261/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 261 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated261/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 261 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 261 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 261/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Φ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου και 2) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κανελλόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2644/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3327/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-9-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 12-2-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Κλαδογένη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της ανακοπής εκτελέσεως του αναιρεσείοντος, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά των αναιρεσίβλητων, με αίτημα την ακύρωση πλειστηριασμού ακινήτου, εκδόθηκε ερήμην αυτού η υπ’ αριθ. 2444/2011 απόφαση του ανωτέρω Ειρηνοδικείου που την απέρριψε. Μετά από έφεση του αναιρεσείοντος-ανακόπτοντος εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθ. 3327/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που, αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την ανακοπή ως προς όλους τους λόγους της. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα η απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα μόνον από το δικονομικό δίκαιο, δηλαδή εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής, εκτέλεσης, η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή αν ασκηθεί εντός προθεσμιών που η διάταξη αυτή καθορίζει ανάλογα με τον προβαλλόμενο λόγο και την προσβαλλόμενη πράξη εκτελέσεως. Οι προθεσμίες αυτές είναι δικονομικές, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η πάροδός τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας και η παράβασή τους ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 758/2014). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εξ αυτού ακυρότητα της εκτελέσεως. Αν μεν η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, συνιστά ουσιαστικό ελάττωμά του, με την επιδίωξη εκτελέσεως δια τίτλου τυπικώς μεν έγκυρου ο οποίος όμως επιτεύχθηκε αντίθετα προς το άρθρο 281 ΑΚ, ο δε σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1α του ΚΠολΔ. Αν η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτελέσεως, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β` του ΚΠολΔ, δηλαδή έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, η οποία, προκειμένου περί ικανοποιήσεως χρηματικών απαιτήσεων, είναι, κατά το άρθρο 934 παρ. 2 ΚΠολΔ, η σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (Ολ.ΑΠ 12/2009, ΑΠ 49/2005). Κατ’ εξαίρεση, εάν η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ αφορά ειδικά την ίδια την τελευταία ως άνω πράξη εκτελέσεως, δηλαδή τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση, η ανακοπή υπόκειται στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1γ ΚΠολΔ και γενικότερα στην εκάστοτε τασσόμενη προθεσμία για την προσβολή της συγκεκριμένης πράξεως της εκτελέσεως, η διενέργεια της οποίας προσβάλλεται ως καταχρηστική με βάση τα προβαλλόμενα, σε σχέση με αυτήν, πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1077/2015).
Εν προκειμένω, ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της ανακοπής του ισχυρίζεται ότι ο επισπευδόμενος από την πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα και σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του πλειστηριασμός, στην οποία αναδείχθηκε υπερθεματιστής ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, είναι άκυρος ως αντικείμενος στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκθέτει. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής ως απαράδεκτο διότι δεν ασκήθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1β` ΚΠολΔ, δηλαδή έως τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, την οποία κατά τις παραδοχές έκρινε εν προκειμένω εφαρμοστέα. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ προβάλλει την αιτίαση ότι, ενόψει του προβαλλόμενου λόγου και της πληττόμενης πράξεως εκτελέσεως, εφαρμοστέα ήταν η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1γ ΚΠολΔ και συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε κακή εφαρμογή νόμου. Όμως ως παραβιασθείσα φέρεται η διάταξη του άρθρου 934 ΚΠολΔ η οποία κατά τα προαναφερόμενα ορίζει προθεσμίες δικονομικές και η πάροδος αυτών συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας, η δε παραβίασή τους ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ωστόσο, ο Άρειος Πάγος δεν εμποδίζεται, εκτιμώντας το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, να υπαγάγει την προβαλλόμενη αιτίαση στην ορθή ως άνω διάταξη (ΑΠ 648/2011), πλην όμως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως και υπό την ορθή εκδοχή του είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί διότι κατά την εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, δεν προβλέπεται τέτοιος λόγος αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.
2.- Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) ...., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 17Α ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3994/2011, "στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους. Στην περίπτωση αυτή τα μονομελή πρωτοδικεία συγκροτούνται από πρόεδρο πρωτοδικών ή πρωτοδίκη με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία αυτού ως παρέδρου πρωτοδικείου και, σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν, από τον αρχαιότερο κατά διορισμό πρωτοδίκη". Περαιτέρω, το ζήτημα αν ένα τέτοιο δικαστήριο θα συγκροτηθεί από πρόεδρο πρωτοδικών ή από πρωτοδίκη με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία δυνάμενο να αναπληρωθεί, σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν, από τον αρχαιότερο κατά διορισμό πρωτοδίκη, είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου. Γι’ αυτό και δεν είναι αναγκαίο για την εγκυρότητα των πράξεων του συγκροτούντος το μονομελές πρωτοδικείο δικαστή να μνημονεύεται στην απόφασή του ότι ο δικαστής αυτός έχει τις ως άνω υπηρεσιακές προϋποθέσεις και προσόντα ή ότι η επιλογή έγινε από τον διευθύνοντα το δικαστήριο μεταξύ των περισσότερων που έχουν τις ίδιες προϋποθέσεις ή τέλος ότι -σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν- ορίσθηκε ο αρχαιότερος κατά διορισμό πρωτοδίκης. Άλλωστε και ο νόμος δεν αξιώνει την αναφορά αυτή (ΑΠ 1678/1998). Ούτε πάλι η μη αναφορά στην απόφαση ότι υπήρχε κώλυμα του προέδρου πρωτοδικών και γι’ αυτό ορίσθηκε πρωτοδίκης με πενταετή προϋπηρεσία κ.λπ. ή η μη αναγραφή της σχετικής πράξης του διευθύνοντος το δικαστήριο περί αναπληρώσεως αυτού συνεπάγεται κακή συγκρότηση του δικαστηρίου. Τέτοια κύρωση για την αιτία αυτή δεν απαγγέλλεται ούτε από άλλη διάταξη (ΑΠ 36/2006, ΑΠ 986/2006, ΑΠ 1678/1998). Τούτο δε, διότι εκ της συμμετοχής στη σύνθεση του μονομελούς πρωτοδικείου πρωτοδίκη τεκμαίρεται τόσο το κώλυμα των προέδρων πρωτοδικών (ΑΠ 1359/1984), όσο και η ύπαρξη στο πρόσωπο αυτού των προϋποθέσεων που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 1328/2011). Με βάση αυτά, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 2 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για μη νόμιμη συγκρότηση του Μονομελούς Πρωτοδικείου (ως Εφετείου), που εκδίκασε την υπόθεση και δημοσίευσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν βεβαιώνεται στο περιεχόμενό της ότι κωλύονταν οι πρόεδροι πρωτοδικών Αθηνών και ότι η πρωτοδίκης που συγκρότησε το δικαστήριο είχε τα από το νόμο προσόντα (πενταετή προϋπηρεσία), είναι απαράδεκτος.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, από τους οποίους η πρώτη κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Σεπτεμβρίου 2015 αίτηση του Σ. Φ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3327/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ