Legislator Case Law & Legislation
261/2015 AI generated

261/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 261/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

261/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 240 εδ.α Κ.Πολ.Δ. για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως που τους περιέχουν. Η ρύθμιση αυτή αφορά τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις, όχι δε και σε εκείνους που περιέχονται στην αγωγή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 261 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 261/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λαγουδάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Φ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Carsten Niemer.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 149/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2009 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατικής έδρας Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-11-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 2-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 240 εδ.α Κ.Πολ.Δ. για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως που τους περιέχουν. Η ρύθμιση αυτή αφορά τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις, όχι δε και σε εκείνους που περιέχονται στην αγωγή.

Συνεπώς, για τη λήψη υπόψη των αγωγικών ισχυρισμών από το εφετείο, δεν είναι αναγκαίο να επαναφέρονται οι ισχυρισμοί αυτοί κατά τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα διάταξη (Α.Π.947/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.8α Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τους θεμελιωτικούς της αγωγής ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης αν και η τελευταία δεν τους επανέφερε νομίμως ενώπιον του εφετείου, ήτοι σε σύντομη περίληψη και με αναφορά στις σελίδες των υποβληθεισών πρωτοδίκως προτάσεών της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η διάταξη του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ. με την οποία ρυθμίζεται ο τρόπος της επαναφοράς των ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενες συζητήσεις δεν έχει εφαρμογή στους αγωγικούς ισχυρισμούς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι κατά τον προσδιορισμό του ποσού της επιδικαστέας σε περίπτωση αδικοπραξίας χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που οι διάδικοι έθεσαν υπόψη του, ήτοι το βαθμό πταίσματος του υποχρέου, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, την ηλικία του δικαιούχου και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ενώ συνεκτιμάται και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου.

Οι πιο πάνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και δεν αποτελούν ιδιαίτερα και αυτοτελή στοιχεία των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας αλλά το δικαστήριο αποφασίζει γι' αυτά με μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο ελεύθερη κρίση (Α.Π.284/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι στερείται νομίμου βάσεως διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι, ενώ σ' αυτήν περιέχεται η παραδοχή ότι το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως υπολογίσθηκε λαμβανομένων υπόψη "του είδους της προσβολής, της έκτασης της βλάβης, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου και της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών", εν τούτοις δεν αναφέρεται ποια είναι η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, ήτοι δεν προσδιορίζονται σαφώς τα εισοδήματα και τα περιουσιακά στοιχεία αμφοτέρων, τα οποία ελήφθησαν υπόψη προς τούτο.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, τα πιο πάνω δεν αποτελούν ιδιαίτερα και αυτοτελή στοιχεία των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως με την οποία επιδικάζεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ.δ του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι: α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.Α.Π.6/2009, Ολ.Α.Π.43/2005).

Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, μπορεί να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος) είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. Α.Κ.) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 Α.Κ. ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ.1 εδ.δ του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά αποτελέσματα σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 Α.Κ.

προσδιορισμό αυτής (Ολ.Α.Π.6/2009). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.1α Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι με την επιδίκαση στην αναιρεσείουσα του ποσού των 20.000 ευρώ ως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης για τις επικαλούμενες από αυτήν πράξεις προσβολής της προσωπικότητάς της από τον ίδιο, αντί του πράγματι επιδικαστέου ποσού των 3.000 ευρώ, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας που καθιερώνεται με το άρθρο 25 του Συντάγματος.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέντα η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως δεν ελέγχεται αναιρετικά για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 25 παρ.1 εδ.δ του Συντάγματος.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (η οποία κατέθεσε προτάσεις), σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου ποσού 300 ευρώ που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 του ίδιου νόμου, από 2-4-2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Νοεμβρίου 2013 αίτηση του Ε. Ν. για αναίρεση της 142/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (μεταβατικής έδρας Χαλκίδας).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 10 Μαρτίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ