261/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 261 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated261/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 261 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 261 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 261/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ... και 2. ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Θεοδωράτο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... , που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γουλιέλμο Κατσούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 28-11-2006 δήλωση του 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 15-3-2006 και κληρονομήθηκε από τους ... , ... και ... , οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-1989 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/1999, προδικαστική, 68/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 283/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1-11-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 6-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δημιουργείται και όταν ο αυτοτελής ισχυρισμός, που συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, και λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, δεν είχε επαναφερθεί κατά τρόπο παραδεκτό σε αυτό. Για τη νόμιμη επαναφορά του, αρκεί, σύμφωνα με το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, η επανυποβολή του με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τον περιέχουν, καθώς και η προσκόμιση επικυρωμένου αντιγράφου των προτάσεων αυτών. Εάν , ωστόσο, με λόγο έφεσης, ο εκκαλών πλήττει την εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε κατ' ουσίαν αυτοτελή ισχυρισμό του, του οποίου δεν αμφισβητείται η παραδεκτή προβολή πρωτοδίκως, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί το αντικείμενο της συζήτησης στο Εφετείο, αφού κατά το μέρος που αφορά τον ισχυρισμό αυτό μεταβιβάζεται με την έφεση η υπόθεση στο Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, και δεν υφίσταται ανάγκη επαναφοράς του από τον εκκαλούντα με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 240 του ΚΠολΔ, το οποίο αναφέρεται στους ισχυρισμούς που επανυποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις και όχι σε εκείνους που φέρονται στο Εφετείο με λόγο έφεσης (ΑΠ 543/1996, 433/1998, 75/2001, 1417/2002, 406/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, με την από 28-6-2001 έφεσή τους κατά της 68/2001 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, παραπονέθηκαν κατά της εκκαλούμενης απόφασης, εκτός των άλλων, και για την κατ' ουσίαν απόρριψη με αυτή της ένστασης απόκτησης από αυτούς κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία. ΄Ετσι, αντικείμενο της υπόθεσης στο Εφετείο έγινε και η έρευνα της ένστασης αυτής των εκκαλούντων. Το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει την ένσταση αυτή, έστω και αν οι εκκαλούντες δεν την επανέφεραν με σύντομη περίληψη στις ενώπιον αυτού προτάσεις του και παραπομπή με αυτές στο προσκομιζόμενο αντίγραφο των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεών τους, με τις οποίες την είχαν προβάλει πρωτοδίκως. Δεδομένου δε, ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι είχαν ενώπιον του Εφετείου αμφισβητήσει την παραδεκτή προβολή της ένστασης αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με το να ερευνήσει την ένσταση αυτή και να την κρίνει κατ΄ ουσίαν βάσιμη το Εφετείο και κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία είχε αυτή απορριφθεί κατ΄ ουσίαν και ακολούθως, μετά διακράτηση της υπόθεσης και εκδίκαση της αγωγής, ν' απορρίψει την αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεν έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε νόμιμα. Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε, με το να ερευνήσει και να κρίνει βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση απόκτησης κυριότητας από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, με έκτακτη χρησικτησία στο επίδικο ακίνητο, παρότι η ένσταση αυτή δεν επαναφέρθηκε σε αυτό με σύντομη περίληψη στις ενώπιόν του προτάσεις των εκκαλούντων - αναιρεσιβλήτων και αναφορά με αυτές στις σελίδες των ενώπιον του προταβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, με τις οποίες αυτή είχε προβληθεί πρωτοδίκως.- Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ΄Ελλειψη αιτιολογίας υπάρχει όταν στην απόφαση δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στηρίχθηκε για να δεχτεί ή να απορρίψει την αγωγή , ανταγωγή, ένσταση ή αντέσταση. Αντιφατικές δε ή ανεπαρκείς αιτιολογίες υπάρχουν, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και οι περιεχόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας παραδοχές, με βάση τις οποίες αυτό κατέληξε να δεχτεί ή να απορρίψει την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντέσταση, αφού μόνο με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί να διαπιστωθεί εάν είναι δυνατός ο έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του νόμου σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα (ΑΠ 589/2005). Επίσης, πρέπει να συγκεκριμενοποιείται το σφάλμα του δικαστηρίου ως προς τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και ειδικότερα να εκτίθεται σε τι συνίσταται η αντίφαση ή ποία στοιχεία δεν περιέχονται στην απόφαση, ενώ έπρεπε να περιέχονται για να είναι επαρκής η αιτιολογία της. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, προσάπτουν έλλειψη νόμιμης βάσης στην προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δέχτηκε κατ' ουσίαν την ένσταση των αναιρεσιβλήτων ότι απέκτησαν αυτοί κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία στο επίδικο ακίνητο, χωρίς αιτιολογία, αλλά και με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός, πέραν της αντιφατικότητάς του, αφού η αιτίαση για ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες αντιφάσκει προς την αιτίαση για πλήρη έλλειψη αιτιολογίας, είναι απορριπτέος α) ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν, ως έλλειψη νόμιμης βάσης, και μάλιστα έλλειψη αιτιολογίας, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν σφάλματα σχετικά με την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο "περιορίζεται στην έκθεση αναληθών πραγματικών περιστατικών" και προέβη σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και κρίση για την αξιοπιστία τους, β) ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι, υπό την εκτίμηση ότι με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν μόνο ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν παραθέτουν στο αναιρετήριο τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλ΄ ούτε και εκθέτουν ποίες είναι οι αιτιολογίες που λείπουν και ποίες είναι οι αιτιολογίες που αντιφάσκουν μεταξύ τους.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2004 αίτηση των 1) ... και 2) ... για αναίρεση της 283/2004 απόφασης του Εφετείου Πατρών.- Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ