Legislator Case Law & Legislation
261/2011 AI generated

261/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 261/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 261 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 261/2011

Legislator headnote

AI generated

261/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 261 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 261/2011

Keywords

AI generated
safety regulations violation safety concerns insufficient flight risk dangerous tailgating credible threat security risk
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 261 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 261/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κάπο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χας Α. Β., κατοίκου ..., 2) Μ. Α. Β., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικώς ενάγουσας Μ. χήρας Ν. Β. αλλά και ως νομίμου εκπροσώπου των ανηλίκων τέκνων της α) Σ. Γ. και Ι. και β) Μ.-Ε. Γ. του Ι., κατοίκων ..., 3) Ι. Γ. του Σ. ατομικά αλλά και ως νομίμου εκπροσώπου των ανηλίκων τέκνων του α) Σ. Γ. του Ι. και β) Μ.-Ε. Γ. του Ι., κατοίκων ..., 4) Τ. θυγατέρας Α. Β., ατομικά αλλά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικώς ενάγουσας Μ. χήρας Ν. Β. κατοίκου ..., 5) Ν. Β. του Α., ατομικά αλλά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικώς ενάγουσας Μ. χήρας Ν. Β., κατοίκου ..., 6)Α. θυγατέρας Ν. Β., ατομικά αλλά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικώς ενάγουσας Μ. χήρας Ν. Β., κατοίκου ..., 7) Α. θυγατέρας Ν. Β., ατομικά αλλά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικώς ενάγουσας Μ. χήρας Ν. Β., κατοίκου ..., 8) Β. θυγατέρας Ν. Β. συζ. Ε. Κ., ατομικά αλλά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικώς ενάγουσας Μ. χήρας Ν. Β., κατοίκου ..., 9) Θ. Α. του Ι., κατοίκου ... και 10) Α. συζ. Θ. Α., κατοίκου .... Οι (1, 2, 4, 6 και 7) αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν και οι (3, 5, 8 και 9) αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τζούμα. Η 10η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, την από 23-2-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή φυσικών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 11-10-2006 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, οι οποίες κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκε η 106/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η 188/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και η 110/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-5-2009 αίτησή του καθώς και με την από 10-5-2010 προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβασή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 9-11-2010 έκθεσής της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 2 Νοεμβρίου 2009 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 11885-β /21-7-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων … προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην 10η αναιρεσίβλητη Α. σύζυγο Θ. Α.. Αυτή όμως δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 16 παρ. 1 και 3 του ν. 551 /-1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24ης Ιουλίου/25ης Αυγούστου 1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 38 εδ. α' του Εις. ΝΑΚ, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" και των άρθρων 297, 298, 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι αν στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος συνετέλεσε και πταίσμα προσώπου (ή προσώπων) που δεν είναι εργοδότης του παθόντος ή των προστηθέντων από τον εργοδότη προσώπων αλλά τρίτος, οι συγγενείς του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα έχουν αξίωση κατά του τρίτου (εκτός από αποζημίωση) και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Δηλαδή οι συγγενείς του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα έχουν εναντίον κάθε "τρίτου" υπαιτίου του εργατικού ατυχήματος προσώπου, εφόσον το πρόσωπο αυτό είναι "διάφορο του κατά νόμου τούτον (515/1915) υπόχρεου προς αποζημίωσιν", δηλαδή πρόσωπο άλλο από τον εργοδότη, τους προστηθέντες από αυτόν και τους εργαζόμενους στην επιχείρηση εργατοϋπαλλήλους, αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, εκτός από την αξίωση για αποζημίωση (Ολ.Α.Π. 1117/1986). Επομένως για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί ότι συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρο 922 Α.Κ.) ή τρίτου, εκτός των ανωτέρω, με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ. Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του π.δ. 778 /1980, "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμον υπεύθυνους του έργου (άρθρο 1) καθώς και από το π. δ. 1073/1981 "Εργασίες αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού. Μέτρα Ασφαλείας" και το ν. 1396/1983, "Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα". Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 1396/1983, "επιβλέπων" είναι το πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματος σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, κατά το άρθρο 3 του ίδιου νόμου, οι εργολάβοι και υπεργολάβοι υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και να τηρούν τις οδηγίες του επιβλέποντος μηχανικού και κατά το άρθρο 7 του ίδιου νόμου, οι υποχρεώσεις του επιβλέποντος συνίστανται, εκτός των άλλων, και στο να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας και να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε ένα εργολάβο, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 του π.δ. 778/1980, "Φωταγωγοί, φρέατα ανελκυστήρων και εν γένει ανοίγματα επί των δαπέδων, δέον όπως προστατεύονται περιμετρικώς δι' ανθεκτικών κιγκλιδωμάτων, ύψους τουλάχιστον ενός (1.00) μέτρου και θωρακίων ύψους δεκαπέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου, είτε δια της πλήρους καλύψεως των δι' αμετακίνητου στερεού σανιδώματος πάχους δύο και ημίσεος εκατοστών του μέτρου, ηλουμένου επί ανθεκτικού πλαισίου εκ ξύλινων λατακίων, είτε δια της τοποθετήσεως σιδηρού πλέγματος οπλισμού στερεουμένου εντός της πλακός κατά την κατασκευήν της" και κατά το άρθρο 40 παρ. 1 του π.δ . 1073/1981, "Καταπακταί δαπέδων, ανοίγματα κλιμάκων, υαλωταί στέγαι, φωταγωγοί, εκσκαφαί, τάφροι, φρεάτια, αύλακες και άλλα επικίνδυνα χάσματα ..., πρέπει να εξασφαλίζονται κατά πτώσεων περιμετρικώς δια στηθαίου, μετά χειρολισθήρος ελάχιστο ύψους ενός (1,00) μέτρου από του δαπέδου, σανίδος μεσοδιαστήματος και θωρακίου (σοβατεπί) ή δι' επικαλύψεως ικανής αντοχής". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου, έχει τη νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον εργολάβο ή τον κύριο του έργου (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, καθώς επίσης να επιβλέπει την εφαρμογή τους, ως έκτου επαγγέλματος του (άρθρο 315 παρ. 1 Π.Κ.), αφού είναι ο επιστημονικά αρμόδιος του εκτελούμενου οικοδομικού έργου, μεταξύ δε των μέτρων ασφαλείας των οποίων τη λήψη και τήρηση υποχρεούται ο μηχανικός να υποδεικνύει στα ανωτέρω πρόσωπα αλλά και να επιβλέπει την εφαρμογή τους, είναι και τα προβλεπόμενα από το άρθρο 20 του π.δ. 778/1980 και 40 παρ. 1 του π.δ. 1073 /1981, που αφορούν τα κάθε είδους ανοίγματα των οικοδομών. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την πραγματική. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Η πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της οποίας είναι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος εναγόμενοι, με σύμβαση που συνήψε με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εναγομένους, συγκυρίους οικοπέδου στο ..., στη θέση "…" ανέλαβε, ως εργολήπτρια - εργολάβος, την ανέγερση με το σύστημα της αντιπαροχής, συγκροτήματος τεσσάρων, ξεχωριστών μεταξύ τους κτιρίων, με τα στοιχεία Α, Β, Γ και Δ, καθένα των οποίων θα περιλάμβανε διώροφες με υπόγειο μονοκατοικίες. Από τα κτίρια αυτά το Γ θα περιλάμβανε τέσσερις διώροφες μονοκατοικίες, μετά στοιχεία ΓΙ , Γ2 , Γ3 και Γ4 σε επαφή μεταξύ τους, ενώ το κτίριο Δ θα περιλάμβανε μία μονοκατοικία. Η ανέγερση θα γινόταν σύμφωνα με την …/12-9-2003 οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ιωαννίνων και με επιβλέποντα μηχανικό τον έκτο εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος είχε συνάψει σχετική σύμβαση με την πρώτη εναγομένη. Η κατασκευή του σκελετού από μπετόν αρμέ των παραπάνω κτιρίων έγινε σταδιακά. Έτσι, στις 14-9-2004 είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή του σκελετού του κτιρίου Γ, που ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη υπόθεση και κα-κατασκευαζόταν ο σκελετός του κτιρίου Δ. Επίσης, είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες τοιχοποιίας στο κτίριο Γ και γίνονταν οι εργασίες επιχρισμάτων. Από τις μονοκατοικίες του κτιρίου Γ πλησιέστερη στο κτίριο Δ ήταν εκείνη με τα στοιχεία Γ1, η οποία απείχε από αυτό πέντε (5) περίπου μέτρα, ενώ μετά από αυτή και σε επαφή μαζί της ήταν η μονοκατοικία Γ2. Σε κάθε μία από τις μονοκατοικίες αυτές, είχε κατασκευασθεί εσωτερική σκάλα, η οποία ξεκίναγε από το υπόγειο και κατέληγε στο δάπεδο του πρώτου ( και τελευταίου ) ορόφου, δεν έφτανε δηλαδή μέχρι την οροφή. Η οροφή κάθε μονοκατοικίας αποτελούνταν από πλάκα από μπετόν αρμέ. Στην πλάκα της οροφής της μονοκατοικίας Γ2, η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω, είχε αφεθεί κατά την κατασκευή της, άνοιγμα διαστάσεων 1 Χ 1,50 μέτρων, στην όψη της εν λόγω μονοκατοικίας και σε επαφή με την πλάκα της οροφής της μονοκατοικίας Π. Σκοπός του ανοίγματος αυτού ήταν η δυνατότητα πρόσβασης στη στέγη, η οποία προβλεπόταν να κατασκευασθεί μελλοντικά στην πλάκα της οροφής κάθε κτιρίου. Το εν λόγω άνοιγμα δεν είχε ασφαλισθεί έναντι του κινδύνου πτώσης, με κάποιον από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 20 παρ 1 του π.δ. 778/1980, δηλαδή με την κατασκευή προστατευτικού περιμετρικού ανθεκτικού κιγκλιδώματος ύψους ενός (1,00) τουλάχιστον μέτρου και θωρακίων ύψους δεκαπέντε εκατοστών ( 0,15 ) του μέτρου, είτε με την πλήρη κάλυψη του με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα πάχους δυόμισι εκατοστών του μέτρου ηλιούμενου επί ανθεκτικού πλαισίου εκ ξύλινων λατακίων, είτε με την τοποθέτηση σιδερένιου πλέγματος οπλισμού στερεουμένου μέσα στην πλάκα κατά την κατασκευή της. Επίσης το εν λόγω άνοιγμα δεν είχε ασφαλισθεί έναντι του παραπάνω κινδύνου, με κάποιον από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 40 του π.δ. 1073 /1981, δηλαδή με την περιμετρική κατασκευή στηθαίου με χειρολισθήρα ελάχιστου ύψους ενός μέτρου από το δάπεδο, σανίδα μεσοδιαστήματος και θωρακίου (σοβατεπί ) είτε με επικάλυψη ικανής αντοχής, είτε με την τοποθέτηση ανθεκτικού δικτυωτού πλέγματος, ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ο οποίος θα απέτρεπε τον παραπάνω κίνδυνο. Ο έκτος εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, λόγω της ιδιότητας του, του επιβλέποντος μηχανικού του παραπάνω έργου, ήταν υποχρεωμένος να υποδείξει στην πρώτη εναγομένη τη λήψη των ανωτέρω μέτρων. Επίσης η πρώτη εναγομένη, ως εργολάβος κατασκευάστρια με το σύστημα της αντιπαροχής, του ανωτέρω κτιρίου, ήταν υποχρεωμένη να προβεί στη λήψη των μέτρων αυτών. Ούτε όμως ο έκτος εναγόμενος (αναιρεσείων) υπέδειξε στην πρώτη εναγομένη τη λήψη των ανωτέρω μέτρων, ούτε η πρώτη εναγομένη έλαβε κάποια από τα μέτρα αυτά ή κάποια άλλα μέτρα, τα οποία θα απέτρεπαν τον παραπάνω κίνδυνο, γεγονός το οποίο γνώριζε ο έκτος εναγόμενος (αναιρεσείων). Στο παραπάνω άνοιγμα είχε τοποθετηθεί από την πρώτη εναγομένη και υπήρχε στις 14-9-2004 φύλλο μονωτικού υλικού (φελιζόλ) το οποίο, για να μην παρασύρεται από τον αέρα είχε στερεωθεί στις άκρες του με ξύλινα καδρόνια και σκοπό είχε να μην εισέρχονται από το άνοιγμα αυτό τα νερά της βροχής στο κτίριο. Το πάχος του μονωτικού αυτού υλικού ήταν ελάχιστο, έτσι ώστε να μη μπορεί να συγκρατήσει το σώμα ανθρώπου που ενδεχομένως πατούσε επάνω του, ενώ, παράλληλα με την τοποθέτηση του καλύφθηκε το άνοιγμα, το οποίο δεν ήταν πλέον ορατό από κάποιον που θα βρισκόταν στην οροφή της ανωτέρω μονοκατοικίας και ο οποίος, για το λόγο τούτο, δεν μπορούσε πλέον να προστατευθεί από αυτό, αποφεύγοντας να πατήσει στο συγκεκριμένο σημείο. Στις 14-9-2004 ο Α. Β., εργαζόμενος ως οδηγός και χειριστής αντλίας εκτόξευσης ετοίμου σκυροδέματος στην εταιρεία "Αφοί Α. Λ. ΑΤΕΒΕ", η οποία με σύμβαση με την πρώτη εναγομένη προμήθευε αυτή με έτοιμο σκυρόδεμα για την κατασκευή του ανωτέρω κτιριακού συγκροτήματος, μετέβη στο εν λόγω συγκρότημα με το μηχάνημα εκτόξευσης σκυροδέματος (πρέσα) για να εκτελεσθούν προγραμματισμένες εργασίες σκυροδέτησης κυρίως της πλάκας της οροφής του παραπάνω κτιρίου Δ. Οι εργασίες σκυροδέτησης, η διάστρωση δηλαδή του σκυροδέματος που εκτόξευε η αντλία που χειριζόταν ο Α. Β., γίνονταν από τους καλουπατζήδες Ε. Λ. και Κ. Λ., με σύμβαση που αυτοί είχαν συνάψει με την πρώτη εναγομένη. Αφού έγιναν οι εργασίες σκυροδέτησης ενός τοιχίου μπροστά από τα κτίρια Α1 και Α2 και των λεβητοστασίων μπροστά από τα κτίρια Γ1 και Γ2 και επρόκειτο να γίνουν οι εργασίες σκυροδέτησης της πλάκας της οροφής του Δ κτιρίου, ο Α. Β., χωρίς να συνεννοηθεί προηγουμένως με κάποιον ή να γίνει αντιληπτός από κάποιον από όσους εργάζονταν ή παρευρίσκονταν στον παραπάνω χώρο, για να έχει καλλίτερη οπτική επαφή τόσο με τον οδηγό του οχήματος μεταφοράς του σκυροδέματος (μπετονιέρας) Μ. Π., το οποίο όχημα διοχέτευε το σκυρόδεμα στην αντλία, όσο και του βραχίονα και του σωλήνα διοχέτευσης του σκυροδέματος του δικού του οχήματος, ανήλθε στην πλάκα της οροφής του ανωτέρω κτιρίου Π. Συγκεκριμένα, επειδή η άνοδος του στην εν λόγω οροφή δεν ήταν δυνατή ούτε από την εσωτερική σκάλα, αφού, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, αυτή κατέληγε στο δάπεδο του πρώτου ορόφου και δεν συνέχιζε μέχρι την οροφή του κτιρίου, ούτε εξωτερικά λόγω του ύψους του κτιρίου και του ότι οι επιφάνειες του ήταν λείες, ενώ δεν υπήρχε εξωτερική σκάλα ή άλλο μέσο που θα του επέτρεπε την ανωτέρω πρόσβαση, πήρε μέσα από το κτίριο Γ1, στο οποίο την ημέρα εκείνη εργαζόταν συνεργείο επιχρισμάτων, μία πρόχειρη ξύλινη σκάλα, την οποία στη συνέχεια τοποθέτησε στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου του κτιρίου Γ2 και την ακούμπησε στον εξωτερικό τοίχο του κτιρίου και από εκεί ανήλθε στην οροφή. Μετά την άνοδο του, κατευθύνθηκε στην άκρη της οροφής του κτιρίου Γ1, το οποίο, σύμφωνα με τα παραπάνω, ήταν το πλησιέστερο προς το κτίριο Δ και από εκεί, με ασύρματο χειριστήριο, κατηύθυνε τις εργασίες έκχυσης του σκυροδέματος στην πλάκα της οροφής του κτιρίου Δ. Με την έναρξη των εργασιών αυτών ,έγινε αντιληπτή η παρουσία του στο παραπάνω σημείο από τους λοιπούς εργαζομένους. Περί ώρα 10.30" και ενώ είχε διαστρωθεί η μισή περίπου από την παραπάνω πλάκα, καθό χρόνο είχαν διακοπεί οι εργασίες σκυροδέτησης, επειδή είχε εξαντληθεί το μπετόν που μετέφερε η πρώτη μπετονιέρα και μέχρις ότου συνδεθεί με την πρέσα η δεύτερη μπετονιέρα που μετέφερε σκυρόδεμα και αρχίσουν πάλι οι εργασίες σκυροδέτησης ο Α. Β. εγκατέλειψε το σημείο της οροφής του κτιρίου ΓΙ, στο οποίο μέχρι τότε βρισκόταν και ενώ μετακινούνταν στις ενιαίες οροφές των παραπάνω κτιρίων Γ1 και Γ2, έφθασε στο σημείο του ανωτέρω ανοίγματος και ,επειδή δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, για το λόγο, ότι σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, ήταν καλυμμένο με το μονωτικό υλικό που προαναφέρθηκε και παράλληλα, αγνοούσε την ύπαρξή του, εκλαμβάνοντας ότι πρόκειται για μονωτικό υλικό πεταμένο στην ταράτσα και ότι κάτω από αυτό υπήρχε δάπεδο, πάτησε επάνω του, με αποτέλεσμα, λόγω του βάρους του, να υποχωρήσει τούτο, να βρεθεί ο ίδιος στο κενό και να καταπέσει από ύψος πέντε περίπου μέτρων στο δάπεδο του πρώτου ορόφου του κτιρίου Γ2 και, συγκεκριμένα, στην εσωτερική σκάλα του κτιρίου αυτού που προαναφέρθηκε. Εξαιτίας της πτώσης του αυτής, ο Α. Β. τραυματίσθηκε και υπέστη κακώσεις κεφαλής και θώρακα, από τις οποίες και επήλθε ο θάνατος του τις βραδινές ώρες της ίδιας παραπάνω ημεροχρονολογίας, στο νοσοκομείο, στο οποίο είχε μεταφερθεί. Κατά την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών, δεν παρευρίσκονταν ούτε οι νόμιμοι εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης ή άλλα πρόσωπα επιτετραμμένα για τούτο απ' αυτή, ούτε ο έκτος εναγόμενος, καίτοι αυτοί αφενός μεν γνώριζαν ότι εκτελούνται οι εν λόγω εργασίες και αφετέρου, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και λόγω των ανωτέρω ιδιοτήτων τους ήταν υποχρεωμένοι να παρευρίσκονται κατά την εκτέλεση των εργασιών αυτών. Σύμφωνα με τα παραπάνω το ανωτέρω ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του ανωτέρω Α. Β. οφείλονται σε συνυπαιτιότητα τόσο της πρώτης εναγομένης και του έκτου εναγομένου (αναιρεσείοντος) σε ποσοστό 70%, όσο και του ίδιου του θανόντος σε ποσοστό 30%. Και τούτο, διότι, οι ανωτέρω εναγόμενοι, καίτοι υπόχρεοι, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, δεν παρευρίσκονταν κατά την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών. Αν όμως παρευρίσκονταν, θα έβλεπαν με την έναρξη, τουλάχιστον, των εργασιών έκχυσης σκυροδέματος στην πλάκα της οροφής του κτιρίου Δ, σε χρόνο δηλαδή που δεν είχε επέλθει η πτώση του Α. Β., ότι αυτός βρισκόταν στην πλάκα της οροφής του κτιρίου Γ1 και θα ζητούσαν από αυτόν να κατέβει από την οροφή του κτιρίου αυτού, λόγω του κινδύνου που διέτρεχε από την ύπαρξη του παραπάνω ανοίγματος, απαγορεύοντας του την έναρξη των εργασιών ή τουλάχιστον, θα τον ενημέρωναν για την ύπαρξη του εν λόγω ανοίγματος και τους σχετικούς κινδύνους, οπότε ο Α. Β. δεν θα πήγαινε στο σημείο στο οποίο υπήρχε το άνοιγμα αυτό και έτσι και στη μία και στην άλλη περίπτωση, το επίδικο ατύχημα θα είχε αποτραπεί. Είχαν δε υποχρέωση οι ανωτέρω εναγόμενοι να προβούν στις ανωτέρω παραστάσεις προς τον Α. Β., διότι η κατάσταση κινδύνου από την ύπαρξη του ανωτέρω ανοίγματος προκλήθηκε από παράλειψη των ιδίων, από το ότι δηλαδή αυτοί, καίτοι υπόχρεοι προς τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, δεν προέβησαν σε ασφάλιση του εν λόγω ανοίγματος, έναντι του κινδύνου πτώσης από αυτό, λαμβάνοντας κάποιο από τα μέτρα που προαναφέρθηκαν. Περαιτέρω, όχι μόνο δεν έλαβαν κάποιο από τα μέτρα αυτά, αλλά επιπλέον, σκέπασαν το ανωτέρω άνοιγμα με μονωτικό υλικό, με συνέπεια να μη γίνεται αντιληπτό από κάποιον που βρισκόταν, όπως ο Α. Β., στην ανωτέρα ταράτσα και ο οποίος, αν δεν υπήρχε το εν λόγω μονωτικό υλικό, θα το έβλεπε και θα το απέφευγε, έστω και αν δεν είχαν ληφθεί τα παραπάνω μέτρα προστασίας. Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, οι νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της πρώτης εναγομένης και ο έκτος εναγόμενος (αναιρεσείων) αφενός και ο Α. Β. αφετέρου δεν έδειξαν, κατά την ανάπτυξη των παραπάνω δραστηριοτήτων τους, τη συμπεριφορά που θα έδειχνε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ίδιου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρίσκονταν υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκαν αυτοί κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά αντίθετα, προέβησαν στις παραπάνω πράξεις και παραλείψεις τους, κατά παράβαση των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, ενώ η συμπεριφορά τους αυτή βρίσκεται σε άμεση και απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο ατύχημα και τα αποτελέσματα του επήλθαν χάρις στα συγκλίνοντα πταίσματα και των δύο πλευρών. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού από τα παραπάνω περιστατικά που το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υφίσταται συγκλίνουσα αμέλεια του αναιρεσείοντος, επιβλέποντος μηχανικού και των νομίμων εκπροσώπων της εργολάβου του όλου έργου ανέγερσης της ως άνω οικοδομής, που συνετέλεσε στην επέλευση του θανάτου του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων. Ειδικότερα, το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2,3 και 7 του ν. 1396/1983, 40 του π.δ. 1073/1981 και του άρθρου 20 του π.δ. 778/1980, με τις παραδοχές, ότι το άνοιγμα στην πλάκα της οροφής του κτιρίου Γ2 διαστάσεων 1 Χ 1,50 μέτρων, δεν είχε ασφαλισθεί έναντι του κινδύνου πτώσης, με κάποιον από τους τρόπους που προβλέπει, α) το άρθρο 20 παρ. 1 του π.δ. 778 /1980, δηλαδή με την κατασκευή προστατευτικού περιμετρικού ανθεκτικού κιγκλιδώματος, είτε με την πλήρη κάλυψη με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα, είτε με την τοποθέτηση σιδερένιου πλέγματος ή β) το άρθρο 40 παρ. 1 του π.δ. 1073 /1981, δηλαδή με περιμετρική κατασκευή στηθαίου, είτε με την τοποθέτηση δικτυωτού πλέγματος, είτε με επικάλυψη ικανής αντοχής, είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που θα απέτρεπε τον κίνδυνο πτώσης, ότι ο αναιρεσείων, λόγω της ιδιότητάς του τού επιβλέποντος μηχανικού του παραπάνω έργου ήταν υποχρεωμένος να υποδείξει στην εργολάβο του έργου τη λήψη των ανωτέρω μέτρων, ότι ούτε ο αναιρεσείων υπέδειξε στην εργολάβο τη λήψη των ανωτέρω μέτρων, ούτε αυτή έλαβε κάποια από τα μέτρα αυτά ή κάποια αλλά μέτρα, τα οποία θα απέτρεπαν τον παραπάνω κίνδυνο, γεγονός το οποίο γνώριζε ο αναιρεσείων, ότι στο παραπάνω άνοιγμα είχε τοποθετηθεί από την εργολάβο και υπήρχε στις 14-9-2004 φύλλο μονωτικού υλικού (φελιζόλ), το πάχος του οποίου ήταν ελάχιστο, έτσι ώστε να μη μπορεί να συγκρατήσει το σώμα ανθρώπου που ενδεχομένως πατούσε επάνω του, ενώ με τα ξύλινα καδρόνια που είχαν τοποθετηθεί στις άκρες του ανοίγματος, αυτό δεν ήταν πλέον ορατό από κάποιον που βρισκόταν στην οροφή της ως άνω μονοκατοικίας και ο οποίος, για το λόγο αυτό, δεν μπορούσε πλέον να προστατευθεί από αυτό, αποφεύγοντας να πατήσει στο συγκεκριμένο σημείο, ότι ο οδηγός και χειριστής αντλίας εκτόξευσης σκυροδέματος Α. Β., ο οποίος είχε ανέλθει στην οροφή του κτιρίου Γ1 και μετακινήθηκε προς την οροφή του κτιρίου Γ2, όταν έφθασε στο σημείο του ανοίγματος και επειδή δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, εκλαμβάνοντας ότι υπήρχε πεταμένο υλικό και κάτω από αυτό δάπεδο, πάτησε επάνω του με αποτέλεσμα, λόγω του βάρους του, αυτό να υποχωρήσει, να βρεθεί ο ίδιος στο κενό και να καταπέσει από ύψος πέντε περίπου μέτρων στο δάπεδο του κτιρίου Γ2, ότι η κατάσταση κινδύνου που είχε δημιουργηθεί από την ύπαρξη του ανοίγματος προκλήθηκε από παράλειψη του αναιρεσείοντος και της εργολάβου, δηλαδή από τη μη ασφάλιση του ανοίγματος από τον κίνδυνο πτώσης και επιπλέον από το σκέπασμα του ανοίγματος με το ως άνω μονωτικό υλικό, με συνέπεια το άνοιγμα να μη γίνεται αντιληπτό από κάποιον που βρισκόταν στην ανωτέρω ταράτσα, όπως ο Α. Β. και ότι ο αναιρεσείων και οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εργολάβου αφενός και ο Α. Β. αφετέρου δεν έδειξαν κατά την ανάπτυξη των παραπάνω δραστηριοτήτων τους, τη συμπεριφορά που θα έδειχνε ο μέσος συνετός άνθρωπος στον τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρίσκονταν υπό τις συνθήκες που βρέθηκαν αυτοί κατά το χρόνο του ατυχήματος, με αποτέλεσμα το ένδικο ατύχημα. Η αμέλεια του αναιρεσείοντος, ως επιβλέποντος μηχανικού του έργου, θεμελιώνεται κυρίως στην παράλειψη της υποχρεώσεως του που απέρρεε από την ως άνω επαγγελματική του ιδιότητα, να υποδείξει προς την εργολάβο του έργου, τη λήψη των προαναφερθέντων μέτρων, τα οποία θα απέτρεπαν τον παραπάνω κίνδυνο και στη γνώση ότι η εργολάβος δεν έλαβε τα μέτρα αυτά ή κάποιο άλλο που θα απέτρεπε τον κίνδυνο ατυχήματος από την ύπαρξη του ανοίγματος στο Γ2 κτίριο. Οι παραδοχές αυτές καλύπτουν πλήρως το πραγματικό των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Οι επιπλέον αναφορές στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων, ως επιβλέπων μηχανικός και οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εργολάβου του όλου έργου, δεν παρευρίσκονταν κατά την εκτέλεση των εργασιών έκχυσης έτοιμου σκυροδέματος, αν και γνώριζαν την εκτέλεση αυτών, συνιστούν επάλληλη αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία η παρουσία των παραπάνω προσώπων, κατά τον παραπάνω χρόνο στον ως άνω τόπο, θα απέτρεπε το ένδικο ατύχημα, υπό την έννοια ότι θα ζητούσαν από τον Α. Β. να κατέβει από την οροφή του ως άνω κτιρίου, λόγω του κινδύνου που διέτρεχε από την ύπαρξη του παραπάνω ανοίγματος ή τουλάχιστον θα τον ενημέρωναν για την ύπαρξη του ανοίγματος αυτού. Όμως η αμέλεια του αναιρεσείοντος και των νομίμων εκπροσώπων της εργολάβου εταιρείας θεμελιώνεται αυτοτελώς στην κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από τη μη τήρηση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή στην παράλειψη της υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος να υποδείξει προς την εργολάβο τη λήψη των προαναφερομένων μέτρων ασφαλείας, κατά την εκτέλεση των ως άνω οικοδομικών εργασιών, και ο οποίος, ως εκ του επαγγέλματος του ήταν υπεύθυνος για την εφαρμογή των μέτρων αυτών. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (όχι και από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία είναι αλυσιτελής. Ο λόγος αυτός κατά τα λοιπά είναι αβάσιμος, καθόσον η ευθύνη του αναιρεσείοντος, ως επιβλέποντος μηχανικού, θεμελιώνεται, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην προαναφερθείσα συγκεκριμένη αμελή συμπεριφορά του και όχι στο "γενικό τεκμήριο αρμοδιότητας" και το "τεκμήριο ευθύνης", ούτε στην παραβίαση της αρχής της εμπιστοσύνης, κατά την οποία κάθε επιμελώς πράττων δικαιούται να έχει εμπιστοσύνη ότι και οι λοιποί θα πράττουν εξ ίσου επιμελώς.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 42/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα από αυτόν έγγραφα, ήτοι, α) το συνταχθέν από τον ίδιο ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας με τις επ' αυτού σημειώσεις, με ημερομηνία 25 Αυγούστου 2004 και β) το υπ' αριθμ. 763/12-72004 δελτίο ελέγχου του Τμήματος Τεχνικής και Υγειονομικής του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας Ιωαννίνων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική διαβεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν "από τις καταθέσεις των μαρτύρων ... και από τα έγγραφα και τις φωτογραφίες, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ..." σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την υπαιτιότητα και του αναιρεσείοντος για το ένδικο ατύχημα. Η εκτίμηση των αποδείξεων ανάγεται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 ΚΠολΔ) και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς η με το σχετικό μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι οι ενόρκως εξετασθέντες στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρες Η. Σ. και Α. Ζ. κατέθεσαν, εκτός των άλλων, και όσα αποσπάσματα μνημονεύονται στο αναιρετήριο τα οποία, κατά την εκτίμηση του αναιρεσείοντος, οδηγούν, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης ή μη υπαιτιότητας (αμέλειας) του ίδιου, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που οδηγήθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτη. Τέλος, η μη ρητή αναφορά στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, α) του ημερολογίου των μέτρων ασφαλείας που ο ίδιος ο αναιρεσείων συνέταξε, με τις επ' αυτού σημειώσεις και β) του υπ' αριθμ. 763/-45/12/7/2004 δελτίου ελέγχου του Τμήματος Τεχνικής και Υγειονομικής του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας Ιωαννίνων, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. και ως εκ τούτου ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Νοεμβρίου 2009 αίτηση για αναίρεση της 110/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ