Legislator Case Law & Legislation
261/2008 AI generated

261/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 261/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

261/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): απόδειξη παράδοσης και παραλαβής του Β' Α.Τ Πάτρας και από ...... βεβαίωση του παραπάνω δικαστικού επιμελητή ........, προσυπογραφόμενη από την αρμόδια ταχυδρομική από την αρμόδια ταχυδρομική υπάλληλο). Επομένως, εφ' όσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο, όταν η υπόθεση συζητήθηκε κατά την εκ του οικείου πινακίου σειρά της, πρέπει να δικασθεί σαν να ήταν παρών (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολ.Δικ).

Keywords

AI generated
threats against authorities protection of personality rights harassment at work union representative aggressive commercial practices right to one's own image
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 261 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 261/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΚΡΟ ΚΑΣ ΚΑΙ ΚΑΡΡΗ" που εδρεύει στον Άγιο Ρέντη Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σαράντη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 479/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 321/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-7-2006 αίτησή τους και τους από 23-10-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 15-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολ.Δικ αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δε λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα''. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. .... και .... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του πρωτοδικείου Πατρών Βασιλείου ...... και ........ αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και του από 23-10-2007 δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης μαζί με την κάτω από τα δικόγραφα αυτά πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στον αναιρεσίβλητο και δη το πρώτο (αντίγραφο της αναίρεσης) με παράδοση στον ίδιο τον αναιρεσίβλητο και το δεύτερο (αντίγραφο των προσθέτων λόγων) με θυροκόλληση, ενώ αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων παραδόθηκε στον αξιωματικό Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Πάτρας και ταχυδρομήθηκε σχετική ειδοποίηση στον αναιρεσίβλητο κατ' άρθ' 128 παρ. 4β και γ' ΚΠολ.Δικ(από .....

απόδειξη παράδοσης και παραλαβής του Β' Α.Τ Πάτρας και από ...... βεβαίωση του παραπάνω δικαστικού επιμελητή ........, προσυπογραφόμενη από την αρμόδια ταχυδρομική από την αρμόδια ταχυδρομική υπάλληλο). Επομένως, εφ' όσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο, όταν η υπόθεση συζητήθηκε κατά την εκ του οικείου πινακίου σειρά της, πρέπει να δικασθεί σαν να ήταν παρών (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολ.Δικ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 333,338,339 και 340 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικαστική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. "'Εχει δε την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που τον οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, πλην όμως δεν υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκα και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, ή να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα.

Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999,Ολ.ΑΠ 24/1992).Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα:

Η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εμπορική εταιρεία " ΜΑΚΡΟ ΚΑΣ ΚΑΙ ΚΑΡΡΥ" διατηρεί κατάστημα πωλήσεως καταναλωτικών αγαθών (σούπερ μάρκετ), στο Ρίο Πατρών, στη διασταύρωση των οδών Πανεπιστημίου και Αθηνών αρ. 103.Στις 12-12-2001, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είναι δικηγόρος, είχε μεταβεί στο ως άνω κατάστημα και αγόρασε, πλην των άλλων εμπορευμάτων και ένα ανδρικό μπουφάν και πλήρωσε το τίμημα στο ταμείο του καταστήματος.

Μολονότι, όμως, το μπουφάν έφερε, όπως όλα τα εμπορεύματα της πρώτης αναιρεσείουσα αυτοκόλλητη αντικλεπτική ταινία με τον κωδικό αριθμό του εμπορεύματος η τότε υπάλληλος του ταμείου, από αμέλειά της, δεν αφαίρεσε την ως άνω ταινία από το αγορασθέν από τον αναιρεσίβλητο μπουφάν, ο οποίος δεν γνώριζε την ύπαρξή της.

Στις 20-12-2001 ο αναιρεσίβλητος φορώντας το ως άνω αγορασθέν απ' αυτόν μπουφάν, μετέβη στο ίδιο κατάστημα της πρώτης αναιρεσείουσας για να αγοράσει καταναλωτικά αγαθά. Αφού πέρασε από το ταμείο και κατέβαλε το τίμημα των αγορασθέντων απ' αυτόν πραγμάτων, κατευθύνθηκε προς την έξοδο με το καροτσάκι, εντός του οποίου ευρισκόταν τα αγορασθέντα είδη.

Κατά την έξοδό του, όμως από το κατάστημα ήχησε ο ηλεκτρονικός συναγερμός, που βρίσκεται στην πόρτα εξόδου, πράγμα που δείκνυε ότι υπήρχε, πάνω σε κάποιο εμπόρευμα, αντικλεπτική ταινία, που δεν είχε αφαιρεθεί. Η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, Χ2, υπάλληλος και προστηθείσα της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία βρισκόταν πλησίον της εξόδου συνέστησε στον αναιρεσίβλητο να επιστρέψει μαζί με τα αγορασθέντα πράγματα στο εσωτερικό του καταστήματος, σε σημείο πλησίον των ταμείων, για επανέλεγχο.

Αφού δε αυτή (δεύτερη αναιρεσείουσα) έλεγξε, εκ νέου, τα αγορασθέντα από τον αναιρεσίβλητο εμπορεύματα και δεν διαπίστωσε τον λόγο ενεργοποίησης του συναγερμού, ο αναιρεσίβλητος κατευθύνθηκε προς την έξοδο μαζί με τα αγορασθέντα είδη, οπότε ήχησε και πάλι ο συναγερμός. Τότε η δεύτερη αναιρεσείουσα συνέστησε στον αναιρεσίβλητο να επιχειρήσει να εξέλθει από την πόρτα εξόδου του καταστήματος, χωρίς να φέρει μαζί του τα αγορασθέντα είδη, πράγμα που έκανε εκείνη (ανειρεσίβλητη), αλλά και πάλι ήχησε ο συναγερμός, κατά την έξοδό του.

Στη συνέχεια, πλησίασε τον αναιρεσίβλητο και ο υπάλληλος ασφαλείας Χ3, τρίτος εναγόμενος και ήδη τρίτος αναιρεσείων, που είχε προστηθεί από την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία και τόσο αυτός όσο και η δεύτερη αναιρεσείουσα ζήτησαν από τον αναιρεσίβλητο να βγάλει από τις τσέπες του τα πράγματα που είχε σ' αυτές, να τα τοποθετήσει στον ευρισκόμενο πλησίον των ταμείων πάγκο, που του υπέδειξαν και να επιχειρήσει να εξέλθει, εκ νέου, από την πόρτα εξόδου του καταστήματος.

Πράγματι ο αναιρεσίβλητος έβγαλε τα ευρισκόμενα στις τσέπες του αντικείμενα, τα τοποθέτησε στον πάγκο και επιχείρησε να εξέλθει, εκ νέου οπότε ήχησε και πάλι ο συναγερμός. Επειδή δεν διαπιστώθηκε από τους ως άνω υπαλλήλους της πρώτης αναιρεσείουσας ο λόγος ενεργοποίησης του συναγερμού, αυτοί ζήτησαν στη συνέχεια από τον αναιρεσίβλητο που είχε πάλι εισέλθει εντός του καταστήματος, να βγάλει το μπουφάν που φορούσε και να τους το παραδώσει προς έλεγχο.

Ο αναιρεσίβλητος τους παρέδωσε το μπουφάν και αυτοί άρχισαν να ερευνούν, με τα χέρια τους τα διάφορα σημεία του μπουφάν. Τότε πλησίασε τον αναιρεσίβλητο ο τέταρτος εναγόμενος, ........, υπάλληλος και προστηθείς της πρώτης εναγομένης εταιρείας και του ζήτησε να τον ακολουθήσει στον ειδικό χώρο του καταστήματος, για να προβεί σε έλεγχο με το ειδικό μηχάνημα ("σκάνερ") χειρός.

Συγχρόνως, αυτός ρώτησε τον αναιρεσίβλητο εάν είχε αγοράσει, πρόσφατα, κάποιο από τα ενδύματά του από το κατάστημα της πρώτης αναιρεσείουσας και ο αναιρεσείων απάντησε ότι είχε αγοράσει, στις 12-12-2001, το μπουφάν που φορούσε. Κατά τον διενεργηθέντα στον ειδικό χώρο έλεγχο, με το ειδικό μηχάνημα (σκάνερ) διαπιστώθηκε ότι στο εσωτερικό του δεξιού μανικιού του ως άνω μπουφάν βρισκόταν κολλημένη η αντικλεπτική ταινία με τον κωδικό του εμπορεύματος και τότε ο τέταρτος εναγόμενος προέβη στην αφαίρεσή της.

Εξαιτίας της ύπαρξης της ταινίας αυτής, ενεργοποιείτο κάθε φορά ο συναγερμός, κατά την έξοδο του αναιρεσίβλητου από το κατάστημα. Ο ως άνω έλεγχος του αναιρεσιβλήτου που διενεργήθηκε σε πέντε διαδοχικά στάδια έγινε αντιληπτός από μεγάλο αριθμό πελατών του καταστήματος, που ευρίσκοντο στον χώρο των ταμείων και ανέμενα για να καταβάλουν το τίμημα των αγορασθέντων ειδών.

Με βάση τα παραπάνω, δέχθηκε το Εφετείο ότι το ως άνω περιστατικό, που έλαβε χώρα στο κατάστημα της πρώτης εναγομένης σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, οφείλεται σε αμέλεια των προστηθέντων της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας, πλην του τέταρτου εναγόμενου. Ειδικότερα δέχθηκε ότι η υπάλληλος της πρώτης αναιρεσείουσας που εργαζόταν στο ταμείο του καταστήματος, κατά την 12-12-2001, οπότε ο αναιρεσίβλητος αγόρασε το ως άνω μπουφάν, από αμέλειά της, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως μέσος συνετός υπάλληλος, δεν αφαίρεσε, όπως όφειλε, από το αγορασθέν από τον αναιρεσίβλητο μπουφάν, την αντικλεπτική αυτοκόλλητη ταινία, που υπήρχε τοποθετημένη στο εσωτερικό μέρος αυτού, με αποτέλεσμα όταν ο αναιρεσίβλητος μετέβη, εκ νέου στις 20-12-2001, στο ως άνω κατάστημα, φορώντας το μπουφάν αυτό, και καθ'ον χρόνο αυτός εξερχόταν από το κατάστημα, να ενεργοποιηθεί και να ηχήσει πολλές φορές ο συναγερμός της πόρτας εξόδου, λόγω της υπάρχουσας στο ως άνω μπουφάν αντικλεπτικής αυτοκόλλητης ταινίας, η ύπαρξη της οποίας δεν ήταν δυνατόν να γίνει αντιληπτή από αυτόν ( αναιρεσίβλητο).

Η δεύτερη και ο τρίτος από τους αναιρεσείοντες υπάλληλοι και προστηθέντες της πρώτης αναιρεσίουσας εταιρείας, από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλλουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως μέσοι συνετοί υπάλληλοι, όταν άκουσαν να ηχεί ο ηλεκτρονικός συναγερμός, κατά την έξοδο του αναιρεσίβλητου από το κατάστημα, στις 20-12-2001, δεν συνέστησαν, αμέσως και διακριτικά στον αναιρεσίβλητο, όπως όφειλαν, να μεταβεί αυτός στον ειδικό χώρο του καταστήματος , για να προβούν στον ενδεδειγμένο έλεγχο, με το ειδικό μηχάνημα χειρός ("σκάνερ"), προς διαπίστωση του λόγου για τον οποίο ενεργοποιήθηκε ο συναγερμός, αλλά προέβησαν σε επανειλημμένο έλεγχο του αναιρεσιβλήτου, πλησίον των ταμείων και της εξόδου του καταστήματος, παρουσία μεγάλου αριθμού πελατών, και ειδικότερα η μεν δεύτερη αναιρεσείουσα συνέστησε στον αναιρεσήβλητο τρεις φορές να επανέλθει στο εσωτερικό του καταστήματος προς έλεγχο και να εξέλθει απ' αυτό, και , στη συνέχεια, αυτή μαζί με τον τρίτο αναιρεσείοντα ζήτησαν από τον αναιρεσίβλητο να βγάλει και να τους παραδώσει το μπουφάν που φορούσε προς έλεγχο, στον οποίο αυτοί προέβησαν με τα χέρια τους, χωρίς το ειδικό μηχάνημα ("σκάνερ"), με αποτέλεσμα από τις ως άνω ενέργειές τους να γίνει αμέσως αντιληπτό από τους παρευρισκόμενους πελάτες ότι ο αναιρεσίβλητος υποβαλόταν σε παρατεταμένο και εξονυχιστικό έλεγχο, λόγω της επανειλημμένης ήχησης του συναγερμού, χωρίς αποτέλεσμα, έτσι δε να δημιουργηθεί η εντύπωση στους παρευρισκομένους ότι αυτός είναι ύποπτος κλοπής.

Έκρινε δε το Εφετείο ότι από την προαναφερθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των ως άνω προστηθέντων της πρώτης αναιρεσίουσας εταιρείας, ο αναιρεσίβλητος προσβλήθηκε στην προσωπικότητά του και υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας έπρεπε να επιδικασθεί σ' αυτόν χρηματική ικανοποίηση, την οποία, αφού έλαβε, κυρίως, υπόψη τον βαθμό του πταίσματος των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσειόντων προστηθέντων της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας, την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, καθώς και τη κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, καθώς και τη κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, προσδιόρισε στο ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο έκρινε εύλογο.

Στη συνέχεια δε , αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε επιδικάσει μικρότερο ποσό, έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά το παραπάνω ποσό των 5.000 Ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλομένη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς. Δεν ήταν δε αναγκαίο κατά τα προεκτιθέμενα να αναφέρει από ποιά συγκεκριμένα στοιχεία οδηγήθηκε στην κρίση ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη από την προαναφερθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης αναιρεσείουσας.

Συνεπώς οι πρώτος ( κατά το δεύτερο μέρος του)και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως και ο πέμπτος ( κατά το δεύτερο μέρος του) πρόσθετος λόγος, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ. πλημμέλεια, διότι Α) στερείται παντελώς αιτιολογίας Β) άλλως έχει ανεπαρκή αιτιολογία με το να δεχθεί α) ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι (αναιρεσίοντες) της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρίας επέδειξαν αμέλεια στην συγκεκριμένη περίπτωση και β) ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη από τις ενέργειες των αναιρεσειόντων ηθική βλάβη και δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης και Γ) δεν αναφέρει από ποια συγκεκριμένα στοιχεία οδηγήθηκε στην κρίση ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη, ούτε αξιολόγησε και εστάθμισε προσηκόντως τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίοντες, αλλά έδωσε πίστη στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθούν α) κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος τους ως αβάσιμοι και β) κατά το τρίτο μέρος τους ως απαράδεκτοι αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ή να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα.

Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλεια, αποδίδουν στο Εφετείο πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέοι ή απαράδεκτοι, αφού κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολ.Δικ η εκτίμηση των αποδείξεων εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως " πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι της εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως και τον πέμπτο ( κατά το πρώτο μέρος του) πρόσθετο λόγο προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση ή από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες με τους λόγους της εφέσεως τους ισχυρισμούς των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων α) ότι προέβησαν στον έλεγχο του αναιρεσιβλήτου εκ καθήκοντος, αφού μετά την ενεργοποίηση του συναγερμού ήταν υποχρεωμένοι να διενεργήσουν τον έλεγχο αυτόν βάσει του κανονισμού του καταστήματος, και σε κάθε περίπτωση τελούσαν σε πλάνη αφού αγνοούσαν την αιτία ενεργοποίησης του συναγερμού β) ότι η δημιουργηθείσα κατάσταση δεν οφείλεται σε αμέλεια τούτων, αλλά στο " απρόβλεπτο και καταφανώς αναπότρεπτο γεγονός" της ενεργοποίησης του συναγερμού εξ αιτίας της αυτοκόλλητης αντικλεπτικής ταινίας που υπήρχε στο μπουφάν του αναιρεσιβλήτου και γ) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε ότι οι τρεις πρώτοι από τους εναγομένους ( ήδη αναιρεσείοντες) οφείλουν να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητο για χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 4000 ευρώ, γιατί η δεύτερη και ο τρίτος τούτων επέδειξαν ελαφρά αμέλεια.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης γίνεται φανερό ότι το Εφετείο δεν παρείδε τους παραπάνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, αλλά αντιθέτως τους έλαβε υπόψη και τους απέρριψε στην ουσία με την παραδοχή ότι απεδείχθησαν γεγονότα αντίθετα προς αυτά που τους συγκροτούν.

Από τα άρθρα 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 , 577 και 578 του ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, όταν η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ), πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο όχι μόνο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, αλλά και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης ( άρθρ. 578).Δεν επιτρέπεται δε συμπλήρωση του αναιρετηρίου με αναφορά σε οποιαδήποτε έγγραφα και δη στην προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 27/1998).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων ( στις οποίες περιλαμβάνεται και το άρθρο 57) το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο σε ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων τούτων είναι : α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση μεν δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του συντάγματος και γ) για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔικ πλημμέλεια, διατεινόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 914,57,59,330 και 932 ΑΚ με το να δεχθεί ότι η υπάλληλος της πρώτης αναιρεσείουσας που εργαζόταν στο ταμείο του καταστήματος, κατά την 12-12-2001, οπότε ο αναιρεσίβλητος αγόρασε ένα μπουφάν, από αμέλειά της δεν αφαίρεσε, όπως όφειλε, από αυτό (μπουφάν) την αντικλεπτική αυτοκόλλητη ταινία ασφαλείας που υπήρχε τοποθετημένη στο εσωτερικό μέρος αυτού και ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της πρώτης αναιρεσείουσας προσέβαλαν παράνομα τον αναιρεσίβλητο στην προσωπικότητά του υποβάλλοντάς τον στον σχετικό έλεγχο μετά την ενεργοποίηση του συναγερμού.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος διότι, εκτός από τις απόψεις των αναιρεσειόντων για το νομικό μέρος της υποθέσεως, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως αποδειχθέντα περιστατικά, με βάση, τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αλλά αναφέρονται αποσπασματικά περικοπές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως βάσιμος, διότι με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57,59,330,914 και 932 ΑΚ.

Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και δέχθηκε ότι η υπάλληλος της πρώτης αναιρεσείουσας, που εργαζόνταν στο ταμείο του καταστήματος την ημέραν (12-12-2001) της αγοράς από τον αναιρεσίβλητο του μπουφάν, από αμέλειά της δεν αφαίρεσε, όπως όφειλε, την αντικλεπτική αυτοκόλλητη ταινία, χωρίς τέτοιος ισχυρισμός να έχει προβληθεί από τους διαδίκους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην κατ' έφεση δίκη. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, ο παραπάνω ισχυρισμός αποτελεί περιεχόμενο αυτής ( αγωγής).

Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναιρέσεως α) κατά το μέρος αυτού με το οποίο, κατ'ορθή εκτίμηση, προβάλλεται ή από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι στην έκταση και τροπή που έλαβε το επεισόδιο, συνετέλεσε και η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος αρνήθηκε να συνεργαστεί, ήταν αναστατωμένος, φώναζε και απειλούσε τους υπαλλήλους που προσπαθούσαν να τον ηρεμήσουν και να τον πείσουν να υποβληθεί στον ενδεδειγμένο έλεγχο του σκάνερ εντός του ειδικού προς τούτο χώρου του καταστήματος, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, γιατί ο αναιρεσίων δεν ισχυρίζεται όπως έπρεπε, ότι με βάση τα περιστατικά αυτά προέτεινε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο σαφή και ορισμένο την εκ άρθρου 300 ΑΚ ένσταση συνυπαιτιότητος του αναιρεσιβλήτου, αφού δεν αρκεί η απλή παράθεση πραγματικών περιστατικών, ικανών να θεμελιώσουν πταίσμα του παθόντος, αλλά απαιτείται κατά άρθρο 262 ΚΠολ.Δικ.

και σαφής μνεία ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά προτείνονται προς θεμελίωση της ενστάσεως αυτής προκειμένου, επί επιδικάσεως χρηματικής λόγω ηθικής βλάβης ικανοποιήσεως, να συνεκτιμηθεί με τις άλλες συντρέχουσες περιστάσεις και η συνυπαιτιότητα του παθόντος κατά τον προσδιορισμό του ποσού της ικανοποιήσεως και β) κατά τομέρος αυτού, που υπό την επίκληση της από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττει την ανέλεγκτη κατά άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Τέλος ο ίδιος πρόσθετος λόγος και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους υπό την επίκληση της από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 11 ΚΠολΔικ πλημμέλειας προβάλλεται πράγματι η από το άρθρο 559 αριθ. 11 ιδίου Κώδικα αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του οι αναιρεσείοντες και δη α) τα υπ' αριθμ. 479/2003 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και β) τις υπ' αριθ. ....

και ..... ένορκες βεβαιώσεις των ......., ....... και ....... ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Αικατερίνης Φωτοπούλου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Διότι από την περιεχομένη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη " οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων , που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, η με αριθ. .....

ένορκη βεβαίωση της ....... που δόθηκαν ενώπιον της Συμ/φου Πατρών Αικατερίνης Φωτοπούλου και όλα τα λοιπά έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν .........", σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν μένει αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 αναιρετικός λόγος της παραμορφώσεως εγγράφου ιδιαίτερα όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, νοούνται αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 του ΚΠολΔικ και συνεπώς δεν θεωρούνται έγγραφα με την εν λόγω έννοια τα διαδικαστικά, στα οποία περιλαμβάνονται τα πρακτικά της δίκης, που περιέχουν τις μαρτυρικές καταθέσεις και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο με όσα δέχθηκε παραμόρφωσε τις περιεχόμενες στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μαρτυρικές καταθέσεις και τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιουλίου 2006 αίτηση 1) της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία " ΜΑΚΡΟ ΚΑΣ ΚΑΙ ΚΑΡΡΗ" 2) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθ. 321/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21-12-2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12-2-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ