Legislator Case Law & Legislation
2617/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissible evidence; defendant offered multiple witnesses but failed to prove this recording was the sole means of defense.

Case Number 2617/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to exclude a recorded telephone conversation used as defense evidence. Although the appellant argued the recording violated constitutional rights, the court found the lower court did not need to justify the exclusion because the appellant had proposed other witnesses to prove innocence. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible as the appellant failed to demonstrate the recording was the only necessary means of defense.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5, 19, 25 of the Constitution; Article 510(1)(b) of the Code of Criminal Procedure: The court must assess the admissibility of illegally obtained evidence only if it is the sole means of proving innocence; if other means exist, the evidence is not automatically excluded, and the appeal based on this ground is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible evidence sole means of defense illegally obtained evidence constitutional rights appeal dismissal procedural admissibility proportionality principle

Cited Legislation

AI generated
Article 513(1)(c) of the Code of Criminal Procedure
Article 515(2)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 385 of the Penal Code
Article 510(1)(b) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 5 of the Constitution
Article 19(3) of the Constitution
Article 25(1) of the Constitution
AI generated
1743/2014
Supreme Court reverses lower court for failing to reject private deed when plaintiff denied its authenticity.
1978/2019
Supreme Court dismisses appeal on forgery conviction due to lack of admissible grounds and statute of limitations. The court rejects procedural objections regarding summons timing and applies new law on late filing. The defendant is ordered to pay court costs and the prosecution's legal fees. The appeal is dismissed because the grounds are inadmissible and the statute of limitations has expired. The court applies the new law on late filing to the pending case. The defendant must pay the costs and the prosecution's legal fees. The appeal is dismissed due to lack of admissible grounds and statute of limitations. The court rejects procedural objections regarding summons timing. The defendant is ordered to pay court costs and the prosecution's legal fees. The appeal is dismissed because the grounds are inadmissible and the statute of limitations has expired. The court applies the new law on late filing to the pending case. The defendant must pay the costs and the prosecution's legal fees.
1339/2008
Supreme Court allows retrial and refunds money after overturning lower court judgment on appeal.
468/2013
Supreme Court allows appeal against Athens Court of Appeal for failure to prove causal link between omission and damage.
1887/2019
Supreme Court partially allows appeal against conviction for accessory to perjury, extending favorable ruling to co-accused.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2617 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2617/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Σταματάκη, για αναίρεση της 2187,2300/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 327/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ιδίου κώδικα. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 2 εδ.

α' του Κ.Ποιν.Δ αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 8-5-2008 αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα ..... ο πολιτικώς ενάγων Ψ κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Ο πολιτικώς ενάγων, όμως, δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώ ο αναιρεσείων εμφανίστηκε και παρέστη μαζί με το συνήγορό του. Επομένως, πρέπει να γίνει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Από τη διάταξη του άρθρου 385 Π.Κ.

προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβίασης απαιτείται: α)εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, β)ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή με απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος.

Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει, ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει, δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η προς πραγμάτωση νόμιμης απαίτησης εφαρμογή του μέσου της βίας ή της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, παρουσιαζομένη ως αξία μομφής.

Για τη θεμελίωση της από το άρθρο 385 παρά εδ. α' Π.Κ προβλεπόμενης κακουργηματικής μορφής εκβίασης απαιτείται, οι απειλές να είναι ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής συμφώνως με τα οριζόμενα στο άρθρο 380 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. Εάν οι απειλές δεν είναι ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, πρόκειται περί πλημμεληματικής μορφής εκβίασης προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 εδ.

γ' ΠΚ. Απειλή δεν ενωμένη με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής είναι η προαναγγελία κακού επαχθησομένου αμέσως, εάν δεν ήθελε υποκύψει εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται αυτή και επιχειρήσει να προβάλει αντίσταση. Τούτο σημαίνει τοπική και χρονική αμεσότητα του κακού με το σώμα ή τη ζωή του απειλουμένου, δηλαδή βλάβη "εδώ και τώρα".

Τέτοια κακουργηματική εκβίαση αποτελεί, ο εξαναγκασμός κάποιου να υπογράψει εξοφλητική απόδειξη, μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα με την άσκηση σωματικής βίας από το δράστη κατά του παθόντος και με απειλές ενωμένης με επικείμενο κίνδυνο της ζωής του με τη χρήση όπλου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 45 του Π.Κ, καθένας από τους συναυτουργούς κάποιας αξιόποινης πράξης τιμωρείται ως αυτουργούς της πράξης αυτής.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο, υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Δεν ιδρύουν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2187, 2300/2007 απόφασής του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε κατά πλειοψηφία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ' είδος σ' αυτή, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 15-1-1997 επρόκειτο να διενεργηθεί ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Βασ.

Παππά πλειστηριασμός ενός ακινήτου, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, για την ικανοποίηση απαιτήσεως του εγκαλούντος Ψ, προερχόμενη από ακάλυπτη επιταγή έκδοσης του κατηγορουμένου ποσού 3.153.000 δραχμών περίπου, η οποία μαζί με τους τόκους και τα δικαστική έξοδα είχε ανέλθει στο ποσό την 6.000.000 δραχμών, Εν όψει του πλειστηριασμού αυτού, ο κατηγορούμενος συνέλαβε το εγκληματικό σχέδιο, βοηθούμενος και από δύο άλλους αγνώστους στη διαδικασία συνεργάτες, εξανάγκασε τον εγκαλούντα να υπογράψει εξοφλητική απόδειξη της απαίτησης του για να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός.

Ειδικότερα, στις 15-1-2007 έπεισε τον εγκαλούντα να εισέλθει στο αυτοκίνητό του για να μεταβούν στην Αθήνα όπου, όπως ψευδώς τον διαβεβαίωσε, θα έβρισκε τα χρήματα για να εξοφλήσει την πιο πάνω απαίτησή του. Μόλις το αυτοκίνητο έφτασε σε ερημική τοποθεσία των Αθηνών, εμφανίστηκαν οι άνω άγνωστοι συνεργοί του κατηγορουμένου, οι οποίοι έσυραν βιαίως έξω από το αυτοκίνητό του τον εγκαλούντα και με τη χρήση βίας και απειλών με ένα όπλο και ένα μαχαίρι τον υποχρέωσαν να υπογράψει, χωρίς τη θέλησή του, την ...

εξοφλητική απόδειξη, με βάση την οποία ματαιώθηκε ο πλειστηριασμός με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος. Επομένως, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης για την οποία κατηγορείται". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αυτό για την πράξη της κακουργηματικής εκβίασης από κοινού, με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου του (άρθρα 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 385 παρ. 1 εδ.

α' σε συνδυασμό με το άρθρο 380 παρ. 1 και 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ) και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης 2 ετών και 6 μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για τρία (3) έτη. Με αυτό που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά ανωτέρω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά κάπου προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και τέλος τις σκέψεις με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, αναφέρονται στην απολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο ανάγκη να την παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.

Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε, με την εκδοχή ότι αυτός δεν αποκόμισε κάποιο παράνομο περιουσιακό παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού το ακίνητό του που εκτίθετο σε πλειστηριασμό, με επίσπευση του πολιτικώς ενάγοντος, παραμένει ακόμη κατισχεμένο, η δε επίμαχη εξοφλητική απόδειξη ως προϊόν της εκβίασης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και να υποστηριχθεί ισχυρισμός του περί εξόφλησης του χρέους του,, είναι απορριπτέος ως αβάσιμες, αφού με τη χρησιμοποίηση της εν λόγω εξοφλητικής απόδειξης ματαιώθηκε ο πλειστηριασμός του ακινήτου του, ο δε πολιτικώς ενάγων επιβαρύνθηκε με τα έξοδα της ματαίωσης του πλειστηριασμού και θα επιβαρυνθεί με άλλα για την εξόφληση της χρηματικής απαίτησης του συνεχίζοντας ή επαναρχίζοντας τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ το ακίνητο παραμένει ακόμη έστω και κατασχεμένο, στην κατοχή του (αναιρεσείοντος).

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται, η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ η έλλειψη ακρόασης καθιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης λόγω ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, επέρχεται δε αυτή κατά την παραπάνω διάταξη στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 370Α του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 8 του ν. 3090/2002, όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοσκοπεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος μαγνητοφωνεί ιδιωτική συνομιλία μεταξύ αυτού και τρίτου χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου (παρ. 2). Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος κάνει χρήση των πληροφοριών ή των μαγνητοταινιών ή των μαγνητοσκοπήσεων που αποκτήθηκαν με τους τρόπους που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού του άρθρου (παρ. 3).

Η πράξη της παραγράφου 3 δεν είναι άδικη, αν η χρήση έγινε ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά (παρ. 4). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 177 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 2408/1996, "...

αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή την λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός εάν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου ...".

Κατά τα άρθρα 2 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδ. β', 9Α και 19 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση των προσωπικών του δεδομένων, όπως ο νόμος ορίζει.

Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων, που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του απορρήτου της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας. Τέλος, κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "κάθε πρόσωπο δικαιούται στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.

Δεν επιτρέπεται επέμβαση δημοσίας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού παρά μόνο στο μέτρο που αυτή η επέμβαση προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρο το οποίο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο δια την εθνική ασφάλεια, την δημοσία ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών αδικημάτων, την προστασία της υγείας ή, της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων".

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας. Η αποτυπώνουσα την ιδιωτική συνομιλία σχετική μαγνητοταινία είναι απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού.

Κατ' εξαίρεση όμως, κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη επιτρέπεται η λήψη τέτοιου αποδεικτικού μέσου εάν πρόκειται για κακουργήματα, που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης, και έχει εκδοθεί για το ζήτημα αυτό απόφαση δικαστηρίου που να αιτιολογεί ειδικά τους λόγους για τους οποίους, επιβάλλεται η λήψη υπόψη του παράνομου αποδεικτικού μέσου και για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής στον κατηγορούμενο (Πρβλ.

Ολομ. ΑΠ 1/2001 Πολιτική) και επιτρέπεται η χρήση αυτών ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Ο νόμος, αναφερόμενος μόνον για την περίπτωση κηρύξεως της ενοχής ή της επιβολής ποινής, ουδέν διαλαμβάνει περί του επιτρεπτού ή μη της μαγνητοταινίας ως αποδεικτικού μέσου για την απόδειξη της αθωότητας του κατηγορουμένου.

Ενόψει, όμως, της θεμελιώδους συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 που ανάγει σε πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας τον σεβασμό και την προστασία της ανθρώπινης αξίας, του γεγονότος ότι τα έννομα αγαθά της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας, τα οποία απολαύουν απόλυτης συνταγματικής προστασίας (άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος), τίθενται σε διακινδύνευση στην περίπτωση μη απόδειξης της αθωότητας του κατηγορουμένου, κάμπτεται ο κανόνας του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος της μη χρήσεως των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, όταν αυτά αποτελούν το μόνο προτεινόμενο από αυτόν (κατηγορούμενο) αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αθωότητάς του, υπό τον περιορισμό πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), εάν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας του εγκλήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο είναι το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητας του.

Περί αυτών θα κρίνει ο δικαστής, ο οποίος σε καταφατική περίπτωση, θα συνεκτιμήσει τα ευνοϊκά σημεία του παράνομου αποδεικτικού μέσου για τον προτείνοντα αυτό ως κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2187, 2300/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε την ανάγνωση της από 28-4-2007 έκθεσης τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του ....., που αφορούσε τη μαγνητοφώνηση τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ του αναιρεσείοντος και της δικαστικής επιμελήτριας ..... (που εξετάσθηκε ως μάρτυρας), η οποία έγινε χωρίς τη συναίνεση της τελευταίας ως μέσον υπεράσπισής του.

Στην ανάγνωση αντέλεξε ο πολιτικώς ενάγων Ψ. Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε το σχετικό αίτημα με την ακόλουθη συνοπτική αιτιολογία: "Επειδή πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση του πολιτικώς ενάγοντος και να απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου για ανάγνωση της από 28-4-2007 έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης".

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όμως, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει με πλέον επαρκή αιτιολογία επί του ανωτέρω αιτήματος του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου που ήταν μη νόμιμο, αφού προεχόντως δεν επικαλέσθηκε ότι ήταν το παραπάνω παράνομα αποκτηθέν αποδεικτικό μέσο το μόνο για απόδειξη της αθωότητός του, ενώ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, πρότεινε και άλλα αποδεικτικά μέσα (τρεις μάρτυρες υπεράσπισης) προς απόδειξη της αθωότητάς του.

Επομένως, το Εφετείο με το να απαγορεύσει την ανάγνωσή της απομαγνητοφωνημένης τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ του κατηγορουμένου και της δικαστικής επιμελήτριας ....., δεν στέρησε αυτόν δικαιώματος, το οποίο ρητά παρέχεται από το νόμο, και εντεύθεν ουδεμία ακυρότητα επήλθε στη διαδικασία και συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Β' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτιθεμένων πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-1-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2187, 2300/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ