραφής της απαίτησης με την προηγούμενη άσκηση της από 30-11-2009 αγωγή και εν όψει του ότι δεν είχε παρέλθει η προθεσμία των έξι μηνών για την άσκηση της επίδικης αγωγής από την τελεσίδικη απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Κατά της ως άνω απόφασης η εναγομένη άσκησε την από 27-11-2018 έφεσή της επικαλούμενη εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την απόρριψη της ως άνω ένστασης παραγραφής της απαίτησης, λόγω του ότι δεν συντρέχει η ίδια ιστορική αιτία μεταξύ των δύο αγωγών και επί πλέον διότι δεν είχε ζητηθεί με την πρώτη αγωγή το ποσό των 10442,46 ευρώ.
Το Εφετείο δικάζον επί της ως άνω έφεσης δέχθηκε, κατ' αυτεπάγγελτη εξέταση (άρθρο 522 ΚΠολΔ), ότι η προβληθείσα από την ενάγουσα αντένσταση της διακοπής της παραγραφής της απαίτησης με την προηγούμενη άσκηση της από 30-11-2009 αγωγής είναι αόριστη, διότι δεν επικαλείται τον ακριβή χρόνο επίδοσης της αγωγής, όπως ακριβώς αναφέρει, "ώστε να προσδιορίζεται με σαφήνεια η ακριβής ημερομηνία αναβίωσης του διακοπτικού αποτελέσματος που επήλθε με την έγερσή της".
Με επάλληλη δε αιτιολογία δέχθηκε ότι "πέραν του ότι από την επισκόπηση του ...δικογράφου της από 28-1-2010 αγωγής δεν προκύπτει ταυτότητα ιστορικής αιτίας μεταξύ αυτής και της ένδικης, διότι κατά τα εκτιθέμενα σ' εκείνην η αμοιβή συμφωνήθηκε κατ' αποκοπήν στο ποσό των 155.600 ευρώ εκ των οποίων ζητήθηκαν 40.400 ευρώ".
Στη συνέχεια δέχθηκε ότι με βάση τους ισχυρισμούς της ενάγουσας η παράδοση του έργου έγινε τον Μάρτιο 2006, η παραγραφή της αξίωσής της άρχεται την 1-1-2007 και μέχρι τον Ιανουάριο 2012 έχει παρέλθει η πενταετής παραγραφή της απαίτησης της ενάγουσας, η οποία είναι έμπορος, και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη (ορθότερο ελλείψει εννόμου συμφέροντος, εφόσον η ενάγουσα είχε τρέψει το αρχικώς καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό), εν όψει του ότι η νέα αγωγή νόμιμα ασκήθηκε το έτος 2014.
Με το να δεχθεί αυτά το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθότι δεν έλαβε υπόψη του παραδεκτό και νόμιμο προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) περί διακοπής παραγραφής της επίδικης απαίτησης, εν όψει του ότι ο ακριβής χρόνος της επίδοσης της πρώτης αγωγής δεν επηρεάζει την εφαρμογή του κανόνος δικαίου του άρθρου 263 ΑΚ, που απαιτεί την επανάσκηση της αγωγής μεταξύ των ίδιων διαδίκων για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η απαίτηση της ενάγουσας απορρέει από την σύμβαση έργου που είχε συνάψει με την εναγομένη, εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής για τυπικούς λόγους, και ότι η αρχικώς διακοπείσα παραγραφή θεωρείται ότι δεν διεκόπη αν δεν ασκηθεί νέα αγωγή εντός του ως άνω χρόνου, ενώ αν έχει λάβει χώρα τέτοιο γεγονός, όπως στην προκειμένη περίπτωση, και μάλιστα πριν από την τελεσιδικία της απορριπτικής της αγωγής απόφασης, η παραγραφή να θεωρείται διακοπείσα από την άσκηση της πρώτης αγωγής, λαμβανομένων υπόψη του ότι από την παράδοση του έργου (2006) μεσολάβησαν άλλες διαδικαστικές πράξεις, όπως η συζήτηση της πρώτης αγωγής και η έκδοση οριστικής απόφασης επί αυτής.
Ταύτα ανεξάρτητα από το ότι η ενάγουσα στην επίδικη αγωγή ζήτησε την επιδίκαση τόκων από την επίδοση της προηγούμενης από 30-11-2009 αγωγής με την οποίαν ζητούσε την καταβολή της αμοιβής της από την προαναφερθείσα σύμβαση έργου, (σε κάθε δε περίπτωση ο χρόνος της επίδοσης της αγωγής απέρρεε από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή επί του σχετικού δικογράφου (11-3-2010)που είχε προσκομιστεί από την αντίδικο της στην τότε δίκη).
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι βάσιμος. Ακολούθως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου αναίρεσης στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της τελευταίας, που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ), κατά αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2297/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ