Legislator Case Law & Legislation
261/2014 AI generated

261/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 261/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 261 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 261/2014

Legislator headnote

AI generated

261/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 261 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 261/2014

Keywords

AI generated
residence and work permit work permit decisions entitlement to vocational retraining posted workers detachment unauthorized employment dependent contract worker
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 261 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 261/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ", που εδρεύει στην Πετρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπάρα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Γ., 2) Α. Κ., 3) Σ. Λ., 4) Π. Μ., 5) Χ. Μ., 6) Ε. Ν., 7) Σ. Π., 8) Ε. Π., 9) Μ. Π., 10) Σ. Σ., 11) Π. Τ. και 12) Π. Φ., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην της 6ης Ε. Ν., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6110/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-12-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 4-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε: α) Την απόρριψη της ένδικης αίτησης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά της 6ης των αναιρεσιβλήτων, β) καθόσον αφορά τους λοιπούς, την απόρριψη όλων των λόγων της, για αναίρεση της 6110/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556, 558 και 566 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αναίρεση παραδεκτά απευθύνεται κατ' εκείνων μόνο των διαδίκων, έναντι των οποίων ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (παραδεκτώς επισκοπούμενη), η ένδικη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε αυτή, ως προς την 6η ενάγουσα - 6η αναιρεσίβλητη, απορρίφθηκε πρωτοδίκως, κατ' ουσία. Επί ασκηθεισών δε αντιθέτων εφέσεων, η μεν έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, ως προς την ίδια διάδικο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος, η δε έφεση των εναγόντων απορρίφθηκε κατ' ουσία. Συνακόλουθα, η ένδικη αίτηση για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά της ίδιας 6ης αναιρεσίβλητης - 6ης ενάγουσας Ν. Ε., είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ) ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος προς άσκηση αυτής, αφού, ως προς αυτήν δεν ηττήθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 ίδιου Κώδικα, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά το νόμο της αγωγής. Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα. Η ποσοτική δε ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου 559 του αυτού ΚΠολΔ, ενώ οι δικονομικές της ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της ελέγχονται κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ίδιου Κώδικα. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους στο άρθρο αυτό αναιρετικούς λόγους, οι οποίοι αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθ. 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως μερικοί δεν ταυτίζονται απολύτως. Η απαρίθμηση των προαναφερομένων λόγων αναιρέσεως είναι περιοριστική και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των ως άνω αποφάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται η ρηθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με την οποία, κατά παραδοχή έφεσης του εναγομένου Δήμου και μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή των λοιπών (πλην της 6ης) εφεσιβλήτων - εναγόντων για επιδόματα εορτών και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει σε καθένα απ' αυτούς το χρηματικό ποσό των 3.932,31 ευρώ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι μ' αυτήν, καθόσον αφορά την προβληθείσα από τον εναγόμενο Δήμο ένσταση αοριστίας του αγωγικού δικογράφου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "...Η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχεται επαρκής έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πληρότητα του δικογράφου της, καθόσον προσδιορίζονται η εργασιακή σχέση, ο χρόνος πρόσληψης για έκαστο των εναγόντων, οι συμφωνημένες και καταβληθείσες αποδοχές τους, οι ημέρες και το ωράριο απασχόλησης, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο της εφέσεως του εναγομένου Δήμου ελέγχονται αβάσιμα και απορριπτέα". Ο αναιρεσείων Δήμος, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, αιτιάται ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την ως άνω παραδοχή του, εσφαλμένα δέχθηκε ως ορισμένη την αγωγή, διότι: Στην προκειμένη περίπτωση "οι ενάγοντες δεν αναφέρουν τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει το δικαίωμά τους και συγκεκριμένα δεν αναφέρουν ούτε πότε (ημερομηνία) καταρτίσθηκαν τα επίδικα συμφωνητικά... ούτε που υπεγράφησαν οι συμβάσεις τους, δεν αναφέρουν την απόφαση του ΑΣΕΠ, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι υπάγονται στις διατάξεις του... άνω νόμου". Οι εν λόγω αιτιάσεις, αναγόμενες σε ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, ιδρύουν μεν, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση (ελλείψει επικλήσεως συγκεκριμένης παραβιάσεως εκ του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.), λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, που δεν διαλαμβάνεται όμως στους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 560 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους, για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, ως εν προκειμένω και συνακόλουθα ο πρώτος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α` και Β` βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α` και γ` της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ. α` αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β` αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα` στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθ. 1 ν. 3812/2009 που δεν καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2527/1997, για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζονται ο αριθμός των προσώπων, που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο, που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα, που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του, ενώ σύμβαση μίσθωσης έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ` ολοκληρίαν άκυρη, απαγορευομένης της ανανέωσης ή παράτασης της σύμβασης μίσθωσης έργου κ.λπ. Τέλος, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο. Αντίθετα επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 18/2006), ενώ από τις παραπάνω διατάξεις και δη του άρθ. 6 ν. 2527/1997, που ρυθμίζει συγκεκριμένα τους όρους και τις προϋποθέσεις έγκυρης σύναψης σύμβασης έργου από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι Δήμοι, ουδόλως συνάγεται απαγόρευση σύναψης από τα πρόσωπα αυτά, στις ειδικά προβλεπόμενες από το νόμο ως άνω περιπτώσεις, σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου (ΑΠ 1679/ 2011, 805/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, κρίνοντας, ύστερα από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, καθώς και κατά της μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ", με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε περαιτέρω, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Ότι με την ΥΑ 34100/1999 (ΦΕΚ Β'2131/1999), που εκδόθηκε μετά την 2701/1999 απόφαση του ΔΣ του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ` εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθ. 20 παρ. 1 και 15 ν. 2639/1998 καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στην φύλαξη σχολείων, διάρκειας 24 μηνών διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης 11 μηνών, με αντικείμενο θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και την τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, θα γινόταν από τον Ο.Α.Ε.Δ., και της δεύτερης 13 μηνών, µε αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, θα γινόταν από το ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α. με δικαιούχους του προγράμματος τους πρωτοβάθμιους ΟΤΑ... Στην ίδια Υπουργική Απόφαση ορίστηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: α) το πρόγραµµα θα υλοποιηθεί µε τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήµων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕ.Δ.ΚΕ.) και της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α.), οι οποίοι θα συµβληθούν µε προγραμματική σύµβαση, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος, αφενός για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία µε πιθανότητα μόνιµης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινόχρηστων χώρων στους ΟΤΑ, στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος όπως αυτού της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών (άρθρο 5), β) το αντικείμενο του έργου, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους ΟΤΑ και επιλογή των ΟΤΑ, που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, γ) ότι ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος ανατίθεται στην επιτροπή παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερομένων εμπλεκομένων φορέων, η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια, η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτού καθώς και δ) οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα καθενός από τους συνεργαζόμενους φορείς, για την υλοποίηση του έργου, και ειδικότερα της ΕΕΤΑΑ και των ΟΤΑ, οι οποίοι εκτός των κοινών με τους λοιπούς φορείς αρμοδιοτήτων, δηλαδή παρακολούθηση του έργου και συμμετοχή στην Επιτροπή... επέληφθησαν η μεν ΕΕΤΑΑ της οικονομικής διαχείρισης του προγράμματος, της εκπαίδευσης των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, της δημιουργίας και εφαρμογής πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και έγκαιρης λήψης διορθωτικών αποφάσεων, της παροχής τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, της παραγωγής υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, της παρακολούθησης των υποχρεώσεων των φυλάκων, της διοργάνωσης ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοσης τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου, οι δε ΟΤΑ της υποστήριξης για το σχεδιασμό του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας φύλαξης σχολικών κτιρίων. Ότι στο πλαίσιο της ως άνω ΥΑ καταρτίσθηκαν οι προβλεπόμενες απ' αυτήν προγραμματικές συμβάσεις από 9-12-1999 και 5-1-2000 τροποποιητική αυτής και στη συνέχεια η από 16-7-2003, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της ΕΕΤΑΑ, για την υλοποίηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και απασχόλησης 3.300 ανέργων για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων, εκπονήθηκε δε από τους ως άνω φορείς "κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων" στο οποίο μεταξύ άλλων όρισαν ότι: α) Στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος και ότι η επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου και τη λήψη αποφάσεων εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συμβάσεις για την εύρυθμη και άρτια υλοποίησή του και την επίλυση τυχόν προβλημάτων που θα ανακύψουν από τη διαδικασία αυτή (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου) και β) τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι Ο.Τ.Α. πρέπει να είναι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η α` βάρδια θα διαρκεί από 07.00' έως 15.00', η β' βάρδια από 15.00` έως 23.00' και η γ' βάρδια από 23.00' έως 07.00' και ότι κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο Ο.Τ.Α. Προβλέφθηκε, επίσης, όπως και στην άνω ΥΑ, το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο ημέρες το μήνα. Στη συνέχεια, αφού έγινε η επιλογή των 145 δικαιούχων ΟΤΑ, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο εναγόμενος (σημ: εδώ αναιρεσείων) Δήμος... και των δικαιούχων ανέργων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες, καταρτίσθηκαν μεταξύ της ΕΕΤΑΑ και του Δήμου Πετρούπολης αφενός και των 1ης, 3ης, 4ου, 5ου,... 7ου, 8ης, 9ου, 10ου, 11ου και 12ης των εναγόντων την 5-2-2001 και της 2ης των εναγόντων την 1-3-2001 αφετέρου, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις του ως άνω "κανονιστικού πλαισίου" τα με τις ίδιες ημερομηνίες "συμφωνητικά συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων", συνολικής διάρκειας έντεκα μηνών, σύμφωνα με τα οποία (α) οι ενάγοντες - φύλακες ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθούν το ανωτέρω πρόγραμμα το οποίο περιλάμβανε επιμορφωτική συνάντηση για ζητήματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και καθηκόντων των ασκουμένων φυλάκων και αντίστοιχη απόκτηση εργασιακής εμπειρίας σε σχολικά κτίρια που θα επιλέξει ο εναγόμενος Δήμος, συνολικής διάρκειας 11 μηνών, (β) εργασιακή εμπειρία στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, απασχολούμενοι ως φύλακες σε καθημερινή βάση, αργίες και Σαββατοκύριακα, σε τρείς βάρδιες... διάρκειας 8 ωρών/βάρδια, για 22 ημέρες το μήνα... η πρώτη από 07.00' έως 15.00', η δεύτερη από 15.00' έως 23.00' και η τρίτη από 23.00' έως 07.00' (της επομένης)... Ο εναγόμενος Δήμος ανέλαβε, μεταξύ άλλων, να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων και να κατανείμει τους ασκούμενους σ` αυτά, να προμηθευθεί τον απαραίτητο εξοπλισμό, να διενεργεί τακτικούς ελέγχους προς διαπίστωση της παρουσίας των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες της βάρδιας, να ορίσει για την αρτιότερη υλοποίηση του προγράμματος ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού, το οποίο είναι υπεύθυνο για το συντονισμό και την οργάνωση των προγραμματισμένων ενημερωτικών συναντήσεων, την αποστολή στην ΕΕΤΑΑ πίνακα με τα στοιχεία των ασκουμένων φυλάκων και... ανά δίμηνο προγράμματος σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθούνται σε κάθε σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι αντίστοιχες βάρδιες, την καθημερινή συγκέντρωση των "ημερήσιων δελτίων συμβάντων - παρουσιών" που συμπληρώνει κάθε ασκούμενος στη βάρδια του, τη συμπλήρωση, με βάση τα ημερήσια αυτά δελτία, του "μηνιαίου δελτίου παρουσίας ασκουμένων" (το οποίο υπογράφεται από το νόμιμο εκπρόσωπο του Δήμου... και αποτελεί το παραστατικό με βάση το οποίο πιστοποιείται η παρουσία των ασκούμενων στα σχολεία για κάθε μήνα και καταβάλλεται η μηνιαία αποζημίωση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας...), την τακτική επικοινωνία με τους διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και τη συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους φύλακες για την επίλυση τυχόν προβλημάτων. Οι συμβάσεις αυτές μετά τη λήξη τους την 31-1-2001 για την 2η των εναγόντων και την 4-1-2001 για τους λοιπούς ενάγοντες παρατάθηκαν διαδοχικά με συμφωνητικά συνεργασίας διάρκειας επίσης ορισμένου χρόνου μέχρι 14-9-2006, οπότε οι ενάγοντες κατατάχθηκαν σε θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου... Το ημερομίσθιό των είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 35,22 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, ο εναγόμενος... Δήµος, ως αντισυμβαλλόμενος κάθε φύλακα σχολικών κτιρίων τόσο κατά τη σύσταση όσο και καθεαυτή τη λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους αποτελεί τον φορέα της εργασιακής σχέσης, με τον οποίο συνδέονταν οι ενάγοντες στο πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος και τον εργοδότη αυτών, αφού σ' αυτόν που έχει και την αρμοδιότητα της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, οι ενάγοντες προσέφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους καθόλο το χρονικό διάστημα της υπηρεσίας τους ως φυλάκων σχολικών κτιρίων του, στα οποία τοποθετήθηκαν από τον ίδιο τον εναγόμενο Δήμο, απασχολούμενοι σ' αυτά 8 ώρες ημερησίως, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από το Δήμο οργάνων, στα οποία αναφέρονταν για οποιοδήποτε σχετικό πρόβλημα, τελούντες έτσι υπό την άμεση εξάρτηση και εποπτεία του... Αντιθέτως δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται οποιαδήποτε άλλη σχέση εξάρτησης... από την πρώτη εναγομένη ΕΕΤΑΑ, δεδομένου ότι αυτή δεν χρησιμοποίησε με αμοιβή την εργασία... ούτε άσκησε διευθυντικό δικαίωμα και ως εκ τούτου δεν συντρέχει κάποιο στοιχείο, ώστε να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εργοδότρια. Η συμμετοχή στις ένδικες συμβάσεις περιοριζόταν μόνο στη χρηματοδότηση του σχετικού προγράμματος στα πλαίσια της δέσμευσής της από τα οριζόμενα στη 34100 ΥΑ, δηλαδή είχε μόνο διαχειριστικό λόγο για την υλοποίηση του προγράμματος ως προς την οικονομική του πλευρά, χωρίς καμμιά απολύτως ωφέλεια από την παροχή της εργασίας και συνεπώς σε καμμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως εργοδότρια... Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατέληξε ότι μόνος εργοδότης των εναγόντων ήταν ο εναγόμενος Δήμος, ο οποίος και χρησιμοποιούσε με αμοιβή την εργασία τους, είχε τα οφέλη απ' αυτήν και ήταν αντισυμβαλλόμενός τους στις σχετικές συμβάσεις, ενόψει και του ότι η φύλαξη των συγκεκριμένων σχολικών κτιρίων περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητές του. Ότι, επομένως, οι ενάγοντες συνδέονταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας μόνο με αυτόν, δεδομένου ότι σ' αυτόν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους έναντι αμοιβής (μισθού) και υπέκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμά του ν' ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της. Ότι, η σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με τον εναγόμενο Δήμο ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας και δη ορισμένου χρόνου, αφού μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν εξαρχής για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενες αλλά επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παραταθείσες με παρόμοιες συμβάσεις. Το γεγονός ότι χαρακτηρίστηκαν ως συμφωνητικά συνεργασίας δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου, ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχή έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου... ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση. Ότι, από την απαγόρευση της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος... ουδόλως συνάγεται και δη από το άρθρο 6 ν. 2527/1997 απαγόρευση σύναψης από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι Δήμοι, στις ειδικά προβλεπόμενες από το νόμο ως άνω περιπτώσεις, σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου και τέλος και ότι ο εναγόμενος Δήμος τους οφείλει τ` αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, ως επιδόματα εορτών, αποδοχές αδείας, για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σ` αυτήν". Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη των άρθρων 648, 653 ΑΚ, 20 παρ. 1 και 15 ν. 2639/1998, της κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ` αριθ. 34100/24-11-1999 ΥΑ, 103 παρ. 2 και 8 του Συντάγματος, 6 ν. 2527/1997, Ν. 2190/1994 και εκείνες των άρθρων 11 του ΠΔ/τος 164/2004 που εφάρμοσε αφού, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν εξαρχής, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενες αλλά επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παραταθείσες με παρόμοιες συμβάσεις, όπως ορθά χαρακτηρίσθηκαν και με την προσβαλλομένη απόφαση, και όχι συμβάσεις έργου, ή γνήσιας μαθητείας, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Και τούτο διότι, ο προέχων σκοπός των ενδίκων συμβάσεων, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές, ήταν η παροχή εργασίας από τους αναιρεσίβλητους και στο σκοπό αυτό απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ενόψει και του ότι η φύλαξη σχολικών κτιρίων από τη φύσης της δεν απαιτεί ειδικές γνώσεις, ικανότητες και εξειδικευμένη εκπαίδευση. Επίσης ο αναιρεσείων Δήμος, ως αντισυμβαλλόμενος κάθε Φύλακα σχολικών κτιρίων, τόσο κατά την σύσταση, όσο και καθεαυτή την λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους, αποτέλεσε τον φορέα της εργασιακής σχέσης, με τον οποίο συνδέονταν οι αναιρεσίβλητοι στο πλαίσιο εφαρμογής του παραπάνω προγράμματος, και τον εργοδότη τους, ενώ εξάλλου δεν ετέθη θέμα μετατροπής συμβάσεων έργου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε τέτοια μετατροπή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ., κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, είναι αβάσιμος και πρέπει ν` απορριφθεί. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως προς τους πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτο, πέμπτο, έβδομο, όγδοη, ένατο, δέκατο, ενδέκατη και δωδέκατη αναιρεσίβλητους, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα αυτών, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 2 του ΠΔ 410/ 1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας) κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 12-12-2012 αίτηση αναίρεσης του Δήμου Πετρούπολης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της έκτης αναιρεσίβλητης Ε. Ν..

Απορρίπτει αυτήν, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων, για αναίρεση της 6110/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτου, πέμπτου, έβδομου, όγδοης, ένατου, δέκατου, ενδέκατης και δωδέκατης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων πενήντα (550) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ