Legislator Case Law & Legislation
261/2016 AI generated

261/2016 · 261/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 261/2016
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 261 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 261/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη ΚατσιρÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 261/2016

Απόφαση 261 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 261/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Κ. Η. του Α., κατοίκου ..., 2)Μ. Ε. του Μ., κατοίκου ... και 3)Ν. Ν. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γρετσίστα, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...) με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Ζησιμάτο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι τη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3430/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 862/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 30/4/2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 24/11/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30/4/2015 αιτήσεως για αναίρεση της 862/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 669 ΑΚ η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού από τον εργοδότη δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, και επομένως άκυρη είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι’ αυτή κάποια αιτία, αφού, εν όψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι’ αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του, σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ. Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Ελέγχεται, όμως, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της συμβάσεως συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχειρήσεως, και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως, δηλαδή, επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητος και της δυνατότητας εξεύρεσης απ’ αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ’ αυτή (ΑΠ 13/2014, 1404/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α’ του ν 3198/1955, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη εφόσον καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 και 288 ΑΚ, προκύπτει ότι η ελλιπής από τον εργοδότη καταβολή της αποζημιώσεως που δικαιούται ο μισθωτός σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας εάν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως όταν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του εργοδότη ως προς την έκταση των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, βάσει των οποίων καθορίζεται το ύψος της αποζημίωσης. Ο περί συγγνωστής πλάνης πραγματικός ισχυρισμός θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας καταβολής ελλιπούς αποζημιώσεως (ΑΠ 1.691/2007, 94/2005). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1,3 και 5 του ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ορίζεται ότι: ‘ ‘ Κατά τη σύσταση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία εργασία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση). Η συμφωνία, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση’ ‘ (παρ.1). ‘ ‘ Οι έγγραφες ατομικές συμβάσεις των προηγουμένων παραγράφων πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα: α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση του εργοδότη, γ) το χρόνο της απασχόλησης, τον τρόπο κατανομής και τις περιόδους εργασίας, δ) τον τρόπο αμοιβής και ε) τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύμβασης...’ ‘ (παρ. 3). ‘ ‘ Η παροχή της συμφωνημένης εργασίας των μερικώς απασχολούμενων μισθωτών πρέπει να είναι συνεχόμενη και να παρέχεται μία φορά την ημέρα’ ‘ (παρ. 5). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την κατάρτιση της σύμβασης μερικής απασχόλησης απαιτείται κατά νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, η δε μη τήρηση αυτού συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σχετικής σύμβασης, οπότε η συμφωνία ισχύει ως τέτοια για πλήρη απασχόληση. Η εν λόγω ακυρότητα, η οποία, κατ’ άρθρο 159 ΑΚ, είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν θεραπεύεται και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της ελλείψεως του απαιτούμενου τύπου. Η τήρηση του έγγραφου τύπου, με το ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης που προβλέπεται στην παρ. 3 του ως άνω άρθρου 38 του ν. 1892/1990, αποβλέπει κατά το νόμο στην προστασία του συμφέροντος τόσο του εργαζόμενου όσο και του εργοδότη, γιατί ο έγγραφος τύπος καθιστά δυσχερέστερη και κατά συνέπεια συνειδητή και στους δύο συμβαλλόμενους την κατάρτιση της συμβάσεως με το περιεχόμενο που προβλέπει το άρθρο 38 παρ. 3 του ν. 1892/1990. Το ανωτέρω τεκμήριο αφορά μόνο στην περίπτωση μη έγκαιρης γνωστοποίησης της συμφωνίας αυτής στην Επιθεώρηση Εργασίας (ΑΠ 202/2015, 811/2012, 1583/2009), ο εργοδότης όμως μπορεί να ανταποδείξει ότι η σύμβαση εργασίας αφορά μερική και όχι πλήρη απασχόληση, γιατί το τεκμήριο που θεσπίζει το άρθρο 1 παρ. 2 είναι μαχητό. Στο ελάχιστο περιεχόμενο της σχετικής γραπτής ατομικής σύμβασης, που αφορά μερική απασχόληση, ανήκει η ρύθμιση του χρόνου εργασίας, του τρόπου κατανομής της εργασίας και των περιόδων εργασίας, καθώς και η ρύθμιση της αμοιβής. Ενώ η παροχή της εργασίας από τον μερικώς απασχολούμενο πρέπει να είναι συνεχόμενη και να γίνεται μία φορά την ημέρα. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει :α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014, 200/2013). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως ‘ ‘ πράγματα’ ‘ θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 14/2004, 3/1997, ΑΠ 13/2014, 439/2013). Επίσης, δεν αποτελούν ‘ ‘ πράγμα’ ‘ , κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 87/2013, 10/2008).

3. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους τέσσερις πρώτους λόγους αναίρεσης: Ότι η εναγομένη εταιρεία είχε αναλάβει δυνάμει της από 26-1-2000 συμβάσεως έργου την παροχή υπηρεσιών καθαρισμού στους σταθμούς της εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ...‘ ‘ (...) σε συνεργασία με τα αρμόδια στελέχη της τελευταίας. Ότι στα πλαίσια της συμβατικής της υποχρέωσης για προσφορά των άνω υπηρεσιών, η εναγομένη, όπως αποδεικνύεται από τις προσαγόμενες από αυτή με επίκληση έγγραφες συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης (καθώς και τα πρόσθετα αυτών συμφωνητικά), τις οποίες συνήψε με καθένα εκ των εναγόντων δια του νομίμου εκπροσώπου της :α) στις 18-10-2005 με το δεύτερο ενάγοντα (ήδη πρώτο αναιρεσείοντα), αλβανό υπήκοο, κάτοχο νόμιμης άδειας εργασίας, β)στις 23-2-2008 με την τέταρτη ενάγουσα (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα), αλβανίδα υπήκοο, κάτοχο νόμιμης άδειας εργασίας και γ) στις 10-4-2004 με την πέμπτη ενάγουσα (ήδη τρίτη αναιρεσείουσα), προσέλαβε αυτούς προκειμένου να εργασθούν, έναντι των εκάστοτε ισχυουσών, με βάση τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ, αμοιβών για τους εργαζόμενους σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας, ως καθαριστές στο έργο καθαρισμού των σταθμών του μετρό στην Αθήνα. Ότι οι συμβάσεις εργασίας των δευτέρου και πέμπτης των εναγόντων είχαν συμφωνηθεί αρχικά ως πλήρους απασχόλησης, στη συνέχεια όμως, με τα από 9-10-2006 πρόσθετα σύμφωνα, που κατατέθηκαν στο αρμόδιο τμήμα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, στις 24-10-2006, δηλαδή εντός της 15ήμερης προθεσμίας του άρθρου 2 του ν. 2639/1998, ορίσθηκε ότι αυτοί θα προσφέρουν την εργασία τους επί πέντε(5) ημέρες εβδομαδιαίως, κατά τις ώρες που θα ορίζονταν βάσει του προγράμματος της επιχείρησης της εναγομένης. Ότι οι έγγραφες συμβάσεις των λοιπών εναγόντων, μεταξύ των οποίων και της δεύτερης αναιρεσείουσας Μ. Ε., που κατατέθηκαν ομοίως στην Επιθεώρηση Εργασίας ως ανωτέρω, συμφωνήθηκαν εξαρχής ως μερικής απασχόλησης με προσφερόμενη πενθήμερη εργασία εβδομαδιαίως και, επομένως, αποδείχθηκε ότι πρόκειται για έγκυρες συμβάσεις μερικής απασχόλησης πενθήμερης εργασίας. Ότι η εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι ενάγοντες απασχολούντο επί έξι ημέρες εβδομαδιαίως και η παραδοχή αυτή δεν προσβάλλεται με λόγο έφεσης από την εναγομένη. Ότι ο ενάγων Η. Κ. απασχολείτο κατά τη νυχτερινή βάρδια, επί 7 ώρες ημερησίως, ήτοι από 23.00 έως 06.00, η ενάγουσα Ε. Μ. κατά την απογευματινή βάρδια, επί 7 ώρες και 40 λεπτά ημερησίως, ήτοι από τις 13.40 έως τις 21.20, και η ενάγουσα Ν. Ν., επίσης κατά την ίδια απογευματινή βάρδια, επί 7 ώρες και 40 λεπτά, με ωράριο κυλιόμενο, στο οποίο περιλαμβάνονταν και Κυριακές. σύμφωνα με το πρόγραμμα της εναγομένης σε διάφορους σταθμούς του μετρό. Ότι, από τα προσαγόμενα με επίκληση από την εναγομένη προγράμματα εργασίας της ενάγουσας Ν. Ν., που έχουν κατατεθεί στην Επιθεώρηση Εργασίας (ενώ για τους άλλους δύο ενάγοντες δεν προσκομίζονται τέτοια), αποδεικνύεται ότι μεσολαβούσε διάλειμμα 1 ώρας και 10 λεπτών, από 16.00 έως 17.10, και επομένως η συνολική ημερήσια απασχόληση αυτών ανέρχονταν σε έξι ώρες και 30 λεπτά. Ότι η κατά τον ανωτέρω τρόπο απασχόληση των εναγόντων διήρκεσε μέχρι τις 29-10-2010 για τον ενάγοντα Η. Κ., μέχρι τις 10-9-2010 για την ενάγουσα Μ. Ε. και μέχρι τις 17-9-2010 για την ενάγουσα Ν. Ν., που καταγγέλθηκαν από την εναγομένη οι συμβάσεις εργασίας τους. Δέχεται περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά το χρόνο καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ο καθένας απ’ αυτούς εδικαιούτο ως αποζημίωση απόλυσης τα ακόλουθα ποσά :α) ο δεύτερος ενάγων (Κ. Η.) το ποσό των 1.718,40 ευρώ, ήτοι 37,32 ευρώ το βασικό ημερομίσθιο + 2,24 ευρώ (επίδομα 6% λόγω προϋπηρεσίας 5 ετών και 11 ημερών) + 3,73 ευρώ επίδομα γάμου 10% + 1,87 ευρώ επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 5%= 45,16 ευρώ ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης χ 0,87 (που αντιστοιχεί στις 7 ώρες / 8 ώρες της ημερήσιας απασχόλησης) = 39,28 ευρώ + 25% προσαύξηση λόγω νυχτερινής εργασίας ) 49,10 ευρώ ως ημερομίσθιο και το ποσό των ( 49,10 ευρώ) + 1/6) 57,28 ευρώ χ30 ημερομίσθια = 1.718,40 ευρώ, β) Η τέταρτη ενάγουσα (Μ. Ε.) το ποσό των 690,90 ευρώ, ήτοι 37,32 ευρώ το βασικό ημερομίσθιο (με προϋπηρεσία 2 ετών, 6 μηνών και 20 ημερών) +3,73 ευρώ επίδομα γάμου 10% + 1,87 ευρώ επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 5% = 42,92 ευρώ ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης χ 0,92 (που αντιστοιχεί στις 7 ώρες και 40 λεπτά / 8 ώρες της ημερήσιας απασχόλησης) 39,48 ευρώ ως ημερομίσθιο και το ποσό των ( 39,48 ευρώ + 1/6) 46,06 ευρώ χ 15 ημερομίσθια 690,90 ευρώ και γ) Η πέμπτη ενάγουσα (Ν. Ν.) το ποσό των 1.343,40 ευρώ, ήτοι 37,32 ευρώ το βασικό ημερομίσθιο + 4,48 ευρώ επίδομα 6% λόγω προϋπηρεσίας 6 ετών, 5 μηνών και 7 ημερών + 3,73 ευρώ επίδομα γάμου 10% + 1,87 ευρώ επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 5% = 47,40 ευρώ ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης χ 0,81 (που αντιστοιχεί στις 6 ώρες και 30 λεπτά / 8 ώρες της πλήρους ημερήσιας απασχόλησης) = 38,39 ευρώ ως ημερομίσθιο και το ποσό των (38,39 ευρώ + 1/6) = 44,78 ευρώ χ 30 ημερομίσθια = 1.343,40 ευρώ. Ότι αυτοί εδικαιούντο την προκύπτουσα διαφορά, μετά την προσφερθείσα από την εναγομένη αποζημίωση απόλυσης, η οποία διαφορά ανέρχεται για τον Κ. Η. στο ποσό των 616,40 ευρώ (1718,40-1102= 616,40), για την Μ. Ε. στο ποσό των 153,60 ευρώ (690,90-537,30= 153,60) και για την Ν. Ν. στο ποσό των 214,40 ευρώ (1343,40-1129=214,40). Αποδείχθηκε, όμως, ότι η εναγομένη, κατά την ημέρα της καταγγελίας, εξέδωσε και παρέδωσε στον ενάγοντα Κ. Η. την ... επιταγή της τράπεζας ‘ ‘ GENIKI BANK’ ‘ , ποσού 4.000 ευρώ, την οποία ο τελευταίος εισέπραξε έναντι απαιτήσεων που είχε κατά της εναγομένης, οι οποίες, σύμφωνα με την από 24-10-2010 απόδειξη, ήταν οι εξής :1) για δεδουλευμένες αποδοχές 841,37 ευρώ, 2) για αποζημίωση αδείας 2010, 384,30 ευρώ και 3) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2010, 609,72 ευρώ, με ταυτόχρονη δήλωση αυτού ότι έχει εξοφληθεί πλήρως, ενώ ως αποζημίωση απόλυσης έλαβε 1.101,90 ευρώ. Ως εκ τούτου η διαφορά που προκύπτει, των 2.164,61 ευρώ (4.000-1835,39), που δεν καταλογίζεται σε άλλες οφειλές, υπερκαλύπτει το ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης των 1.718,40 ευρώ και επομένως δεν οφείλεται στον ενάγοντα Κ. Η. κάποιο ποσό για την αιτία αυτή. Ότι στην ενάγουσα Ε. Μ. παρέδωσε η εναγομένη την ... επιταγή της ίδιας πιο πάνω τράπεζας, ποσού 2.300 ευρώ, σε διαταγή αυτής, την οποία αυτή εισέπραξε έναντι των παρακάτω απαιτήσεών της :1) για δεδουλευμένες αποδοχές Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2010, 733,36 και 215,91 ευρώ αντίστοιχα, 2) για επίδομα αδείας 2010, 321,48 ευρώ και 3) για αποζημίωση αδείας 2010, 30,70 ευρώ και συνολικά 1.647,65 ευρώ, ενώ ως αποζημίωση απόλυσης έλαβε τη διαφορά των 652,35 ευρώ (2.300-1647,65). Επομένως, υπολείπεται ποσό 153,60 ευρώ για συμπλήρωση της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης των 690,90 ευρώ. Ότι, επίσης, στην ενάγουσα Ν. Ν. οφείλεται το ποσό των 214,40 ευρώ για την ίδια αιτία. Ότι η μη καταβολή του ως άνω ποσού αποζημίωσης απόλυσης στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν συνεπάγεται στην προκείμενη περίπτωση την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αυτών, καθόσον κρίνεται, κατά την καλή πίστη, δικαιολογημένη, μη οφειλόμενη (η ελλιπής καταβολή) σε κακουβουλία της εναγομένης, αλλά σε συγγνωστή πλάνη αυτής ως προς την έκταση των τακτικών αποδοχών τους, με βάσει τις οποίες έπρεπε να υπολογισθεί αυτή. Μετά τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των εναγόντων, με την οποία ζητούσαν την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος που προέβη στον προαναφερόμενο υπολογισμό του ύψους της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης και κατά το μέρος που έκρινε ορισμένη την ένσταση εξοφλήσεως που πρότεινε η εναγομένη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου των αξιώσεών τους από την αποζημίωση απόλυσης και την εξαιτίας της ελλιπούς καταβολής αυτής ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος τους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή του άρθρου 38 παρ. 3 του ν. 1.892/1990, καθώς, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έκρινε ως αποδειχθέντα στον κανόνα αυτό, εσφαλμένα έκρινε ότι αυτοί είχαν συνάψει με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εργοδότρια έγκυρες συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης αορίστου χρόνου, εργαζόμενοι δήθεν έξι ώρες και τριάντα λεπτά της ώρας κάθε ημέρα, εφόσον δεν προσδιόριζαν οι συμβάσεις αυτές το ωράριο απασχόλησής τους. Με το δεύτερο σκέλος των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτά από την αναιρεσίβλητη, η οποία για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου προέβαλε τον ουσιώδη ισχυρισμό ότι είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα έγγραφα που προσκόμισε για πρώτη φορά στο Εφετείο η αναιρεσίβλητη. Όμως το Εφετείο ορθά εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη ουσιαστικού δικαίου, εφόσον στο περιεχόμενο των συμβάσεων μερικής απασχόλησης, που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων, περιλαμβάνονται τα αναγκαία στοιχεία, μεταξύ των οποίων και ο χρόνος απασχόλησης, ο τρόπος κατανομής της εργασίας και οι περίοδοι εργασίας. Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση των από 30-3-2011 προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτή επικαλέσθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι οι συμβάσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ήταν συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης (σελ. 5) και δεν επικαλέσθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος, όμως, σε κάθε περίπτωση αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ‘ ‘ πράγμα’ ‘ , κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ούτε, άλλωστε, ιδρύεται ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος από την παράτυπη λήψη υπόψη αποδεικτικού εγγράφου, διότι δεν αποτελεί πράγμα η επίκληση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του. Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ο μεν πρώτος ως αβάσιμος, ο δε δεύτερος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι έχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την παραδοχή της αόριστης ένστασης εξόφλησης των αποζημιώσεων απόλυσης, που πρότεινε η εναγομένη- αναιρεσίβλητη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως ορισμένη. Ειδικότερα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι η εναγομένη προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης των αποζημιώσεων απόλυσης των αναιρεσειόντων, για τη θεμελίωση της οποίας επικαλέσθηκε τα ακόλουθα: ‘ ‘ Ως αποζημίωση απόλυσης καταβλήθηκαν τα παρακάτω ποσά: στο δεύτερο ενάγοντα (Κ.) ποσό 1.101,90 ευρώ, στην τέταρτη ενάγουσα (Μ.) ποσό 537,30 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα (Ν.) ποσό 1.129,20 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσαγόμενες βεβαιώσεις αποζημίωσης, τις οποίες υπέγραψαν χωρίς επιφύλαξη καθένας εξ αυτών, πλην της πέμπτης ... Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμη και αν κριθεί ότι νόμιμη αποζημίωση είναι η αναφερόμενη στην αγωγή τους, προβάλλω την ένσταση ότι έχω εξοφλήσει πλήρως την αποζημίωση των εναγόντων, πλην της πέμπτης και έκτης αυτών, με τη μεταβίβαση κατά την ημέρα της απόλυσής τους και είσπραξη από αυτούς των κάτωθι επιταγών ... στο δεύτερο ενάγοντα (Κ.) την υπ’ αριθμ. ... επιταγή ποσού 4.000 ευρώ και στην τέταρτη ενάγουσα (Μ.) την υπ’ αριθμ. ... επιταγή ποσού 2.3000 ευρώ...’ ‘ . Ότι η ένσταση αυτή, που έγινε δεκτή από το πρωτόδικο δικαστήριο, ήταν αόριστη, και με τον τρίτο λόγο της εφέσεως που άσκησαν κατά της πρωτόδικης απόφασης ζήτησαν την απόρριψή της ως τέτοιας. ‘ Οτι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη είχε προβάλλει ‘ ‘ ισχυρισμό’ ‘ επί του θέματος αυτού, τον οποίο έκρινε βάσιμο άνευ αιτιολογίας ως προς το ορισμένο αυτού και γενικά άνευ αιτιολογίας απέρριψε, σιωπηρά, τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, με αποτέλεσμα να κρίνει εσφαλμένα ως επαρκή την αποζημίωση καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο και μάλιστα ενάριθμα ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν εξειδικεύονται, όσον αφορά την αιτίαση για ελλειπή αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που θα έπρεπε να περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους αναιρεσείοντες. 4. Σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας των μισθωτών, την οποία καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ.1 του προϊσχύσαντος ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας", σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ και επανέλαβε η διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις’ ‘ , οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των τυχόν δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ). Και τούτο, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια υποχρεωτικής προστασίας, έτσι ώστε με τις ατομικές συμβάσεις να απαγορεύεται μεν η δυσμενέστερη ρύθμιση των ίδιων ζητημάτων, να επιτρέπεται, όμως, η βελτίωση της προστασίας αυτής. Από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, κανονισμού, ατομικής συμβάσεως) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση (πρβλ. και άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990, όσον αφορά τη σχέση ΣΣΕ και νόμων). Στην περίπτωση αυτή η ρύθμιση της ασθενέστερης πηγής μπορεί να αποκλίνει από τη ρύθμιση της ισχυρότερης, μόνο, όμως, προς το συμφέρον των εργαζομένων. Εν τούτοις, για την εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά το συσχετισμό μιας ΣΣΕ ή άλλης πηγής κανόνων που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση και μιας ατομικής συμβάσεως ή, γενικότερα, κατά τον συσχετισμό των διαφόρων κανονιστικών πηγών μεταξύ τους, τα σύνολα των όρων που ρυθμίζουν τις αποδοχές συγκρίνονται ως ενότητα. Υπό την έννοια αυτή, αν δεν υπάρχει αντίθετη, ειδική ρύθμιση, προκειμένου να εξευρεθούν και να θεωρηθούν εφαρμοστέοι οι ευνοϊκότεροι κανόνες, δεν είναι δυνατή η επιλογή ορισμένων όρων αποδοχών από μία πηγή και ορισμένων από άλλη, διότι δεν επιτρέπεται η σύγχρονη εφαρμογή περισσοτέρων κανονιστικών πηγών, αλλά πρέπει να αναζητηθεί η πηγή που περιέχει τους ευνοϊκότερους όρους ως σύνολο, για το ζήτημα των αποδοχών των εργαζομένων. Ειδικά, όσον αφορά στη συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ, αυτό αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990 (Ολ ΑΠ 26/2007, ΑΠ 228/2014, 56/2012, 809/2008). Περαιτέρω, οι ΣΣΕ ή ΔΑ (πλην των εθνικών γενικών) δεσμεύουν κατ’ αρχήν τους εργοδότες και εργαζόμενους που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων (άρθρο 8 παρ. 2 και 3 του ν. 1876/1990). Ο Υπουργός Εργασίας, όμως, μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ ή ΔΑ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος (άρθρο 11 παρ. 2 του ν 1876/1990). Τότε η ΣΣΕ ή ΔΑ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζόμενους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (Ολ ΑΠ 2/2002, ΑΠ 56/2012). Εξάλλου, δυνάμει της ΔΑ 11/2008 ‘ ‘ όροι αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας’ ‘ , που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 51.871/2440/ 2008 (ΦΕΚ Β 1448/23-7-2008), το βασικό ημερομίσθιο, όπως είχε διαμορφωθεί στις 31-12-2007, αυξήθηκε από 1-1-2008 κατά ποσοστό 3,5% και από 1-9-2008, όπως είχε διαμορφωθεί στις 31-8-2008, κατά ποσοστό 3,5%. Περαιτέρω, με τη ΔΑ 51/2010 ‘ ‘ Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας’ ‘ , η οποία δεν κηρύχθηκε γενικά υποχρεωτική και η οποία, κατά το άρθρο 9 αυτής, ισχύει για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-12-2010, ορίζεται, στο άρθρο 3, ότι ‘ ‘ Οι βασικοί μισθοί και τα βασικά ημερομίσθια των υπαγομένων στην παρούσα διαιτητική απόφαση, όπως είχαν κατά περίπτωση διαμορφωθεί την 31-12-2009, με βάση τη ΔΑ 11/2008, εξακολουθούν να καταβάλλονται και κατά την ετήσια διάρκεια της ρύθμισης αυτής’ ‘ , ενώ στο άρθρο 7 ότι ‘ ‘ Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν όλοι οι όροι της 11/2008 ΔΑ, καθώς και των προηγούμενων ομοίων συλλογικών ρυθμίσεων, εφόσον δεν τροποποιούνται με την παρούσα’ ‘ . Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 680 ΑΚ και 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, καθόσον δεν εφάρμοσε, όπως ήταν υποχρεωμένο, για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης την ευνοϊκότερη ρύθμιση γι’ αυτούς, που περιλαμβάνεται στη ΔΑ 51/2010, η οποία είχε αναδρομική εφαρμογή από 1-1-2010 και έπρεπε να εφαρμοσθεί, και αντ’ αυτής εφάρμοσε τη ΔΑ 11/2008, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν ελλιπής η καταβληθείσα σ’ αυτούς αποζημίωση απόλυσης και η απόλυσή τους ήταν έγκυρη. Το Εφετείο πράγματι εφάρμοσε τη ΔΑ 11/2008, η οποία είχε λήξει ήδη από 1-8-2008, μετά την πάροδο εξαμήνου από την καταγγελία της (1-2-2008) από μέρους της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος (ΟΙΥΕ), για τον υπολογισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, η οποία, όμως, ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον η ΔΑ 51/2010, που δεν είχε κηρυχθεί αρμοδίως γενικά υποχρεωτική, παρέπεμπε ρητά στις διατάξεις αυτής και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει παραδοχή ότι οι διάδικοι ήταν μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Άλλωστε, η ΔΑ 51/2010 δεν περιέχει ευνοϊκότερες ρυθμίσεις ως προς τους εργαζόμενους, όπως προκύπτει από τα άρθρα 3 και 7 αυτής. Επομένως, με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δη του άρθρου 680 ΑΚ, του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990 και τους κανονιστικούς όρους της ΔΑ 11/2008, ως προς την εφαρμογή των οποίων, κατά τα προαναφερθέντα, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

6. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε και τα παρακάτω κρίσιμα για την έρευνα του πέμπτου και τελευταίου λόγου αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: Ότι από την από 31-3-2011 κατάσταση απολυθέντων των μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2010, που έχει καταρτισθεί βάσει των τηρούμενων από την εναγομένη στοιχείων, κατά το ανωτέρω διάστημα η τελευταία κατήγγειλε 32 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων στους σταθμούς της ‘ ‘ ...‘ ‘ , μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, σε σύνολο 2.000 και πλέον εργαζομένων σε αυτή. Ότι, ειδικότερα, η άνω εταιρεία, με το από 27-7-2010 και με αρ. πρωτ. 13.661 έγγραφό της προς την εναγομένη, επικαλούμενη τις ειδικές οικονομικές συνθήκες και την ανάγκη μείωσης του κόστους των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, ζήτησε, κατ’ εφαρμογή του όρου 12 της μεταξύ τους σύμβασης, τον περιορισμό των δαπανών καθαρισμού των 28 σταθμών, οπότε η εναγομένη, συμμορφούμενη προς το ανωτέρω αίτημα, προέβη σε μειώσεις του προσωπικού καθαριότητας κατά 54,5 άτομα συνολικά σε τρείς φάσεις συνολικής διάρκειας τριών μηνών, με κατά μήνα μείωση κατά 33, 3%, ήτοι μεσοσταθμικά 18,17 άτομα, με ελάχιστο γενικό σύνολο 279,57 εργαζομένων. Έτσι, όπως αποδεικνύεται από την ανωτέρω κατάσταση, κατήγγειλε η εναγομένη κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2010 δεκαεπτά (17) συμβάσεις εργασίας εργαζομένων στους σταθμούς της ... και τρεις (3) συμβάσεις σε άλλες υπηρεσίες και δεκαπέντε (15) συμβάσεις κατά το μήνα Οκτώβριο 2010, καθώς και τέσσερις (4) ακόμη σε άλλες υπηρεσίες. Ότι τα ανωτέρω γεγονότα δεν αμφισβητήθηκαν ειδικά από τους ενάγοντες. Ότι, συνεπώς, δεν πρόκειται για ομαδικές απολύσεις, αφού οι κατά μήνα απολυθέντες δεν συμπληρώνουν τον αριθμό των 30 εργαζομένων, που απαιτείται από το άρθρο 74 του ν. 3863/2010 για την εναγομένη και κατ’ ακολουθία τούτου δεν ήταν υποχρεωμένη να τηρήσει τις οριζόμενες για τις ομαδικές απολύσεις διαδικασίες διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων. Ότι, περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προέβη στις εν λόγω απολύσεις κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της, αλλά αντίθετα προκύπτει ότι προέβη στις παραπάνω απολύσεις με σκοπό τη μείωση του κόστους των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών καθαρισμού των σταθμών του μετρό, μετά από αίτημα της ‘ ‘ ...‘ ‘ , μειώνοντας συγχρόνως την κατανομή του προσωπικού της. Ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία των ενδίκων συμβάσεων θα μπορούσε να αποτραπεί με τη λήψη ηπιότερων μέτρων ή με την ένταξη των εναγόντων σε άλλο έργο της εναγομένης, γεγονός που, σε κάθε περίπτωση, δεν επικαλούνται οι ενάγοντες με την αγωγή τους. Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι οι ενάγοντες, που φέρουν και το βάρος αποδείξεως, δεν απέδειξαν ότι η εναγομένη προέβη στην απόλυσή τους χωρίς να εφαρμόσει κοινωνικά και υπηρεσιακά κριτήρια, χωρίς, δηλαδή, να λάβει υπόψη τις οικογενειακές υποχρεώσεις και τα έτη προϋπηρεσίας των εργαζομένων, ούτε εξέθεσαν συγκεκριμένα υπηρεσιακά και κοινωνικά δεδομένα άλλων συναδέλφων τους, που παρέμειναν εργαζόμενοι στην εναγομένη, για τους οποίους οι συνέπειες της απόλυσής τους θα ήταν λιγότερο επαχθείς σε σχέση με τις εις βάρος τους επελθούσες. Δεν αποδείχθηκε, επομένως, κανένας βάσιμος λόγος, ο οποίος να καθιστά καταχρηστική την απόλυση αυτών. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι απολύσεις έγιναν για λόγους που εξυπηρετούν ανάγκες περιορισμού δαπανών με μείωση του προσωπικού, στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, χωρίς να προκύπτει ιδιοτελής ή παράνομη συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης. Ότι οι ενάγοντες δεν αποδεικνύουν ούτε αναφέρονται σε συγκεκριμένα έργα, που η εναγομένη είχε αναλάβει κατά το χρόνο της απόλυσής τους, στα οποία θα μπορούσαν να απορροφηθούν έναντι άλλων συναδέλφων τους με λιγότερα οικογενειακά βάρη και μικρότερη προϋπηρεσία. Και, τέλος, ότι με το δεύτερο λόγο έφεσης οι ενάγοντες επιχειρούν επίκληση νέων ισχυρισμών, διατεινόμενοι ότι η εναγομένη είχε την ευχέρεια να μειώσει το συνολικό χρόνο απασχόλησης και κατά συνέπεια και των αποδοχών, υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας, ώστε να μην προέβαινε σε καμία απόλυση, προβάλλεται το πρώτον απαραδέκτως και κατατείνει σε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το δεύτερο λόγο της έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο παραπονούντο για την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής τους (καταχρηστικότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους) από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αφού εξέθεσε με σαφήνεια ότι η εναγομένη δεν παραβίασε τα αντικειμενικά κριτήρια, κοινωνικά και υπηρεσιακά, κατά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, η μη τήρηση των οποίων θα συνιστούσε προφανή υπέρβαση των ορίων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

7. Μετά από όλα αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξαδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-4-2015 αίτηση των Κ. Η., Μ. Ε. και Ν. Ν. για αναίρεση της 862/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ